ΚΟΣΜΟΣ

Το «μπλε κύμα» δεν έφτασε στην κάλπη

ΞΕΝΙΑ ΚΟΥΝΑΛΑΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αν οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, την περασμένη Τρίτη, θεωρήθηκαν ένα δημοψήφισμα για τη μέχρι τώρα θητεία του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, τα δύο επόμενα χρόνια, έως τις επόμενες προεδρικές εκλογές, τον Νοέμβριο του 2020, αναμένεται να είναι μια παρατεταμένη προεκλογική θητεία για την επανεκλογή του. Ηδη ο Τραμπ έχει συγκεντρώσει πάνω από 100 εκατ. δολάρια και η πρώτη του μετεκλογική ενέργεια ήταν να απομακρύνει τον υπουργό Δικαιοσύνης Τζεφ Σέσιονς και να επιτεθεί με νέα δριμύτητα στον Τύπο, στερώντας μάλιστα τη διαπίστευση από τον δημοσιογράφο του CNN, Τζιμ Ακόστα, στον Λευκό Οίκο.

Στόχος του είναι να διασφαλίσει την απαξίωση της έρευνας του ειδικού εισαγγελέα Ρόμπερτ Μιούλερ για τη ρωσική ανάμειξη στις εκλογές του 2016 και τη δαιμονοποίηση των αντιπολιτευτικών ΜΜΕ, με τη διασπορά θεωριών συνωμοσίας και ψεύτικων ειδήσεων.

Στον Γουίτακερ ο θώκος

Δεν είναι τυχαίο ότι ανέθεσε προσωρινά τον θώκο του Σέσιονς στον προσωπάρχη του, Ματ Γουίτακερ, ο οποίος έχει ταχθεί ανοιχτά κατά του έργου του Μιούλερ.

Ο διχαστικός λόγος του Τραμπ συσπείρωσε μεν τους Δημοκρατικούς και εκτόξευσε σε πρωτοφανή ύψη τη συμμετοχή στην αναμέτρηση (114 εκατομμύρια ψήφισαν, 31 εκατομμύρια παραπάνω από το 2014), ταυτόχρονα όμως ενίσχυσε πολλούς υπερσυντηρητικούς υποψηφίους από το κόμμα του, που απέδειξαν πίστη και αφοσίωση στο πρόσωπό του. Η μετριοπάθεια στους κόλπους των Ρεπουμπλικανών πλέον σπάνια ανταμείβεται.

Οπως είπε και ο ίδιος στην επεισοδιακή συνέντευξη Τύπου της περασμένης Τετάρτης στον Λευκό Οίκο, το βασικό συμπέρασμα από τις ενδιάμεσες εκλογές είναι ότι «αρέσω στον κόσμο». Οντως η παρουσία του Τραμπ στην προεκλογική εκστρατεία έπαιξε καθοριστικό ρόλο για τη διατήρηση του ελέγχου της Γερουσίας από τους Ρεπουμπλικανούς, με αποτέλεσμα τον πλήρη ιδεολογικό διεμβολισμό του Grand Old Party από τον Αμερικανό πρόεδρο και το ιδιόρρυθμο προσωπικό του ύφος άσκησης πολιτικής.

Με την αντιμεταναστευτική ρητορική του, τις επιθέσεις του κατά γυναικών, μουσουλμάνων και Τύπου, ο Τραμπ φαίνεται –ελέω εκλογικού συστήματος και χάραξης των περιφερειών– να συγκροτεί ένα ομοιογενές, φοβικό ακροατήριο με χαμηλό επίπεδο μόρφωσης, κυρίως στις αγροτικές περιοχές.

Aπό την πλευρά τους οι Δημοκρατικοί κέρδισαν μεν τη Βουλή και άρα τη δυνατότητα να παραπέμψουν τον Αμερικανό πρόεδρο, αλλά οι προσδοκίες για «μπλε κύμα» δεν επιβεβαιώθηκαν. Κυριάρχησαν στα αστικά κέντρα, στις γυναίκες και στις μειονότητες, δεν κατάφεραν όμως να απειλήσουν τους Ρεπουμπλικανούς στη Γερουσία, οι οποίοι μάλιστα αυξάνουν την πλειοψηφία τους στο σώμα. Η αποστολή τους στη Βουλή τώρα είναι σύνθετη: από τη μία πρέπει να επικεντρωθούν στην αποδόμηση του Τραμπ μέσα από την αμφισβήτηση των επιχειρήσεών του και του φορολογικού πατριωτισμού του και από την άλλη να παραγάγουν νομοθετικό έργο, ώστε να μην κατηγορηθούν για παραλυτική πολιτική. Η ανάδειξη της υγείας σε κεντρικό ζήτημα τούς βοήθησε εκλογικά, αφού εξακολουθεί να αποτελεί βασικό μέλημα των Αμερικανών ψηφοφόρων, σε αντίθεση με την οικονομία, π.χ., που έχει υποχωρήσει στις προτεραιότητές τους. Eτσι οι βουλευτές θα κληθούν τώρα να υλοποιήσουν τις υποσχέσεις τους στο εκλογικό σώμα, αφού μια αργόσυρτη και αδιέξοδη μετωπική σύγκρουση με τον Αμερικανό πρόεδρο θα μπορούσε τελικά να αποβεί εις βάρος τους.

Αναζητώντας αστέρι

Ενα ακόμη πρόβλημα για τους Δημοκρατικούς είναι ότι δεν έχει αναδειχθεί κάποιο νέο αστέρι πέραν των «σεσημασμένων» δυνάμει αντιπάλων του Τραμπ: του τέως αντιπροέδρου Τζο Μπάιντεν, ο οποίος δεν έβαλε υποψηφιότητα το 2016 λόγω του θανάτου του γιου του αλλά θα είναι 77 ετών το 2020, της γερουσιαστού της Μασαχουσέτης Ελιζαμπεθ Ουόρεν, την οποία ο Τραμπ αποκαλεί κοροϊδευτικά«Ποκαχόντας» εξαιτίας του ισχυρισμού της ότι είναι απόγονος αυτόχθονων Αμερικανών, και του γερουσιαστή του Βερμόντ Μπέρνι Σάντερς, ο οποίος δημιούργησε αίσθηση ως εσωκομματικός αντίπαλος της Χίλαρι Κλίντον για τις εκλογές του 2016, αλλά θα είναι συνομήλικος του Μπάιντεν το 2020. 

Οι μεγάλες ελπίδες του κόμματος, ο Μπέτο Ο’ Ρουρκ, υποψήφιος γερουσιαστής στο Τέξας, και ο Αντριου Γκίλαμ, υποψήφιος κυβερνήτης της Φλόριντα, απέτυχαν να εκλεγούν την Τρίτη, ενώ η Στέισι Αμπραμς, υποψήφια κυβερνήτης στην Τζόρτζια, διεκδικεί επανακαταμέτρηση προτού αποδεχθεί την ήττα της.

Οι δαπάνες και οι χρηματοδότες

Στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας για τις ενδιάμεσες εκλογές, οι Δημοκρατικοί δαπάνησαν 2,5 δισ. δολάρια έναντι 2,2 δισ. που ξόδεψαν οι Ρεπουμπλικανοί. Οι Δημοκρατικοί κατάφεραν να συγκεντρώσουν μεγάλα ποσά χρηματοδότησης με τη βοήθεια μικρών δωρητών, που συνέβαλαν στην εκλογή υποψηφίων από το Κεντάκι μέχρι την Καλιφόρνια και το Τέξας. Ειδικά η ηλεκτρονική πλατφόρμα ActBlue επέτρεψε στο κόμμα να συγκεντρώσει 1,6 δισ. δολάρια από τα συνολικά 2,5 δισ. δολάρια. Το κόμμα θεωρεί ότι μπορεί να συνεχίσει έως το 2020 να στηρίζεται στον οβολό των μικρών και όχι στις μεγάλες επιτροπές της Ουάσιγκτον και τα super PACs, τις υπερεπιτροπές που έχουν τη δυνατότητα να εισπράττουν απεριόριστα ποσά, με αποτέλεσμα και οι Ρεπουμπλικανοί να μελετούν αυτό το μοντέλο χρηματοδότησης. Ειδικά στον αγώνα για τον έλεγχο της Γερουσίας, οι Δημοκρατικοί υποψήφιοι κόμισαν το 27% της συνολικής χρηματοδότησης από μικρούς δωρητές, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τους Ρεπουμπλικανούς ήταν υποδιπλάσιο: 13%. Στη Βουλή τα ποσοστά αυτά ήταν 16% έναντι 8%. Οπως επισημαίνει το Politico, η ψηφιακή χρηματοδότηση εμφανίστηκε μεν στο προσκήνιο της εκστρατείας των Δημοκρατικών για τη Βουλή και τη Γερουσία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρξαν και μεγάλοι χρηματοδότες, όπως ο μεγιστάνας Μάικλ Μπλούμπεργκ, ο οποίος έδωσε 100 εκατ. δολάρια για να ενισχύσει τη μάχη του κόμματος για τον έλεγχο της Γερουσίας. Αλλωστε ο πρώην δήμαρχος της Νέας Υόρκης είναι πιθανό να είναι και ο ίδιος υποψήφιος πρόεδρος σε δύο χρόνια.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ