ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ο κίνδυνος αλληλεπίδρασης αγορών - οικονομίας

JAMIE MCGEEVER / REUTERS

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΛΥΣΗ

Το χρηματιστήριο δεν είναι η οικονομία και η οικονομία δεν είναι το χρηματιστήριο. Κάποιες φορές, όμως, συμπορεύονται και αλληλοεπηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό. Σήμερα, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να εμπλακούν σε έναν φαύλο κύκλο και να παρασυρθούν σε μεγαλύτερες απώλειες.

Ηδη η αμερικανική οικονομία και οι χρηματιστηριακές αγορές διανύουν τη μεγαλύτερη περίοδο ευδαιμονίας και έτσι στενεύουν τα περιθώρια ακόμη ισχυρότερων επιδόσεων. Οπότε οικονομία και χρηματιστήρια είναι ευάλωτα σε μια αναστροφή του κλίματος. Επειδή αλληλοεπηρεάζονται, είναι πολύ πιθανό να προκληθούν αλυσιδωτές αντιδράσεις από μια αρνητική εξέλιξη σε ένα από τα δύο μέτωπα.

Η πτώση των χρηματιστηριακών δεικτών πλήττει την καταναλωτική εμπιστοσύνη, τις προσωπικές δαπάνες και τις επιχειρηματικές επενδύσεις. Μια τέτοια κατάσταση οδηγεί σε αυστηρότερους όρους χρηματοδότησης, όχι μόνον στην εγχώρια οικονομία αλλά και στο εξωτερικό. Με την ανάπτυξη της οικονομίας να φθάνει στο ζενίθ της και την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) να μην προτίθεται να αναβάλει την αύξηση των επιτοκίων αυξάνονται οι κίνδυνοι να ακολουθήσει η οικονομία την κατιούσα.

Οι μετοχές στις ΗΠΑ έχουν υποχωρήσει, κατά μέσον όρο, 30% σε 28 περιστάσεις, εκ των οποίων μόνον οι 15 συνοδεύονταν από ύφεση στην οικονομία, σύμφωνα με τον Ντάρο Πέρκινς της TS Lοmbard. Σε ορισμένες περιστάσεις, όπως το 1987, η απότομη πτώση των αγορών δεν ήταν πρόλογος ύφεσης. Σε άλλες περιπτώσεις, ακολουθούσε ύφεση, όπως συνέβη το 2008.

Οι απώλειες που σημειώθηκαν στις αγορές τον περασμένο μήνα ήταν οι μεγαλύτερες που έχουν σημειωθεί την τελευταία επταετία. Μόνον ο δείκτης S&P 500 διολίσθησε 7%. Η πτώση αυτή εξαπλώθηκε σε παγκόσμια κλίμακα, εντείνοντας το αρνητικό κλίμα που επικρατούσε ήδη σε ορισμένες αναδυόμενες αγορές. Οι επενδυτές, όμως, διατήρησαν την ψυχραιμία τους και οι αγορές κατάφεραν να ανακάμψουν την πρώτη εβδομάδα του Νοεμβρίου. Η Wall Street πέρασε από ένα στάδιο διόρθωσης – καταγράφοντας πτώση 10% από τα υψηλότερα επίπεδα που έχουν καταγραφεί τελευταία. Ομως, οι συνθήκες δεν σηματοδοτούν την έναρξη μιας πτωτικής αγοράς.

Η ζημία που προκλήθηκε στην οικονομία είναι περιορισμένη και γι’ αυτό η Fed διατηρεί ψύχραιμη στάση. Θα συνεχίσει με την αύξηση των επιτοκίων τουλάχιστον μέχρι το κόστος δανεισμού να φθάσει το 3% στην ισχυρότερη οικονομία του κόσμου.

Μήπως ένας ακόμη μήνας σαν τον «κόκκινο Οκτώβρη» αναγκάσει τη Fed να αλλάξει πορεία; Ενα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να γίνει πιστευτό, δηλώνει ο Στιβ Μπάροου της Standard Bank. Δεν είναι σίγουρο, όμως, πως η επιβράδυνση της ανάπτυξης θα μειώσει τον πληθωρισμό, ιδιαίτερα εάν λάβει κανείς υπόψη πως η οικονομία βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους απασχόλησης. Ο κ. Μπάροου υποστηρίζει πως η αύξηση των επιτοκίων όταν επιβραδύνεται η ανάπτυξη κρύβει περισσότερους κινδύνους. Σήμερα, προσθέτει, οι συνθήκες είναι καλύτερες, διότι ο πληθωρισμός είναι ακόμη χαμηλός και η ανάπτυξη παραμένει ισχυρή.

Από την άλλη πλευρά, ο αμερικανικός χρηματοπιστωτικός κλάδος κατέχει ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό της οικονομίας συγκριτικά με κάθε άλλη χώρα του ανεπτυγμένου κόσμου. Αντιστοιχεί σχεδόν στο 10% του ΑΕΠ των ΗΠΑ, ένα σχεδόν διπλάσιο ποσοστό από την Ευρωζώνη, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ. Επειδή η σύγκλιση του ευρύτερου χρηματοπιστωτικού τομέα με την παγκόσμια οικονομία είναι μεγαλύτερη παρά ποτέ, μια πτώση στη Wall Street μπορεί να επηρεάσει δραματικά τις διεθνείς αγορές.

Ο ΟΟΣΑ υπολογίζει πως το ΑΕΠ στις ΗΠΑ, στη Βρετανία και στον Καναδά θα συρρικνωθεί σχεδόν κατά 0,5% εάν οι αμερικανικές μετοχές υποχωρήσουν κατά 10%. «Σήμερα, μια πτώση των μετοχών στις ΗΠΑ μπορεί να προκαλέσει μεγαλύτερες επιπτώσεις στον υπόλοιπο κόσμο», σχολιάζει ο ΟΟΣΑ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ