ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αποψη: Τα δικαστήρια δεν είναι Εθνικό Νομισματοκοπείο

ΘΑΝΟΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οταν  το 1963 ο Γ. Παπανδρέου ανέλαβε την πρωθυπουργία, προέβη σε μία σειρά παροχών, μεταξύ των οποίων και ο διπλασιασμός των αποδοχών των δικαστών. Λίγους μήνες μετά, οι βουλευτές επωφελήθηκαν από την αύξηση αυτή και ψήφισαν διάταξη με την οποία η βουλευτική αποζημίωση εξομοιώθηκε με τον μισθό «ανώτατου δικαστικού».

Το 1975, η Αναθεωρητική Βουλή υιοθέτησε το Ζ΄ Ψήφισμα στο οποίο περιλαμβανόταν και η ρύθμιση του 1964. Ετσι, διαμορφώθηκε μια συνταγματικής δεσμευτικότητας ρύθμιση ότι οι βουλευτές λαμβάνουν αποζημίωση ίση με του προέδρου του Αρείου Πάγου. Στη δεκαετία του 1980, τα ελληνικά δικαστήρια ερμήνευσαν τη διάταξη αυτή από την άλλη πλευρά και αποφάνθηκαν ότι οι αποδοχές του προέδρου του Αρείου Πάγου ταυτίζονται με αυτές των βουλευτών. Εκτοτε, κάθε φορά που οι βουλευτές ψήφιζαν κάποια αύξηση ή ειδική μισθολογική/φορολογική διάταξη, οι δικαστές διεκδικούσαν με προσφυγές στα δικαστήρια την επέκτασή της σε εκείνους. Και συνηθέστατα το επετύγχαναν.

Επιπλέον, κάθε φορά που ορίζονταν υψηλές αποδοχές σε υψηλόβαθμους επικεφαλής ΔΕΚΟ, φορέων του Δημοσίου κ.λπ. εγείρονταν δικαστικές διεκδικήσεις εξομοίωσης των αποδοχών τους με τις αποδοχές αυτών των αξιωματούχων. Και συνηθέστατα, και αυτές οι δικαστικές διεκδικήσεις ευδοκιμούσαν.

Αποκορύφωμα αποτέλεσε η απόφαση του λεγόμενου Μισθοδικείου το 2006 που επικαλούμενη τις αποδοχές του προέδρου της ΕΕΤΤ, επέφερε αυξήσεις σε χιλιάδες δικαστικούς, κοστίζοντας εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ και παραγνωρίζοντας τη διαφορετικότητα των δύο περιπτώσεων: η θητεία του προέδρου της ΕΕΤΤ είναι ολιγόχρονη, ενώ οι δικαστικοί έχουν, και ορθά, εξασφαλισμένη σταδιοδρομία από την είσοδό τους στο δικαστικό σώμα μέχρι το συνταγματικά καθοριζόμενο όριο συνταξιοδότησης.

Στα χρόνια της κρίσης, όμως, οι δημοσιονομικές παρεμβάσεις των δικαστηρίων επεκτάθηκαν. Διαισθανόμενα ότι δεν θα μπορούσαν να δείξουν ευαισθησία μόνο για τις περικοπές στις αποδοχές των ίδιων των δικαστών, άρχισαν να ανατρέπουν τη μισθολογική πολιτική των εκάστοτε κυβερνήσεων σχετικά με τους λειτουργούς των ειδικών λεγόμενων μισθολογίων. Κάπου εκεί άρχισαν και οι αποφάσεις για τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, ενώ κρίθηκαν σε πολλές περιπτώσεις αντισυνταγματικές και οι μειώσεις συντάξεων. Ολες αυτές οι εξελίξεις επικροτούνταν στα τηλεπαράθυρα από τους συνήθεις λαϊκιστές συνταγματολόγους και τους συνταγματολογούντες λαϊκιστές, αρκετοί από τους οποίους στη συνέχεια ανέλαβαν σημαντικά αξιώματα.

Ο καθένας μπορεί να κρίνει αρνητικά τη μία ή την άλλη μισθολογική ή ασφαλιστική πολιτική. Προσωπικά θεωρώ εξοντωτικό τον συνδυασμό των ασφαλιστικών εισφορών του νόμου Κατρούγκαλου με την αυξανόμενη φορολογία. Η πολιτική, όμως, κάθε κυβέρνησης κρίνεται από το εκλογικό σώμα στις εθνικές εκλογές. Αλλά και ανάμεσα στις εκλογές μπορεί να επηρεαστεί από τη Βουλή, τις κινητοποιήσεις και τις απεργίες. Το Σύνταγμα έχει προβλέψει αυτά τα μέσα επίδρασης στις κυβερνητικές αποφάσεις. Την τελική, όμως, απόφαση την αναθέτει στην εκάστοτε εκλεγμένη κυβέρνηση, που γνωρίζει όλα τα δεδομένα, τη σχέση δαπανών και εσόδων, τη δυνατότητα δανεισμού και την εξέλιξη των μεγεθών του ασφαλιστικού συστήματος στο μέλλον. Και οι αποφάσεις της ισχύουν έναντι όλων.

Εκείνο που δεν προβλέπεται σε ένα κοινοβουλευτικό σύστημα είναι η ανάθεση της μισθολογικής και ασφαλιστικής πολιτικής στα δικαστήρια. Οι δικαστές γνωρίζουν μόνο τα δεδομένα μιας υπόθεσης και επ’ αυτής κρίνουν. Το εάν μια περικοπή μισθού ή σύνταξης ξεπερνάει τα όρια που μπορεί να δεχθεί η κοινωνική ευαισθησία των δικαστών, μικρή συνταγματική αξία έχει. Αποφάσεις που ανατρέπουν μια συνολική μισθολογική ή συνταξιοδοτική πολιτική έχουν ένα κόστος που από κάπου θα πρέπει να καλυφθεί: είτε από δανεισμό είτε από επιπλέον φορολογία.

Τα δύσκολα διλήμματα που θέτει η χάραξη πολιτικής στον χώρο των μισθών του Δημοσίου και των συντάξεων είναι τόσο περίπλοκα ώστε φενακιζόμαστε εάν πιστεύουμε ότι μπορούν να λυθούν με δικαστικές αποφάσεις και με επίκληση διατάξεων του Συντάγματος. Οι διατάξεις αυτές είναι χρήσιμες ως πολιτικές διακηρύξεις. Αλλά δεν μπορούν να αποτελούν νομικό εφαλτήριο για δικαστικό ακτιβισμό σε θέματα από τα οποία κρίνονται η οικονομική βιωσιμότητα της χώρας αλλά και η ευημερία άλλων κοινωνικών ομάδων, που δεν εμπλέκονται σε μια δίκη, και που συνήθως είναι αυτές που πληρώνουν τελικά τον λογαριασμό.

Τα δικαστήρια δεν είναι Εθνικό Νομισματοκοπείο και οι συνταγματικές διατάξεις δεν παράγουν εθνικό πλούτο. Ο πλούτος παράγεται από τη συλλογική παραγωγική διαδικασία και το ευνοϊκό γι’ αυτήν περιβάλλον που πρέπει να δημιουργεί η πολιτεία. Οσο γρηγορότερα γίνει αντιληπτή αυτή η αλήθεια τόσο το καλύτερο. Μέχρι τότε, θα κατανέμουμε την οικονομική μας μιζέρια. Προς βλάβην της χώρας αλλά και του κύρους των δικαστηρίων, που κατά τα άλλα έχουν δείξει απτά δείγματα της ευθυκρισίας τους και της υπευθυνότητας με την οποία αποφαίνονται σε δύσκολες υποθέσεις.

* Ο κ. Θάνος Παπαϊωάννου είναι δρ Εργατικού Δικαίου και διετέλεσε γενικός γραμματέας της Βουλής (2009-2015).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ