ΠΟΛΗ

Η αστική πάχνη της οδού Χορμοβίτου

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Η οδός Χορμοβίτου, ανάμεσα στη Μιχαήλ Βόδα και στην Αριστομένους, με θραύσματα παλαιάς μορφής.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

​​Οι μικροί δρόμοι της Αθήνας, πίσω από τη βιτρίνα, έχουν μια απόκοσμη γαλήνη. Συχνά θυμίζουν παράδρομους, ή δρόμους μιας μικρής πόλης, ακόμη και αν βρίσκονται κοντά σε λεωφόρους ή μεγάλες αρτηρίες. Την οδό Χορμοβίτου τη βρήκα κάτω από τη Μιχαήλ Βόδα. Την ακολούθησα χωρίς δεύτερη σκέψη, έτσι καθώς με καλούσε βουβή και τυλιγμένη σε μια αστική πάχνη. Σε αυτά τα δρομάκια, η ομορφιά και η ασχήμια δεν υπάρχουν ως έννοιες αυτόνομες. Είναι αυτό που νιώθεις, περισσότερο από αυτό που βλέπεις.

Προσπερνώντας εισόδους πολυκατοικιών που πριν από 50 και πλέον χρόνια πρόσφεραν «καινουργή διαμερίσματα» σε αυτόν τον μικρό δρόμο, άφηνα πίσω μου ορθομαρμαρώσεις με γκρίζους, γαλάζιους και ροζ μαβί νευρώνες. Ηταν αυτά που θα έβρισκαν ως σπαράγματα αστικού βίου οι αρχαιολόγοι σε μερικούς αιώνες. Μαζί θα έβρισκαν τα θυροτηλέφωνα και ίσως μερικούς σκόρπιους, μεταλλικούς αριθμούς... στον αριθμό 5 ή 15 της μικρής οδού Χορμοβίτου. Αλλά, σε μια αντιστροφή των ρόλων, έπαιρνα εγώ τον ρόλο του μικρού αρχαιολόγου, που περπατώντας ως ένας θηριοδαμαστής ανεξιχνίαστων αισθήσεων, ερευνούσε με ένα φακό μνήμης τα ίχνη των παλαιών Αθηναίων.

Στην οδό Χορμοβίτου υπάρχει ένα ορυχείο αυτών των αστικών λειψάνων, σε μια σειρά, μονώροφων και δίπατων σπιτιών. Στέκουν σαν ξεχασμένα έπειτα από μια βιαστική εκκένωση και αν και κατάκλειστα, μανταλωμένα και ερειπωμένα αισθάνεσαι ότι στο τραπέζι έχει μείνει ένα μισό καρβέλι ψωμί, σαν νεκρή φύση πλέον. Η υγρασία, εκείνη η πηχτή αίσθηση, που μοιάζει να κατοικεί με μία ειδική σύνθεση στα ανήλιαγα υπόγεια των παλιών σπιτιών, σε τυλίγει. Περισσότερο, νιώθεις το άγγιγμά της, σαν παγωμένη ανάσα, όταν περνάς έξω από τα καρφωμένα παραθυρόφυλλα και όταν παρατηρείς τα σκασίματα στον γκρίζο σοβά.

Αυτά τα μικρά σπίτια μοιάζουν με πετρώματα ενός αόριστου αθηναϊκού χρόνου, αλλά η παραμονή στην οδό Χορμοβίτου, όσο το βλέμμα σαρώνει τις επιφάνειες και διεισδύει σε χαραμάδες και θυρίδες παρελθούσας ζωής, αρχίζουν και μελώνουν και γλυκαίνουν και αυτονομούνται σταδιακά αφηγούμενα ένα βουβό και μισοσβησμένο τραγούδι. Βλέπω το μεγάλο δένδρο που φουντώνει μέσα σε μια περίκλειστη αυλή και ο πράσινος θόλος του σχηματίζει έναν θύσανο, πιο ψηλό από τα ίδια τα σπίτια. Μου κάνει εντύπωση η γεωμετρία των μικρών σπιτιών στη σειρά, στο 6 και στο 8 της Χορμοβίτου, καθώς υπάρχει εναλλαγή, αρμονική και σοφή, ανάμεσα στις ισόγειες εισόδους, τις αυλόπορτες και τα υπερώα, σαν νεοκλασική εκδοχή ενός έργου του Ντε Κίρικο.

Υπάρχει κάτι βαθιά χωνεμένο, τόσο που πιστεύει κανείς ότι αν ανοίξει αυτά τα σπίτια θα βρει κτερίσματα και πήλινα παιχνίδια. Εχει παλιώσει τόσο πολύ το ίχνος της Αθήνας; Με απασχολούσε το ερώτημα, καθώς γύρω γύρω στα στενά της Αλκαμένους και της Μιχαήλ Βόδα επικάθηται ένα πέπλο σαν γάζα. Μου θύμισε μια παράσταση του «Γυάλινου Κόσμου» από τον Δημήτρη Μαυρίκιο, και έφερα στο νου όσα είχα δει σε γειτονικούς δρόμους, με ονόματα που εξασκούν σαγήνη, όπως στην οδό Ερυθρών και στην οδό Εξηκίου. Πόσο λάθος που αυτοί οι δρόμοι δεν βρίσκονται σε κανέναν οδηγό της Αθήνας.

Απέναντι από τα μικρά σπιτάκια της Χορμοβίτου, η σειρά των σπιτιών με τη μονή αρίθμηση είχε και αυτή γοητεία. Ενα μικρό σπιτάκι, με πατημένη ώχρα, στον αριθμό 3, είχε τα δύο παράθυρα κλειστά και την αυλόπορτα χτισμένη με τσιμεντόλιθους. Δίπλα του, τέσσερα διώροφα του μεσοπολέμου στη σειρά, έδιναν την κλίμακα της παλιάς γειτονιάς. Ενας ολόκληρος κόσμος σιγασμένος, ήσυχος, περίκλειστος και ξεχασμένος, στη μικρή οδό Χορμοβίτου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη