Στενά σοκάκια, παλιά σπίτια, μικρά μπαλκόνια με απλωμένα ρούχα, σκούτερ που τρέχουν στις στροφές ανάμεσα σε παιδιά που κυνηγούν μια μπάλα – μια εικόνα που έπλασαν για τη Νάπολη οι σκηνοθέτες του παλιού ιταλικού σινεμά, μια εικόνα όμως πραγματική και ολοζώντανη, χαρακτηριστική της καθημερινής ζωής της πόλης. Εκεί, στη συνοικία Σανιτά, έδωσαν ραντεβού οι άνθρωποι του ΗΒΟ και του RAI με όλους όσοι επιθυμούσαν να περάσουν από οντισιόν για να παίξουν στη σειρά-μεταφορά της τετραλογίας της Έλενα Φερράντε στη μικρή οθόνη. Εμφανίστηκαν 8.000 παιδιά. Η Φερράντε έχει φανατικούς αναγνώστες σε όλο τον κόσμο, αλλά η Νάπολη είναι η πόλη της. Η Νάπολη είναι η ηρωίδα της. 

Αυτό που έψαχνε ο Σαβέριο Κοστάντσο, ο νεαρός σκηνοθέτης που ανέλαβε το εξαιρετικά απαιτητικό έργο, ήταν κυρίως δύο πρόσωπα. Δύο πρόσωπα κοριτσιών που στο εξής θα μεταμορφώνονταν στη Λίλα και στην  Έλενα, τις δύο πρωταγωνίστριες των βιβλίων της Φερράντε, πάνω στη φιλία των οποίων η Ιταλίδα συγγραφέας βάσισε την «τετραλογία της Νάπολης», ακολουθώντας τες από τα παιδικά τους χρόνια μετά τον πόλεμο μέχρι και την έβδομη δεκαετία της ζωής τους. «Τη στιγμή που η Λίλα κι εγώ αποφασίσαμε να ανέβουμε τη σκοτεινή σκάλα που οδηγούσε, σκαλοπάτι το σκαλοπάτι, πλατύσκαλο το πλατύσκαλο, στην πόρτα του διαμερίσματος του δον Ακίλλε, την ίδια στιγμή ξεκίνησε και η φιλία μας» – αυτή είναι η πρώτη πρόταση του πρώτου κεφαλαίου του πρώτου τόμου της τετραλογίας. 

 


Η Γκάια Γκιράτσε και η Μαργκερίτα Ματσούκο, οι δύο κοπέλες που αναλαμβάνουν τους ρόλους της Λίλας και της  Έλενας στην εφηβεία.

 

«Δεν είχα διαβάσει τα βιβλία όταν πήγα στην οντισιόν, αλλά τα είχε διαβάσει η μητέρα μου», λέει στο «Κ» η Ελίσα ντελ Τζένιο, 11 χρονών, η οποία επιλέχθηκε τελικά για τον ρόλο της Έλενας – η Έλενα είναι η αφηγήτρια της ιστορίας και υπό μία έννοια το alter ego της Φερράντε. «Το πώς με επέλεξαν ήταν κάπως παράξενο. Ο αδερφός μου ήταν στην προεπιλογή για τον ρόλο του Έντσο [σ.σ. βασικό πρόσωπο της ιστορίας] και έπρεπε να ξαναπάει. Η μητέρα μου δεν μπορούσε να με αφήσει μόνη μου στο σπίτι και με πήρε μαζί της. Έτσι έγινε και πέρασα τελικά κι εγώ από οντισιόν, και την επόμενη μέρα ήμουν ήδη στη Ρώμη με τον Σαβέριο». Όσο για το άλλο της μισό, τη Λίλα, η παραγωγή επέλεξε τη 12χρονη Λουντοβίκα Νάστι. Τη ρωτήσαμε αν είχε άγχος κατά τη διάρκεια του κάστινγκ. «Ήμουν πολύ ήρεμη», μας λέει, «επειδή δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο σημαντικό ήταν αυτό που συνέβαινε».

Πόσο σημαντικό ήταν; Πολύ. Μέσα από την αφήγηση της παράλληλης ενηλικίωσης των δύο κοριτσιών, αυτής της πολύπλοκης και απαραίτητης σχέσης, η Φερράντε αναπλάθει αργά και μεθοδικά την ιστορία μιας πόλης, καταγράφει τη φυσιογνωμία του ιταλικού Νότου και υφαίνει έναν ιστό συνηθειών και αντιλήψεων που διαμόρφωσαν τη μεταπολεμική ταυτότητα της χώρας. Η σημασία της τετραλογίας είναι τεράστια για τα ιταλικά γράμματα, αλλά και την παγκόσμια λογοτεχνία του 21ου αιώνα, ένα ποιοτικό μαζικό ανάγνωσμα, με περισσότερα από 10 εκατ. αντίτυπα να έχουν πουληθεί σε 40 χώρες σε όλο τον κόσμο. Στην Ελλάδα τα βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πατάκη – το πρώτο μέρος, «Η υπέροχη φίλη μου», έχει ξεπεράσει τα 50.000 αντίτυπα στη χώρα μας (ένα εκδοτικό φαινόμενο) και συνολικά η τετραλογία έχει ξεπεράσει κατά πολύ τις 100.000.  

Κορίτσια στο σχολείο 

Για την Ελίσα και τη Λουντοβίκα, αυτή η απρόσμενη περιπέτεια της ηθοποιίας, για την ώρα τουλάχιστον, τελείωσε. Ο πρώτος κύκλος (που αντιστοιχεί στο πρώτο βιβλίο) θα προβληθεί σε λίγες μέρες και ήδη οι ηρωίδες έχουν μεγαλώσει αρκετά, ώστε τη θέση των κοριτσιών να έχουν πάρει δύο μεγαλύτερες κοπέλες. «Τα γυρίσματα ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία», λέει η Ελίσα. «Δεν θα ξεχάσω ποτέ το παρατεταμένο χειροκρότημα όταν το γύρισμα τελείωσε ή όταν έπρεπε να κλάψω και τα κατάφερα μόνη μου, και ο Σαβέριο εμφανίστηκε φωνάζοντας: “Ιδιοφυΐα! Είσαι μια ιδιοφυΐα!”». Η Λουντοβίκα σχολιάζει ότι δεν ήταν το όνειρό της να γίνει ηθοποιός, αλλά «έπειτα από αυτή την εμπειρία ανακάλυψα ότι αυτή η δουλειά με γοητεύει πολύ». 

Τώρα έχουν επιστρέψει στο σχολείο. Στην ηλικία τους, οι ηρωίδες που υποδύονται, μεγαλώνοντας μεταπολεμικά στις φτωχογειτονιές της Νάπολης, έπρεπε να δώσουν μάχη με την οικογένειά τους για να συνεχίσουν το σχολείο. Οι γονείς της  Έλενας την άφησαν, τελικά, να πάει στο γυμνάσιο, με τον όρο ότι, αν δεν ήταν άριστη, θα το σταματούσε αμέσως. Όσο για την οικογένεια της Λίλας, υπάρχει ένας διάλογος πολύ ενδεικτικός ανάμεσα στον πατέρα της και τον αδερφό της, ο οποίος κάποια στιγμή προθυμοποιείται να βοηθήσει οικονομικά την αδερφή του για να πάει σχολείο. «Να πάει σχολείο;» αναρωτιέται ο πατέρας. «Γιατί, εγώ πήγα; Μήπως πήγες εσύ; Γιατί να πάει σχολείο η αδερφή σου, που είναι και κορίτσι;»

«Η γιαγιά μου λέει ότι εκείνα τα χρόνια στη Νάπολη, μετά τον πόλεμο, ζούσαν πολύ φτωχικά. Το να πηγαίνεις σχολείο θεωρούνταν πολυτέλεια που δεν ήταν κάτι που μπορούσαν να αντέξουν όλες οι οικογένειες. Σήμερα είμαστε πιο τυχεροί», λέει η Ελίσα, ενώ η Λουντοβίκα προσθέτει ότι θεωρεί το σχολείο κάτι θεμελιώδες. «Αν έπρεπε να το αφήσω σε τόσο μικρή ηλικία, θα ένιωθα σαν να στερούμαι ένα δικαίωμα για το οποίο πάλεψαν οι προηγούμενες γενιές».

 


Ο Κοστάντσο (στη μέση) και οι συνεργάτες του στην περσινή οντισιόν στη Νάπολη, από όπου πέρασαν περίπου 8.000 παιδιά.

 

Ναπολιτάνικη προφορά

Βασική επιδίωξη της παραγωγής ήταν να παρουσιαστεί μια σειρά που να αποπνέει την αύρα του ιταλικού Νότου και να σημαίνει για την περιοχή της Νάπολης ό,τι σημαίνουν και τα βιβλία της Φερράντε. Γι’ αυτόν τον λόγο οι ηθοποιοί είναι αποκλειστικά Ιταλοί, ως επί το πλείστον από τον Νότο, και ικανοί να εκφέρουν τη ναπολιτάνικη προφορά. Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν σε κατασκευασμένο σετ, ώστε να θυμίζει την πόλη στη δεκαετία του ’50. «Ένιωθα πολύ άνετα με τα σκηνικά και την ατμόσφαιρα», λέει η Λουντοβίκα. «Μοιάζουν πολύ με το μέρος που ζω τώρα, στο Ποτσουόλι, έξω από τη Νάπολη». Η Ελίσα μένει στην περιοχή Ποσιλίπο, στη βορινή ακτή του κόλπου της πόλης. «Αυτό που μου φάνηκε οικείο στη σειρά είναι οι ανθρώπινες σχέσεις. Με τους καταστηματάρχες, με τους γείτονες, τους ανθρώπους στον δρόμο που σε γνωρίζουν και σε χαιρετούν. Όσο για το τοπίο που είδα στα γυρίσματα, μου θύμισε περισσότερο ένα χωριό που πηγαίνω καμιά φορά, το Ντελιτσέτο στην Απουλία, όπου ζουν άνθρωποι κοντινοί μας, που έχουν μεγαλώσει με τους γονείς μου, τους παππούδες ή ακόμα και τους προπαππούδες μου».

Η σειρά αναμένεται να συνεχιστεί με τρεις ακόμα κύκλους, κατ’ αντιστοιχία πάντα με τα βιβλία και υπό τη διακριτική επίβλεψη του σεναρίου από την ίδια τη Φερράντε ή, έστω, από τον άνθρωπο που κρύβεται πίσω από αυτό το ψευδώνυμο. Η αληθινή ταυτότητα της συγγραφέως αποτελεί το πιο μεγάλο λογοτεχνικό μυστικό της εποχής μας, για τη λύση του οποίου έχουν σπαταληθεί αρκετοί τόνοι μελάνης, λες και έχει καμία σημασία ή λες και δεν μπορεί να είναι σεβαστή η επιθυμία ενός προσώπου να διατηρήσει την ανωνυμία του. Σε κάθε περίπτωση, η Φερράντε μπορεί να είναι αόρατη, αλλά δεν είναι εξαφανισμένη. Ενίοτε δίνει συνεντεύξεις, εδώ και ένα διάστημα αρθρογραφεί για τον Guardian και τον τελευταίο καιρό αντάλλασσε τακτικά μέιλ με τον Σαβέριο Κοστάντσο. «Ήταν σαν να μιλάω με ένα φάντασμα», είπε ο Ιταλός σκηνοθέτης στο New York Times Magazine και παραδέχτηκε ότι η μυστηριώδης συγγραφέας διόρθωσε ορισμένους διαλόγους που της φάνηκαν «γελοίοι», ενώ επέμεινε να μη διανοηθεί να κόψει τη σκηνή του γαμήλιου γεύματος με το οποίο κλείνει το πρώτο βιβλίο, όπως ετοιμαζόταν να κάνει ο Κοστάντσο για λόγους κόστους. Όσοι έχουν διαβάσει το βιβλίο θα απορούν: είναι δυνατόν να λείπει η σκηνή του γαμήλιου γεύματος; ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ