ΚΟΣΜΟΣ

Μία χώρα, δύο αντίπαλοι κόσμοι

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Αυτή τη φορά, οι δημοσκοπήσεις εν πολλοίς επιβεβαιώθηκαν – και μαζί τους, ο βαθύς διχασμός που μαστίζει την αμερικανική κοινωνία στην εποχή του Ντόναλντ Τραμπ. Οι Δημοκρατικοί ανέκτησαν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων, για πρώτη φορά από το 2010. Οι Ρεπουμπλικανοί διατήρησαν τον έλεγχο της Γερουσίας, αυξάνοντας μάλιστα την πλειοψηφία τους κατά δύο έδρες. Σε πολιτειακό επίπεδο, επτά πολιτείες επέλεξαν να αντικαταστήσουν τους Ρεπουμπλικανούς κυβερνήτες τους με Δημοκρατικούς. Μεταξύ αυτών ήταν κρίσιμες για τις προεδρικές εκλογές πολιτείες όπως το Ουισκόνσιν και Μίσιγκαν, αλλά δεν ήταν δύο ακόμα πιο κρίσιμες (Οχάιο, Φλόριντα).

Ο Μπαράκ Ομπάμα, στην ομιλία του στο εθνικό συνέδριο των Δημοκρατικών του 2004 με την οποία έγινε διάσημος, είχε πει ότι «δεν υπάρχουν μπλε [σ.σ. Δημοκρατικές] και κόκκινες [σ.σ. Ρεπουμπλικανικές] πολιτείες, υπάρχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες». Ο χάρτης των αποτελεσμάτων των εκλογών της περασμένης Τρίτης αποτυπώνει γλαφυρά τη διάψευση του ενωτικού αυτού μηνύματος. Ακόμα και εντός των πολιτειών, η διάσταση μεταξύ της εκλογικής συμπεριφοράς των αστικών κέντρων και των προαστίων (συντριπτικά υπέρ των Δημοκρατικών) και των αγροτικών περιοχών (όπου κυριαρχούν οι Ρεπουμπλικανοί) ήταν μεγαλύτερη από ποτέ. Οπως το 2016, οι Δημοκρατικοί είχαν πολύ ισχυρή στήριξη από μειονοτικούς ψηφοφόρους και λευκούς με υψηλό επίπεδο μόρφωσης (ειδικά γυναίκες), ενώ οι Ρεπουμπλικανοί βασίστηκαν ακόμα περισσότερο στους λευκούς, ειδικά στον Νότο και ειδικά σε εκείνους με χαμηλό επίπεδο μόρφωσης.

Οπως σημειώνει σε ανάλυσή του ο προοδευτικός ιστότοπος Vox, έχουν διαμορφωθεί δύο διαφορετικά στρατόπεδα στις ΗΠΑ, με διακύβευμα το ζήτημα της ταυτότητας. Το χάσμα μεταξύ των δύο πλευρών, σημειώνει το Vox, μεγάλωσε επί προεδρίας Ομπάμα, αλλά «η προεκλογική εκστρατεία του Ντόναλντ Τραμπ το 2016, η πιο φυλετικά διχαστική της σύγχρονης Ιστορίας, κλιμάκωσε την κατάσταση, μετατρέποντάς την σε έναν ψυχρό εμφύλιο πόλεμο».

Δύο τεταμένα χρόνια

Σε αυτό το πλαίσιο, το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών ανοίγει την αυλαία σε ένα διετές επεισόδιο «διαιρεμένης διακυβέρνησης» (με την προεδρία και τη Βουλή σε αντίπαλα χέρια) που αναμένεται ιδιαίτερα τεταμένο. Ηδη, με την επιλογή του να εξαναγκάσει σε παραίτηση τον υπουργό Δικαιοσύνης Τζεφ Σέσιονς, ο Τραμπ προκαλεί τους Δημοκρατικούς να ξεκινήσουν έρευνες εναντίον του. Πιθανότατα αυτή θα είναι η βασική δραστηριότητα της νέας Βουλής που θα ορκιστεί τον Ιανουάριο – η παραγωγή κλητεύσεων, όχι νομοσχεδίων. Η Γερουσία, από την πλευρά της, θα ασχοληθεί κυρίως με την επικύρωση του διορισμού συντηρητικών δικαστών στα ομοσπονδιακά δικαστήρια.

Παράλληλα, οι Δημοκρατικοί θα ξεκινήσουν τη μεγάλη αναζήτηση για τον υποψήφιο που θα μπορέσει να νικήσει τον Τραμπ. Γράφοντας προ μηνών στους New York Times, ο Μπράιαν Σάφνερ, καθηγητής στο Tufts και ένας από τους βασικούς συντελεστές του Cοoperative Congressional Election Survey (εκλογικής έρευνας με περισσότερους από 50.000 συμμετέχοντες), τόνιζε ότι το κόμμα πρέπει να διευρύνει τη στρατηγική του πέρα από τον επαναπατρισμό ψηφοφόρων του Ομπάμα που το 2016 ψήφισαν Τραμπ. Ο Σάφνερ αναδεικνύει τη σημασία των 4 εκατομμυρίων – «κυρίως νέων και μη λευκών»– που ψήφισαν τον Ομπάμα το 2012 αλλά το 2016 απείχαν από τις κάλπες (συν άλλων σχεδόν 2 εκατομμυρίων που στράφηκαν πρόπερσι σε τρίτα κόμματα). Η προσέλευση των νέων 18-29 ετών, σύμφωνα με το CIRCLE (Center for Information and Research on Civic Learning and Engagement) του Tufts, αυξήθηκε από 21% το 2014 σε 31% στις φετινές ενδιάμεσες εκλογές (ρεκόρ 25ετίας).

Οποιος κι αν είναι ο Δημοκρατικός υποψήφιος, πάντως, θα δώσει τη μάχη σε συνθήκες ακραίας πόλωσης, απέναντι σε έναν πρόεδρο που δεν διστάζει, στον βωμό της επικράτησης, να απευθυνθεί στα πιο άγρια ένστικτα της λευκής πλειοψηφίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ