Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Κώστας Μπακογιάννης: Βουνά

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Το «Αθήνα ψηλά» του Μπακογιάννη είχε κάτι από το «χέρια ψηλά» του Χατζηγιάννη. Η σκηνοθεσία θύμιζε περισσότερο ποπ συναυλία παρά πολιτική εκδήλωση. Υπερυψωμένος και λουσμένος από τους προβολείς, ο πρωταγωνιστής απέφυγε τις αναφορές στο ηλεκτρισμένο πολιτικό περιβάλλον. Πρόφερε τη λέξη «κρίση» μία φορά· το «προσφυγικό», παρεμπιπτόντως, άλλη μία. Μίλησε πιο πολύ για όνειρα, ελπίδες, αγκαλιές. Και το κοινό του προσαρμόστηκε. Το μόνο σύνθημα που ακούστηκε ήταν το, δανεισμένο από άλλες αρένες, «Μπα-κο-γιάν-νης, οέ οέ οέ, οέ οέ οέ».

Τίποτε από αυτή τη φαντασμαγορία δεν ήταν απρόσμενο. Αντιθέτως. Μια πρεμιέρα λιγότερο επιμελημένη, προερχόμενη από τον κληρονόμο του πλουσιότερου κοιτάσματος εκλογικής τεχνογνωσίας, θα είχε σχολιαστεί ως πρόχειρη.

Το μεταπολιτικό περιτύλιγμα, όμως, ήταν, λένε, σύμφωνο με το περιεχόμενο: Στα οκτώ χρόνια της δικής του πολιτείας, που συνέπεσαν με την περίοδο της πιο τοξικής πόλωσης στη μεταπολιτευτική ιστορία, ο Μπακογιάννης κατάφερε να συνομιλεί, έως και να συνεργαστεί σε επίπεδο Περιφέρειας, με τις δυνάμεις της αντιμνημονιακής καταγγελίας.

Το ερώτημα είναι αν μπορεί να διαπλεύσει με αυτήν την υπερκομματική ρότα και την προεκλογική περίοδο για τον Δήμο της Αθήνας. Η απάντηση δεν εξαρτάται, βέβαια, από τις προθέσεις του ίδιου – που δεν έχει κανέναν λόγο να βγει εκτός θέματος. Εξαρτάται από τη συγκυρία: Οι δημοτικές θα διεξαχθούν μάλλον ταυτόχρονα με τις βουλευτικές και σίγουρα μέσα στο πολακικό προεκλογικό κλίμα που ήδη κοχλάζει.

Αυτή η έξωθεν φόρτιση –και μάλιστα από έναν αντίπαλο για τον οποίο καμία μέθοδος αντιπαράθεσης δεν είναι ανορθόδοξη– είναι μια ορατή αντιξοότητα για την υποψηφιότητα του Μπακογιάννη. Οταν λυθεί η δυστοκία του ΣΥΡΙΖΑ στην εξεύρεση υποψηφίου, θα φανεί κατά πόσον το κυβερνών κόμμα είναι διατεθειμένο να αναλάβει το ρίσκο της μετατροπής της μάχης για τον δήμο σε μικρογραφία της κεντρικής πολιτικής αναμέτρησης. Θα φανεί αν θα ποντάρει στο εντελώς ακροσφαλές στοίχημα ότι ο αντιμητσοτακισμός είναι ισχυρότερος του αντισύριζα ρεύματος.

Η δεύτερη, σύστοιχη με την προηγούμενη, αντιξοότητα είναι ότι ο Μπακογιάννης μοιάζει ευάλωτος στην πολιτική μόδα της εποχής: στο αντισυστημικό μίσος. Την ημέρα που θα διεκδικεί τη δημαρχία, ο θείος του θα διεκδικεί την πρωθυπουργία και η μητέρα του την επανεκλογή της για ένατη φορά στη Βουλή. Απέναντι σε αυτήν τη δημοσκοπικά αστάθμητη μνησικακία, ο Μπακογιάννης έχει να αντιτάξει ότι δεν ακολούθησε την πεπατημένη. Αντί να πάρει έτοιμη έδρα, προτίμησε να πάρει τα βουνά και να ανελιχθεί από τον Δήμο Καρπενησίου στη, δύσβατη για τη Δεξιά, Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδος.

Η Αθήνα δεν είναι Λαμία. Κι ωστόσο, στην αρχή της κούρσας, ο Μπακογιάννης φαίνεται σαν ορειβάτης στον κάμπο: Εχει να ανταγωνιστεί κυρίως το είδωλό του στο κάτοπτρο του αντισυστημισμού.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ