ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Τιφλίδα, Γεωργία

Η πρωτεύουσα της Γεωργίας αποτινάσσει τη σκόνη της ταραγμένης ιστορίας της και διεκδικεί μια θέση ανάμεσα στους ελκυστικούς προορισμούς στον κόσμο.

«Για καθαρίστρια ψάχνεις;» ήταν η πιο παράξενη ερώτηση που δέχτηκα όταν είπα σε φίλους ότι θα ταξιδέψω στη Γεωργία. Στο δικό μου μυαλό κυριαρχούσε ένας τόπος περιπέτειας, η αρχαία Κολχίδα, ένα κράτος που έμοιαζε λίγο με την Ελλάδα, με εντυπωσιακή ποικιλομορφία και την ψηλότερη οροσειρά της Ευρώπης, τον δραματικό Καύκασο. Μια μικρή χώρα στριμωγμένη ανάμεσα στη Ρωσία, στην Τουρκία, στην Αρμενία και στο Αζερμπαϊτζάν, που γέννησε το κρασί (και τον Στάλιν).  


Τα χαρακτηριστικά πολύχρωμα ξύλινα σαχνισιά θυμίζουν βόρεια Ελλάδα. (Φωτογραφία: ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΜΕΡΑΚΟΣ)

Όταν βέβαια το καλοσκέφτηκα, η ερώτηση δεν ήταν άτοπη. Οι Γεωργιανές που άφησαν τα παιδιά τους για να μεγαλώνουν τα δικά μας, οι συρράξεις με τη Ρωσία στη νότια Οσετία και στην Αμπχαζία, που αποτελούν σήμερα κατεχόμενα εδάφη, και οι «σκληροτράχηλοι» Γεωργιανοί κακοποιοί είναι όλα όσα έχουν περάσει από τα δελτία ειδήσεων τις τρεις τελευταίες δεκαετίες.

Τώρα, όμως, η φήμη της αλλάζει. Έχει 5,5% ρυθμό ανάπτυξης, είναι η δεύτερη στην Ευρώπη σε δυναμικό υδροδυναμικής ενέργειας και έχει δημιουργήσει ένα παγκοσμίως ανταγωνιστικό πρόγραμμα προσέλκυσης επενδύσεων με μηδενική φορολογία. Τα τελευταία έξι χρόνια, οι ενημερωμένοι ταξιδιώτες την έχουν βάλει δυνατά στις λίστες τους και ο τουρισμός φέτος σημείωσε εντυπωσιακή αύξηση (+17,7%) σε σχέση με πέρυσι. Οι Γεωργιανοί δηλώνουν με κάθε τρόπο έτοιμοι να μιλήσουν για λογαριασμό τους – χωρίς μεσολαβητές (βλ. τους Ρώσους).

ΑΠΟ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΣΤΟ ΦΩΣ

Ένας ταξιτζής που οδηγεί σαν παλαβός μέσα στη νύχτα μάς μεταφέρει στο κέντρο μέσα σε 20΄. Η απευθείας πτήση με Aegean από Αθήνα είναι σύντομη, αλλά μεταμεσονύκτια, κι έτσι φτάνουμε στο ξενοδοχείο, στην καρδιά της Παλιάς Πόλης, ξημερώματα. Κάτω από το πολυτελές μπαλκόνι απλώνονται ερειπωμένες προσόψεις που βάφονται κίτρινες από τις λάμπες του δρόμου. Απλωμένα ρούχα θυμίζουν χωριό. Στον ορίζοντα, τα χρώματα της ανατολής ανταγωνίζονται τα λαμπερά φώτα της μοντέρνας πόλης.

«Την εικόνα που περιγράφεις φαντάσου τη σαν μια μαύρη τρύπα», μου λέει η 55χρονη Nina Ananiashvili, καλλιτεχνική διευθύντρια των Κρατικών Μπαλέτων της Τιφλίδας. Τη συναντώ το επόμενο πρωινό στις αίθουσες χορού της Όπερας να ετοιμάζει την πρεμιέρα του χειμώνα. Μου μεταφέρει την ατμόσφαιρα της πόλης στα ’90s. «Με το που νύχτωνε, την κατάπινε το σκοτάδι. Οι άνθρωποι έφευγαν από τη δουλειά στις 4 μ.μ., για να φτάσουν σπίτι πριν σκοτεινιάσει. Στη σκηνή της  Όπερας έσταζαν νερά και την είσοδο φώτιζε μόνο μία λάμπα. Δεν κυκλοφορούσαν αυτοκίνητα, λεωφορεία, τίποτα. Ήταν επικίνδυνα. Άνθρωποι έκοβαν τα δέντρα κι έβαζαν φωτιές στο πεζοδρόμιο για να ζεσταθούν».


Υπόδειγμα αρχιτεκτονικής αποκατάστασης κτιρίων η λεωφόρος Aghmashenebeli. (Φωτογραφία: ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΜΕΡΑΚΟΣ)
 

H Nina Ananiashvili είναι από τις μεγαλύτερες μπαλαρίνες όλων των εποχών – υπηρέτησε 23 χρόνια στα Μπαλσόι και 14 στο American Ballet Theatre. Επέστρεψε στη Γεωργία μετά την αναίμακτη Επανάσταση των Ρόδων το 2003, όταν ο δυτικόφιλος Μιχαήλ Σαακασβίλι έβγαζε τη χώρα από τη σοβιετική επιρροή και τη σύστηνε ως αυθύπαρκτη οντότητα. «Ήθελα ο κόσμος να μάθει ότι η Γεωργία είναι χώρα, όχι αμερικανική πολιτεία». Η βιογραφία της μαζί με την ιστορία της  Όπερας συμπυκνώνουν τη σύγχρονη ιστορία της Γεωργίας.

Η Εθνική  Όπερα χτίστηκε στα μέσα του 19ου αιώνα από έναν τοπικό τσάρο, ο οποίος με αυτόν τον τρόπο ήλπιζε να υποτάξει τους ανήσυχους Γεωργιανούς στην κυριαρχία της Μόσχας. Κατά την κομμουνιστική εποχή, αναδείχθηκε σε κορυφαίο χώρο της ΕΣΣΔ για όπερα και μπαλέτο. Στη διάρκεια του Εμφυλίου χρησιμοποιήθηκε ως καταφύγιο από παραστρατιωτικές οργανώσεις και το 2016, μετά από εξαετή πολυέξοδη ανακαίνιση, την οποία ανέλαβε ο πλουσιότερος άνθρωπος της χώρας και πρώην πρωθυπουργός, Μπιντζίνα Ιβινασίβιλι (μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα), άνοιξε ξανά τις πόρτες της στο κοινό. Οι παραστάσεις χορού και όπερας είναι από τα must της πόλης.

ΈΝΑΣ ΑΙΝΙΓΜΑΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ

Από την  Όπερα βγαίνουμε στην κεντρική λεωφόρο Rustaveli. Εμβληματικά κτίρια, όπως το παλιό Κοινοβούλιο, η Εθνική Πινακοθήκη και η Ακαδημία των Επιστημών, μπλέκονται με δυτικές εμπορικές αλυσίδες που έχουν ήδη βάλει το πόδι τους στο πολλά υποσχόμενο μέλλον της πόλης. Όμως πάντα το ενδιαφέρον κρύβεται πίσω από τις βιτρίνες. Η διαδρομή από τη γειτονιά Vera στo Abanotunabi είναι ό,τι αξίζει να περπατήσει κανείς, είτε με ένα βιβλίο (ή μια εφαρμογή) στο χέρι είτε ακολουθώντας κάποιον οργανωμένο περίπατο.

Χτισμένη στις όχθες του ποταμού Kura, η Τιφλίδα κατείχε στρατηγική θέση στον Δρόμο του Μεταξιού. Ισοπεδώθηκε και ξαναχτίστηκε περίπου 30 φορές. Πέρσες, Βυζαντινοί, Ρώσοι, Σοβιετικοί, ο καθένας έβαλε σκοπό να αφήσει το δικό του αποτύπωμα. Περπατώντας, σχεδόν αδυνατώ να βάλω την οπτική εμπειρία σε προτάσεις που να βγάζουν νόημα. Από το ένα μανίκι με τραβούν οι ζωγραφισμένες είσοδοι, τα μαρμάρινα δάπεδα, τα ξύλινα σαχνισιά και το περασμένο μεγαλείο των αρ νουβό κτιρίων. Και από το άλλο με σέρνει η μιζέρια των αρχοντικών που διαμελίστηκαν σε διαμερίσματα ελάχιστων τετραγωνικών επί σοβιετικής εποχής, τα αταίριαστα δομικά στοιχεία που ο κάθε ένοικος έχει προσθέσει κατά το δοκούν, οι σκουριασμένες στέγες και οι υδρορροές και οι εσωτερικές αυλές που παραπαίουν. Αμπέλια φυτρώνουν σε τοίχους, λουλούδια βγαίνουν από ρωγμές.


Εσωτερικές αυλές προς εξερεύνηση. (Φωτογραφία: ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΜΕΡΑΚΟΣ)

Τα μικρά κόλπα που βοηθούν να «διαβάσεις» την ανθρωπογεωγραφία μιας πόλης –το κρυφοκοίταγμα πίσω από ανοιχτές κουρτίνες ή μισάνοιχτες εισόδους– εδώ δεν πιάνουν. Είναι πλούσιοι ή φτωχοί οι ένοικοι των σπιτιών; Πρόκειται για αρχοντικά αφημένα στη μοίρα τους ή απλώς αφρόντιστα στην όψη;  Όλα είναι πιθανά.

Και η ιστορία της Τιφλίδας δεν τελειώνει εδώ. Οι σύγχρονοι κατακτητές της βάλθηκαν να κατακτήσουν τον ορίζοντά της. Στα θηριώδη σοβιετικά μπλοκ ήρθαν πριν από λίγα χρόνια να προστεθούν σύγχρονα κτίρια από γυαλί και ατσάλι, ένα νέο σύμβολο που εμπνεύστηκε ο Σαακασβίλι προκειμένου να πείσει ότι η πρώην σοβιετική δημοκρατία μεταμορφώθηκε σε μια δυτικά προσανατολισμένη χώρα. Έτσι, ο νυν πρόεδρος ζει σε ένα νεοκλασικό παλάτι με διάφανο θόλο σε σχήμα αυγού. Ακριβώς από κάτω βρίσκεται μια νέα αίθουσα συναυλιών με δύο γιγαντιαίους «σωλήνες». Το κτίριο Δημόσιων Υπηρεσιών και Δικαιοσύνης μοιάζει με συστάδα μανιταριών και η Γέφυρα της Ειρήνης είναι άκρως φουτουριστική.

Η ΠΟΛΗ ΜΑΚΙΓΙΑΡΕΤΑΙ

«Ξέχνα το Βερολίνο. Τώρα είναι η ώρα της Τιφλίδας», μου λέει ο Challane Jessonne, ένας Γάλλος μποέμ που συναντώ να επισκευάζει το ισόγειο ενός αρ ντεκό κτιρίου στην ανερχόμενη περιοχή Plekhanov, για να ανοίξει εργαστήριο ανακατασκευής παλιών επίπλων. «Αυτό το κλισέ το ακούσαμε και για την Αθήνα», τον αποπαίρνω. Επιμένει πως η πόλη μεταμορφώνεται διαρκώς. Τέχνες, γαστρονομία, μόδα και νυχτερινή ζωή ανθούν.


Ένα από τα εντυπωσιακά αρ ντεκό κτίρια της ανερχόμενης περιοχής Plekhanov. (Φωτογραφία: ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΜΕΡΑΚΟΣ)
 

Μαζί του καταλήγουμε στη Fabrika, ένα πρώην σοβιετικό εργοστάσιο υφαντουργίας που μετατράπηκε σε boutique hostel, το οποίο προσφέρει κοινόχρηστα και ιδιωτικά δωμάτια, περιλαμβάνει έναν πολυχώρο τέχνης με πλούσιο πολιτιστικό πρόγραμμα και φιλοξενεί έναν συνεργατικό χώρο για νέους καλλιτέχνες. Είναι μέρος της αλυσίδας Adjara Group Hospitality, που κατά γενική ομολογία άλλαξε τον τουριστικό χάρτη της πόλης, μετατρέποντας βιομηχανικά τοπόσημα σε ξενοδοχεία με μια πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα αισθητική.

Οι ενστάσεις βέβαια ποτέ δεν λείπουν, ακόμα και από τα αφηγήματα τουριστικής άνοιξης. «Αυτό το μέρος είναι μαζική κουλτούρα», μου λέει ο Γάλλος και παρατηρεί ότι το «gentrification» (σ.σ. εξευγενισμός) έχει ανοίξει μια χαραμάδα στη γεωργιανή πρωτεύουσα. Το Αirbnb πολιορκεί την Παλιά Πόλη, οι τιμές των ενοικίων είναι ήδη πολύ υψηλές για τα δεδομένα των μισθών, ενώ οι καταστροφές από κατεδαφίσεις και φθηνές ανακατασκευές είναι τέτοιου μεγέθους, ώστε η UNESCO, που είχε εκδηλώσει την πρόθεση να την περιλάβει στη λίστα μνημείων παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς το 2000, να αποσύρει την πρότασή της.

Σε όποια συζήτηση κι αν σταθείς, φαίνεται πως η Τιφλίδα είναι ένα δημιουργικό καζάνι που βράζει. Οι παλιές γενιές που αναπολούν την «ησυχία» της ΕΣΣΔ συγκρούονται με τους νεότερους, που θέλουν τη Γεωργία δυτικά προσανατολισμένη. Οι μισοί νέοι θέλουν να φύγουν, ένω άλλοι τόσοι επιστρέφουν για να βάλουν το λιθαράκι τους στη σύγχρονη πραγματικότητα. Το ταραγμένο παρελθόν και το αισιόδοξο μέλλον είναι τα συστατικά μιας επιτυχημένης συνταγής. Μένει μόνο να διατηρηθεί η «φωτιά» της διεθνούς και της εσωτερικής πολιτικής στη σωστή θερμοκρασία. Και τότε η Τιφλίδα θα μπει για τα καλά στους mainstream προορισμούς του κόσμου.


ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ


Ο καλλιτέχνης Nika Kutateladze (αριστερά), η σχεδιάστρια μόδας Lela Eloshvili και η σεφ και ιδιοκτήτρια εστιατορίου Meriko Gubeladze (δεξιά), ψηφίδες που σχηματίζουν το νέο πρόσωπο της Γεωργίας. (Φωτογραφίες: ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΜΕΡΑΚΟΣ)

«Η αλλαγή ξεκινάει εκ των έσω», δήλωσε ο Αμερικανός σκηνοθέτης David Lynch, όταν ταξίδεψε πέρυσι στην Τιφλίδα για να προωθήσει το έργο του «David Lynch Foundation» και να διερευνήσει τις δυνατότητες δημιουργίας μιας σχολής κινηματογράφου στην πόλη. Ta λόγια του περιγράφουν ιδανικά το στοίχημα της Γεωργίας να γίνει μέρος ενός μεγαλύτερου κόσμου. Νέοι επαγγελματίες που προσελκύουν το διεθνές ενδιαφέρον μιλούν για την τέχνη, τη μόδα και τη γαστρονομία.

Nika Kutateladze
Όπως στη Νέα Υόρκη


Η Irena Popiashvili, εμβληματική μορφή της σύγχρονης τέχνης στη Γεωργία, μας δίνει ραντεβού στην πρωτοεμφανιζόμενη Kunsthalle, τον χώρο που δημιούργησε για την προώθηση νέων καλλιτεχνών στον οικιστικό ιστό της πόλης – στη λεωφόρο Kazbegi. Το μικρό χωριατόσπιτο, σφηνωμένο εξωτερικά σε ένα μικρό διαμέρισμα του ισογείου μιας τυπικής σοβιετικής πολυκατοικίας, είναι μέρος του έργου που δημιούργησε ο εικαστικός Nika Kutateladze με τίτλο «Νερόμυλος», μιας νοσταλγικής εγκατάστασης με πολλές αναγνώσεις για τους επαρχιώτες που μετακομίζουν στις πόλεις, για την εξαθλίωση τα πρώτα χρόνια μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά και για την «εφευρετικότητα» των Γεωργιανών στα σπίτια τους, απουσία κανονιστικού πλαισίου δόμησης. «Στην Τιφλίδα νιώθεις πως όλα μπορούν να συμβούν», λέει η Popiashvili, που άφησε την γκαλερί της στο Chelsea το 2012 για να γίνει η πρώτη γυναίκα πρύτανης στην Ακαδημία Τεχνών της Γεωργίας και σύντομα να μεταπηδήσει στο ιδιωτικής πρωτοβουλίας Ελεύθερο Πανεπιστήμιο της Τιφλίδας, όπου καθοδηγεί μια νέα ομάδα υποσχόμενων καλλιτεχνών.

Lela Eloshvili
Επουλώνοντας το τραύμα των ’90s


Αφότου οι Γεωργιανοί σχεδιαστές Demna Gvasalia, δημιουργικός διευθυντής του οίκου Balenciaga, και David Koma, δημιουργικός διευθυντής του Thierry Mugler από το 2013 έως το 2017, κατέκτησαν την ελίτ της μόδας, οι ειδικοί αναζητούν στη Γεωργία το επόμενο μεγάλο αστέρι. Η εξωστρεφής και χαρισματική Sofia Tchkonia, βάζοντας μια κομψή πινελιά στην έννοια «πατριωτισμός», δημιούργησε το Mercedes-Benz Fashion Week Tbilisi, που στην πραγματικότητα λειτουργεί ως πλατφόρμα προώθησης των σχεδιαστών στο εξωτερικό. Μεταξύ των 50 brands που συμμετείχαν την άνοιξη του 2018 ήταν και η σχεδιάστρια μόδας Eloshi. Απόφοιτος της Κρατικής Ακαδημίας Τεχνών και του Saint Martin’s College στο Λονδίνο, ίδρυσε τον οίκο μόδας Informal, το Concept Store «Made in Georgia» και στη συνέχεια λανσάρισε το brand Eloshi, με το οποίο συμμετείχε την προηγούμενη άνοιξη και στην Εβδομάδα Μόδας του Λος Άντζελες. Τη συναντώ στο ατελιέ της εν ώρα εργασίας. Τα ρούχα φαίνονται περίπλοκα, όταν όμως τα προβάρει, μεταμορφώνονται σε έργα τέχνης. Τα κουμπιά των κοστουμιών, οι φουσκωτοί ώμοι και τα ρομαντικά μανίκια νεύουν στο παρελθόν, ενώ τα τολμηρά χρώματα, οι δημιουργικές πτυχές και τα λεπτά υφάσματα υπηρετούν το σήμερα. Σύντομα θα ανοίξει το δικό της κατάστημα στην οδό Taktakishvili 10.

Meriko Gubeladze
Η σεφ που αγαπά τις fusiοn πινελιές


Στις παραδοσιακές γεωργιανές οικογένειες οι γυναίκες διακρίνονται για τη μαγειρική τους. Εξαίρεση δεν αποτέλεσαν ούτε η μητέρα ούτε οι γιαγιάδες της Μeriko Gubeladze, η οποία εκτίμησε την κουζίνα της χώρας της όταν στα 22 της χρόνια βρέθηκε με ένα πρόγραμμα εκπαιδευτικών ανταλλαγών στη Νέα Υόρκη. Οι εθνικές κουζίνες ξύπνησαν τις μνήμες της, ασχολήθηκε με τη μαγειρική και, όταν επέστρεψε δέκα χρόνια αργότερα, άνοιξε το δικό της εστιατόριο στην Τιφλίδα, το Shavi Lomi (σ.σ. Μαύρο Λιοντάρι). «Τίποτα δεν είχε αλλάξει όταν επέστρεψα. Τα ίδια πιάτα στο μενού, οι ίδιες απρόσωπες και άχρωμες αίθουσες εστιατορίων με 100 τραπέζια στη σειρά. Αποφάσισα να επαναστατήσω. Άνοιξα ένα μικρό εστιατόριο σε μια μη τουριστική περιοχή, με γεωργιανή κουζίνα ελαφρώς πειραγμένη: η ίδια γεύση, διαφορετική αίσθηση. Έρχονταν μόνο όσοι το γνώριζαν».

ΛΟΥΚΟΥΛΛΕΙΑ ΓΕΥΜΑΤΑ

Εάν υπάρχει κάτι στη Γεωργία που μπορεί να σε κάνει να ξεχάσεις τα ανεπανάληπτα τοπία και την πολυσχιδή ιστορία της, είναι το φαγητό.


Ποικιλίες από ορεκτικά, σαλάτες και ψωμί καλαμποκιού, μαζί με καλό κρασί, είναι τα απαραίτητα στοιχεία ενός γεωργιανού γεύματος. (Φωτογραφία: ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΜΕΡΑΚΟΣ)
 

Η ατμόσφαιρα του εστιατορίου Megruli saxli δεν είχε κάτι ιδιαίτερο και τα ντεσιμπέλ της μουσικής ξεπερνούσαν τα όρια ανοχής. Τίποτε όμως από όλα αυτά δεν είχε πια σημασία όταν οι πιατέλες κατέλαβαν κάθε χιλιοστό του τραπεζιού – μια εικόνα που δεν θα μπορούσε να περιγράψει καλύτερα τον χαρακτήρα των Γεωργιανών.  Αν και τραχείς και φαινομενικά αγενείς, μια κίνηση καλής θέλησης αρκεί για να αποκαλύψει το μεγαλείο της φιλοξενίας και την πληθωρική τους προσωπικότητα. Καλεσμένοι ενός ζευγαριού Γεωργιανών, της Tea Agladje, εκδότριας περιοδικού, και τoυ συζύγου της Giga, κινηματογραφιστή και οινοπαραγωγού, ζήσαμε μαζί με τον φωτογράφο Περικλή Μεράκο την πιο ζεστή βραδιά μας στην πόλη, απολαμβάνοντας ένα λουκούλλειο γεύμα. Οι Γεωργιανοί το ονομάζουν «supra», που σημαίνει τραπεζομάντιλο, μεταφορικά όμως είναι ένα γεύμα με φίλους.

Ραχοκοκαλιά του είναι οι προπόσεις και «tamada» ονομάζεται αυτός που τις αναλαμβάνει. O Giga είχε όλες τις προδιαγραφές: άντεχε το περισσότερο αλκοόλ και φαγητό, ήταν ο πιο καλλιεπής και κράτησε το κέφι αμείωτο για περισσότερες από πέντε ώρες. Ξεκινήσαμε τα τσουγκρίσματα για τον Θεό, τους οικοδεσπότες, την επίσκεψή μας, την Ελλάδα, και όσο η ώρα προχωρούσε, τόσο οι λόγοι γίνονταν πιο διασκεδαστικοί.

Από το τραπέζι πέρασαν άφθονα φρέσκα λαχανικά και πιάτα, με πρωταγωνιστές το εστραγκόν, τον κόλιανδρο, το σαφράν και τις κόκκινες πιπεριές. Δοκιμάσαμε όλα τα κλασικά: khachapuri (πίτσα με τοπικό τυρί), kupati (χοιρινό έντερο γεμιστό με κρέας και μπαχαρικά), kharcho (μοσχάρι με πικάντικη σάλτσα αμυγδάλου), mchandi (ψωμί καλαμποκιού), σαλάτες με ωμά και ψητά λαχανικά και ποικιλία τυριών.

Φυσικά μιλήσαμε για το κρασί. Οι Γεωργιανοί υπερηφανεύονται –τους το επιβεβαίωσε πρόσφατα και η αρχαιολογική σκαπάνη– πως η χώρα τους είναι η κοιτίδα του κρασιού όπως το γνωρίζουμε σήμερα, με την ανάπτυξη της αμπελοκαλλιέργειας και της οινοποίησης να ξεκινά πριν από 8.000 χρόνια. Γόνιμα εδάφη, η θαλασσινή αύρα, ένας γενναιόδωρος ήλιος, εναλλαγές κλίματος και πάνω από 400 ποικιλίες είναι το απόθεμα του πλούτου της. Το πιο συναρπαστικό χαρακτηριστικό του αμπελώνα της Γεωργίας είναι η οινοποίηση σε qvevri (πήλινος αμφορέας), μέθοδος που έχει καταχωρισθεί ως Παγκόσμια Κληρονομιά της UNESCO και σήμερα, παρότι μόνο το 1-2% της παραγωγής γίνεται με αυτόν τον τρόπο, συνεχώς κερδίζει το διεθνές ενδιαφέρον. Δοκιμάσαμε Rkatsiteli, την πιο σημαντική ποικιλία για λευκά, και Mtsvane, αλλά και κόκκινο από Saperavi. Το γεύμα μας ολοκληρώθηκε με Chacha, τη γεωργιανή γκράπα με 45-60% αλκοόλ, και churchkela, ένα παραδοσιακό γλύκισμα με γλεύκος σταφυλιών, καρύδια και αλεύρι.

ΣΑΣ ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ

• Shavi Lomi (Zurab Kvlividze 28, τηλ. +995-322960956). Όμορφη μονοκατοικία με αυλή, διακοσμημένη με έργα του Pirosmani. Μεγάλο μενού, πλούσια λίστα ντόπιων κρασιών.
• Keto and Kote (Mikheil Zandukeli Dead End 3, τηλ. +995-322930200). Σάλα με ατμόσφαιρα του 19ου αιώνα. Δοκιμάστε: elarji (πολέντα με τοπικό τυρί sulguni), baje (παραδοσιακή σάλτσα με μπαχαρικά) και κερασόπιτα για επιδόρπιο.
• Café Littera (Machabeli 13, τηλ. +995-595751313). Η πρωτοπόρος σεφ Tekuna Gachechiladze συστήνει στο κοινό πιο «πειραγμένες» γεωργιανές συνταγές. Δικό της και το «Culinarium Khasheria» (Abano 23, τηλ. +995-322721157) στα τουριστικά Λουτρά.
• Vinotel (Elene Akvhlediani Agmarti 4, τηλ. +995-322555888). Ατμοσφαιρικός χώρος για γεωργιανά κρασιά συνοδεία εκλεκτών πιάτων. Ζητήστε να δείτε το κελάρι.
• Shemomechama (Mtskheta 8, τηλ. +995-558557100). Aντίγραφο των σοβιετικών diners. Μικρό μενού, εξαιρετικά πιάτα.

ΜΕΤΑΒΑΣΗ

H Aθήνα συνδέεται με την Τιφλίδα με απευθείας πτήσεις της Aegean. Ενδεικτική τιμή για πτήση με επιστροφή τον Δεκέμβριο: 160 ευρώ.

ΔΙΑΜΟΝΗ

Μείναμε στο Amante Narikala (amantenarikalahotel.tbilisihotels.website) στην καρδιά της Παλιάς Πόλης. Μοντέρνας αισθητικής μικρό ξενοδοχείο με όμορφα διακοσμημένα δωμάτια και καταπληκτική θέα. Πλούσιο πρωινό με τοπικά εδέσματα. Από 90 ευρώ. Επίσης στο Mercure Tbilisi Old Town (accorhotels.com), ένα κλασικό επαγγελματικό city hotel, στον τελευταίο όροφο του οποίου βρίσκεται το Bar SKY7 με πανοραμική θέα στην πόλη. Από 102 ευρώ.

Για κρατήσεις που αφορούν τη διαμονή σας επισκεφθείτε τo: www.booking.com

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΕΤΕ

• Το κλίμα στην Τιφλίδα είναι παρόμοιο με της Αθήνας και η ιδανική εποχή να την επισκεφτείτε είναι Μάιο-Ιούλιο και Σεπτέμβριο-Οκτώβριο.
• Εθνικό νόμισμα είναι το gel. Οι ντόπιοι το αποκαλούν λάρι (ισοτιμία 1 προς 3 ευρώ.
• Οι χρεώσεις roaming είναι υπέρογκες, γι’ αυτό φροντίστε να αγοράσετε μια προπληρωμένη κάρτα sim.
• Η μετακίνηση με ταξί συμφέρει. Προσυμφωνήστε την τιμή (υπολογίστε 5 gel για μικρές αποστάσεις) και έχετε γραμμένο σε χαρτί τον προορισμό – συνήθως δεν μιλούν αγγλικά.

ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ

• Κάστρο Ναρικάλα: Θα φτάσετε με τελεφερίκ ή με τα πόδια από το Meidan για την καλύτερη θέα στην πόλη.
• Λουτρά Abanotubani: Εδώ σας περιμένει το απόλυτο τουριστικό κάδρο. Ανταγωνιστές σας στην τέλεια selfie μελλόνυμφοι και Ρωσίδες μοντέλα που φτιάχνουν το πορτφόλιό τους.
• Λεωφόρος Rustaveli: Η απαραίτητη βόλτα (1,5 χλμ.) για να δείτε όλα τα εμβληματικά κτίρια της πόλης (και να κάνετε «δυτικού τύπου» ψώνια). Ξεκινήστε από την Ακαδημία Τεχνών στον αρ. 52, περάστε από την  Όπερα και το κτίριο του Κοινοβουλίου, συνεχίστε στην Εθνική Πινακοθήκη, για να θαυμάσετε τα έργα του γνωστού Γεωργιανού ζωγράφου Niko Pirosmanashvili. Εάν θέλετε να αγοράσετε βιβλία και χάρτες για τη Γεωργία, στον αρ. 34 βρίσκεται το Prospero’s Books, που έχει μια όμορφη εσωτερική αυλή για καφέ.
• Dry Bridge: Η γέφυρα που ενώνει την παλιά με τη νέα πόλη φιλοξενεί μια ανοιχτή αγορά με αντίκες, κοσμήματα, παλιά βιβλία, χάρτες, κονκάρδες, ακόμα και μαγειρικά σκεύη – είτε ντόπια, είτε σοβιετικά, είτε από το εξωτερικό.


Θέατρο Gabriadze (Φωτογραφία: ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΜΕΡΑΚΟΣ)

• Θέατρο Gabriadze: Ο πύργος του ρολογιού έξω από το κουκλοθέατρο Gabriadze είναι χαρακτηριστικό τοπόσημο της πόλης. Ανά μία ώρα, ένας άγγελος βγαίνει από την πορτούλα και χτυπάει την καμπάνα με ένα σφυρί.
• Οδός Agmashenebeli: Καμάρι των Γεωργιανών, ανακαινίστηκε υποδειγματικά για να αποδώσει το αρχιτεκτονικό μεγαλείο της Τιφλίδας. Έχει καταληφθεί από καφέ με «κράχτες» και φθηνά μαγαζιά με σουβενίρ.
• Αγία Τριάδα: Το βαθύ θρησκευτικό αίσθημα των Γεωργιανών αποτυπώνεται στο πλήθος των εκκλησιών τους, με πιο χαρακτηριστικό τον καθεδρικό της Αγίας Τριάδας στην περιοχή Avlabari, τον ψηλότερο ναό στον κόσμο.
 

 

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ