ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Ημασταν μια ομάδα, οι αρχαιολόγοι και οι ντόπιοι εργάτες. Οι πατεράδες, παππούδες και προπαππούδες σας όμως έφεραν και μια πολύ καλή γνώση του εδάφους και γενικότερα είχαν να διδάξουν πολλά στους Αμερικανούς αρχαιολόγους που ήρθαν κατευθείαν από τα βιβλία τους», ανέφερε η Μίριαμ Κάσκεϊ, κάνοντας μια παύση για να κοιτάξει το κοινό στο Κηποθέατρο του Λαογραφικού Μουσείου Κέας στον Μυλοπόταμο. Διανύοντας τη 10η δεκαετία της ζωής της η Αμερικανίδα αρχαιολόγος, που ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1955 με υποτροφία και δεν την εγκατέλειψε ποτέ, βραβεύθηκε από τον δήμαρχο του νησιού κ. Γιάννη Ευαγγέλου για τη συμβολή της στην ανασκαφή της Αγίας Ειρήνης, βράβευση που δέχθηκε με συγκίνηση.

Η ανασκαφή στην Αγία Ειρήνη ξεκίνησε το 1960 σε μια πολύ σημαντική περίοδο για το νησί. Μόλις το 1957 είχε κλείσει το εργοστάσιο εμαγιέ με το μεγάλο φουγάρο που στέκει ως διατηρητέο ακόμη στην Κορησσία, μετά 30 χρόνια επιτυχούς παραγωγής οικιακών σκευών, αλλά και κράνων, έπειτα από παραγγελίες του ελληνικού στρατού. Πριν από το κλείσιμο του εργοστασίου είχε προηγηθεί και το κλείσιμο της Κόκκας, των αποθηκών κάρβουνου που προμήθευαν τα παλιά ατμόπλοια. Οι Τζιώτες άρχισαν σιγά σιγά τη μετανάστευση για να επιβιώσουν, αφού δεν υπήρχε δουλειά. Ετσι η άφιξη των Αμερικανών αρχαιολόγων στο νησί ήταν μια οικονομική ανάσα. Πέρα από τα χρήματα που άφηναν για τη διαμονή τους, προσλάμβαναν προσωπικό, από μαραγκούς, εργάτες συγκολλητές μέχρι νυχτοφύλακες.


Η Μίριαμ Κάσκεϊ με την τιμητική πλακέτα που της απένειμε ο Δήμος της Κέας σε μια ξεχωριστή βραδιά στο νησί.

Ο μισθός των εργατών

Και κάθε Σάββατο μετά την κοπιαστική δουλειά κάτω από τον καυτό ήλιο μέσα σε έναν φάκελο με το όνομά τους –εξαιρετικά εξευγενισμένη κίνηση για τα τότε δεδομένα– έπαιρναν τον μισθό τους και πολλές φορές και ένα ρεγάλο αν τα ευρήματα τους γέμιζαν όλους χαρά. Και τα παιδιά, τα εγγόνια αυτών των ανθρώπων ήταν παρόντα στο Κηποθέατρο, όπου η κ. Κάσκεϊ, ανάμεσα από τον εγγονό της Αρη και τη δισέγγονή της Αθηνά –που παρά τα επτά της χρόνια κρατούσε με σταθερότητα το μικρόφωνο στην προγιαγιά της– θα διηγόταν όλα όσα θυμόταν από μια Ελλάδα πολύ διαφορετική, από ένα νησί που σε τίποτα δεν θυμίζει τον κοσμοπολιτισμό του σήμερα.

Από το αρχοντικό πατρικό σπίτι στη Φιλαδέλφεια, στο κολέγιο για σπουδές αρχαιολογίας και τη βιαιότητα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. «Ολους μάς άλλαξε ο πόλεμος» και εκείνη συμμετέχει. Παίρνει δίπλωμα πιλότου, διδάσκει στους πιλότους της Πολεμικής Αεροπορίας μετεωρολογία, διπλώνει μεταξωτά αλεξίπτωτα, μετρά βίδες και παξιμάδια σε επισκευαστική βάση αεροπλάνων, κάνει ό,τι μπορεί και ακολουθεί το μότο της μητέρας της που έλεγε: «Μάθε όσο περισσότερα πράγματα μπορείς καλή μου γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι θα φέρει η ζωή». Θυμάται ακόμη το ροδαλό φως από το χάραμα που αντίκρισε για πρώτη φορά τον Πειραιά φτάνοντας μετά ταξίδι 11 ημερών με το υπερωκεάνιο «Ολυμπία» στην Ελλάδα με την κόρη της Ελεν στις 20 Σεπτεμβρίου. Θα εργαστεί στην Αρχαία Αγορά, θα κάνει δημοσίευση για τον Πίθο της Μυκόνου. Την Τζια θα την αγαπήσει, θα χτίσει το σπίτι της εκεί, δεν θα την αφήσει ποτέ. Θα εργαστεί στα σπάνια πήλινα αγάλματα που ήρθαν στο φως στην ανασκαφή της Αγίας Ειρήνης, καθώς «τίποτα παρόμοιο δεν έχει βρεθεί κάπου αλλού».


Με συναδέλφους της σε εκπαιδευτικό ταξίδι.

Περιγράφει χαμογελώντας τότε που στο νησί υπήρχε μόνο ένα τηλέφωνο στο Βουρκάρι, ή που τα μηχανοκίνητα πλοία δεν μπορούσαν να φτάσουν στο Λαύριο λόγω του καιρού κάνοντας τα παλιά καΐκια της οικογένειας Βρονταμίτη πιο αξιόπιστα από τα πλοία της γραμμής. Αυτή η αδυναμία επικοινωνίας με τη Στερεά Ελλάδα θα κάνει τον μαραγκό της ανασκαφής να αναφωνήσει: «Οι Αμερικανοί έχουν πάει στο φεγγάρι και εμείς δεν μπορούμε να πάμε ούτε στο Λαύριο!». Περιγράφει την κράτηση των πρωταιτίων της χούντας (Γ. Παπαδόπουλος, Στ. Παττακός, Ν. Μακαρέζος, Ι. Λαδάς, κ.ά.) στο μοναδικό μεγάλο ξενοδοχείο, με το λιμάνι του Αγίου Νικολάου και τον όρμο του Οτζιά να είναι αποκλεισμένα από πολεμικά πλοία τον Οκτώβριο του 1974. Η τραπεζαρία του ξενοδοχείου που τρώνε οι κρατούμενοι βρίσκεται σε κοινή θέα, κάνοντας του περίοικους να συγκεντρώνονται για να τους δουν από κοντά μέχρι την τοποθέτηση μιας μεγάλης μαύρης κουρτίνας.


Ντόπιοι εργάτες μεταφέρουν με προσοχή αρχαίο Πίθο.

Την ανασκαφή επισκέφθηκαν αρκετοί ξένοι αρχαιολόγοι αλλά και δημοσιογράφοι. Από το National Geographic μέχρι τους απεσταλμένους της «Καθημερινής» Μίλτη Παρασκευαΐδη και Αθηνά Καλογεροπούλου αργότερα, να την καλύπτουν δημοσιογραφικά. Εγραφε ο Παρασκευαΐδης στις 11 Οκτωβρίου του 1960 για τα «ευρήματα του καθηγητού κ. Τζων Κάσκυ». «Κάτω από την ερευνηθείσαν επιφάνειαν απεκαλύφθησαν μεγάλοι τοίχοι οικιών των τελευταίων αιώνων της 2ας χιλιετηρίδας... και θραύσματα αγγείων Μυκηναϊκών που είχαν εισαχθεί εις την Κέαν από την ηπειρωτικήν Ελλάδα». Τον Μάρτιο του 1976 όπου γίνεται η επίσημη λογοδοσία της Αμερικανικής Σχολής παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Τσάτσου η Αθηνά Καλογεροπούλου εξηγεί πώς βρέθηκε ο Τζον Κάσκεϊ στην Κέα, «ψάχνοντας ποιες θα έπρεπε να είναι οι σχέσεις και η επικοινωνία στην τρίτη χιλιετία π.Χ. μεταξύ Αργολίδας και της υπόλοιπης ηπειρωτικής Ελλάδας με τις Κυκλάδες και τη Μικρασία. Μελέτησε γι’ αυτό τους θαλάσσιους δρόμους σε αυτούς τους χώρους, προσπάθησε να συνθέσει την εικόνα της εμπορικής επικοινωνίας στις μακρινές εκείνες εποχές κι έτσι οδηγημένος όχι μόνο από ένστικτο αλλά και παρατήρηση έφτασε το 1960 στο νησί».

Το μουσείο

Αλλά και τη λαχτάρα των κατοίκων να δουν από κοντά τα ευρήματα της ανασκαφής ιδιαίτερα όσοι δούλευαν σε αυτή «που με τόση στοργή έφεραν στην επιφάνεια κι αποκάλυψαν την σημασία τους να είναι τοποθετημένα στις προθήκες του τριώροφου μουσείου που έχει κιόλας ετοιμασθεί από την Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία».

Η αειθαλής Μίριαμ Κάσκεϊ έχει ακόμη πολλά σχέδια, θα ήθελε –με τη σύμφωνη γνώμη της αρχαιολογικής Εφορίας φυσικά– να συμπληρώσει και μια πλακέτα με τα ονόματα των εργατών της ανασκαφής στο μουσείο, τιμώντας τη συμβολή τους με αυτό τον τρόπο, ενώ η ίδια παράλληλα συνεχίζει να μελετά και να γράφει για την Αγία Ειρήνη.


Ταξινόμηση ευρημάτων στον περίβολο της ανασκαφής.

Οσοι συμμετείχαν στην εκδήλωση μίλησαν με συγκίνηση, αναγνωρίζοντας το τεράστιο έργο και τον πολιτισμό που αποκόμισε η ανασκαφή αυτή στο νησί. Από τη Μαρία Χιονάτου, το μέλος του δημοτικού συμβουλίου του Δήμου Κέας Ρένα Βελισσαροπούλου, τον πρώην δήμαρχο Στέφανο Λέπουρα, τη δακρυσμένη Στέλλα Μπουζάκη συντηρήτρια αρχαιοτήτων, που έκανε τα σχέδια προπαντός των αγαλμάτων, μέχρι τη συντονίστρια Εφη Λέπουρα που έκλεισε την εκδήλωση λέγοντας, «τα παιδιά της εποχής μου (σημερινοί πενηντάρηδες) από τα βιβλία έναν αρχαιολόγο ξέρουν, τον Σλήμαν που ανακάλυψε την Τροία. Εμείς τα Τζιωτόπουλα ξέραμε και άλλους δύο μεγάλους αρχαιολόγους, το ζεύγος Κάσκεϊ».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ