Κατερίνα Σώκου ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΩΚΟΥ

«Χαμηλή» πολιτική, «υψηλή» διπλωματία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Εχει γίνει κοινός τόπος να μιλάμε για τη βελτίωση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων. Το στοίχημα είναι αυτή να συνεισφέρει στην ανάπτυξη και στην ασφάλεια της χώρας με απτά αποτελέσματα. Ο στρατηγικός διάλογος που ξεκινάει στην Ουάσιγκτον σε ένα μήνα, υπό τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάικ Πομπέο, επιβεβαιώνει στην πράξη τη βούληση για εμβάθυνση των σχέσεων σε ανώτατο επίπεδο από αμερικανικής πλευράς και αποτελεί σημαντική ευκαιρία για ουσιαστική επέκταση της συνεργασίας σε τομείς όπως η άμυνα, η ενέργεια, το εμπόριο και οι επενδύσεις. Είναι μια ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί λόγω του προεκλογικού κλίματος στην Ελλάδα, αλλά να ξεκινήσει με εθνική συναίνεση και να επιβεβαιωθεί από την επόμενη κυβέρνηση, όποια και αν είναι αυτή.

Μεταξύ της ελληνικής διασποράς είναι έκδηλη η ικανοποίηση για τη βελτίωση των σχέσεων. Οι Ελληνοαμερικανοί δεν αισθάνονται πλέον διχασμένοι μεταξύ της παλαιάς και της νέας πατρίδας τους, καθώς τα συμφέροντα των δύο χωρών ταυτίζονται σε μεγάλο βαθμό. Βοηθάει η τριμερής συνεργασία με το Ισραήλ και την Κύπρο για τη σταθεροποίηση της εύφλεκτης περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου εντός της δυτικής σφαίρας επιρροής και ιδιαίτερα η ανακάλυψη υδρογονανθράκων στην ΑΟΖ της Κύπρου, που θα εκμεταλλευτούν και αμερικανικές εταιρείες.

Υπό την αίρεση της πάντα απρόβλεπτης Τουρκίας, για πρώτη φορά δίδεται η ευκαιρία στους ομογενείς των ΗΠΑ να εστιάσουν σε δημιουργικές πρωτοβουλίες αντί της διαχείρισης κρίσεων – και των αναγκαίων, στο παρελθόν, διαμαρτυριών για επιλογές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής που δεν συμβάδιζαν με τα συμφέροντα της Ελλάδας ή της Κύπρου. Βεβαίως, κάποιες από τις πιο δυναμικές κινητοποιήσεις εναντίον της συμφωνίας των Πρεσπών προέρχονται από ελληνοαμερικανικές οργανώσεις, οι οποίες ακόμη αισθάνονται την ανάγκη να υπερασπίζονται την ελληνικότητα της Μακεδονίας, καθώς ανησυχούν για επεκτατικές βλέψεις των γειτόνων. Σε κάθε περίπτωση, η βελτίωση των σχέσεων δημιουργεί συνθήκες για διεύρυνση του ενδιαφέροντος και σε άλλους τομείς, όπως η ανάληψη επενδυτικών πρωτοβουλιών από δυναμικούς επιχειρηματίες της ομογένειας που ήταν επιφυλακτικοί έναντι της Ελλάδος – συνήθως όχι άδικα, λόγω προσωπικής εμπειρίας. Η επιτυχία της αμερικανικής παρουσίας στη ΔΕΘ θα κριθεί από τις επενδύσεις που θα έρθουν και τη δημιουργία συνεργασιών που θα συμβάλουν στην ανάκαμψη, με έμφαση στις νέες τεχνολογίες.

Η ελληνική διασπορά μπορεί να βοηθήσει περισσότερο σε αυτόν τον τομέα. Επιτυχημένοι επαγγελματίες μπορούν να μεταφέρουν την πολύτιμη αμερικανική τεχνογνωσία στη χώρα – το κάνουν ήδη άλλωστε αρκετοί Αμερικανοί χωρίς να έχουν οικογενειακούς δεσμούς στην Ελλάδα, όπως η πρόεδρος του Συμβουλίου Επιχειρηματικότητας των ΗΠΑ Ντέμπορα Ουίνς-Σμιθ, η οποία συνέβαλε στη δημιουργία του Συμβουλίου Ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας και φέρνει την εμπειρία της στο διοικητικό συμβούλιο του American College of Greece. Το τελευταίο προωθεί το φιλόδοξο σχέδιο Growing Greece – μια πρωτοβουλία για την επέκταση του εκπαιδευτικού ιδρύματος σε κλάδους που θα στηρίξουν την ανάπτυξη και την απασχόληση, με έμφαση σε τομείς όπου η Ελλάδα έχει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, καθώς και με τη δημιουργία ενός ινστιτούτου οικονομικών της ελεύθερης αγοράς. Το σχέδιο χρειάζεται την υποστήριξη και της ομογένειας, ιδού λοιπόν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία. Από τη διαχείριση κρίσεων, οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις δοκιμάζονται πλέον σε ένα πρωτόγνωρο πεδίο: αυτό της αξιοποίησης των ευκαιριών που ανοίγονται. Είναι πράγματι ένα καλό σημείο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ