ΕΛΛΑΔΑ

Αποψη: Από τη χορηγία του 1945 στην επιδότηση του 2018

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ι. ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ*

Κατά τη συνεδρίαση της 1.9.1913, το εκκλησιαστικό συμβούλιο ναού της ορεινής Αχαΐας αποφασίζει να χορηγήσει στον μοναδικό του εφημέριο μηνιαίο μίσθωμα εκ δραχμών 26,4, το οποίο θα του καταβληθεί είτε τοις μετρητοίς από το ταμείο του ναού είτε σε είδος και συγκεκριμένα 1.128 οκάδες από σίτο ή αραβόσιτο. Με αυτόν τον τρόπο διακανονιζόταν η μισθοδοσία του εφημεριακού κλήρου από την ίδρυση του νεότερου ελληνικού κράτους. Οι κατά καιρούς κυβερνητικές υποσχέσεις για ανάληψη της μισθοδοσίας από την πολιτεία παρέμεναν ανεκπλήρωτες, «ένεκεν ανεχείας» ή μάλλον και πολιτικής ατολμίας…

Με τον Α.Ν. 536/1945, επί Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Αντιβασιλέα Δαμασκηνού, επιτυγχάνεται για πρώτη φορά η μισθοδοσία των εφημερίων από το δημόσιο ταμείο. Σε σχετική εγκύκλιο του τότε υπουργού Θρησκευμάτων Γ. Οικονόμου της 21.9.1945, που απευθύνει προς τις μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος, διευκρινίζεται ότι από 1.10.1945 οι κληρικοί θα μισθοδοτούνται «εκ του Δημοσίου Ταμείου και ουχί εκ των Ι. Ναών κ.λπ.». Προς κάλυψη της μισθοδοτικής δαπάνης ορίζονται «υπέρ του Δημοσίου» οι εξής πόροι: α) εισφορά 25% (το 1968 αυξάνεται σε 35%) στα ακαθάριστα έσοδα των ναών. Εφίσταται, μάλιστα, η προσοχή στην υποχρέωση των τελευταίων να δηλώνουν τα πραγματικά έσοδα «άνευ ουδεμιάς αποκρύψεως». Η εν λόγω εισφορά καταργείται οριστικώς το 2004, επί κυβερνήσεως Κ. Σημίτη, διότι «δεν απέδιδε τα αναμενόμενα»· β) εισφορά των ενοριτών, αναλόγως της εισοδηματικής τους κατάστασης, από την οποία εξαιρούνται όσοι δεν ανήκουν στο ορθόδοξο δόγμα και οι αποδεδειγμένως άποροι (καταργήθηκε το 1962). Τυχόν έλλειμμα καλύπτεται «δι’ ισοπόσου χορηγίας του Δημοσίου».

Συχνά το ζήτημα της μισθοδοσίας συνδέεται, δικαίως, με τη διαρρύθμιση της εκκλησιαστικής περιουσίας και συγκεκριμένα με την απαλλοτρίωσή της, η οποία ξεκίνησε ήδη από το 1833, όταν η βαυαρική Αντιβασιλεία κρατικοποίησε μεγάλο μέρος της μοναστηριακής περιουσίας, γεγονός το οποίο αποτέλεσε «μια καλή ευκαιρία άκοπου πλουτισμού του δημοσίου ταμείου». Eτσι, δεν ξενίζει το γεγονός ότι ο συσχετισμός αυτός αποτυπώνεται και στο πρόσφατο «προσχέδιο συμφωνίας» Αρχιεπισκόπου - πρωθυπουργού, το οποίο περιέχει, μεταξύ άλλων, μία περιττή αναφορά, μία θετική παραδοχή και μία αμφισβητούμενη στόχευση.

1. Συμφωνείται, κατ’ αρχάς, ότι «οι κληρικοί δεν θα νοούνται στο εξής ως δημόσιοι υπάλληλοι». Θεωρώ περιττή την πρόβλεψη. Γίνεται ήδη παγίως δεκτό στη θεωρία και στη νομολογία (ΣτΕ 7908/1983, 3120/2002) ότι οι εφημέριοι αποτελούν μία εντελώς διακριτή κατηγορία δημόσιων λειτουργών, οι οποίοι εξακολουθούν να είναι προεχόντως θρησκευτικοί λειτουργοί.

2. Η πολιτεία αναγνωρίζει ρητώς (expressis verbis) κάτι το οποίο δεν ήταν, άνευ άλλου, αυτονόητο· ότι δηλαδή «ανέλαβε τη μισθοδοσία του κλήρου, ως, με ευρεία έννοια, αντάλλαγμα για την εκκλησιαστική περιουσία που απέκτησε». Είναι αλήθεια ότι η πολιτεία είχε όντως μία ηθική, θεμελιωμένη σε ιστορικά συμφραζόμενα υποχρέωση να καλύπτει τη μισθοδοσία του κλήρου, η οποία, όμως, δεν προέκυπτε, κατά νομική ακριβολογία, και συμβατικά. Aλλωστε, η Σύμβαση 1952, της οποίας η επίκληση συνηθίζεται, ουδέν διαλαμβάνει σχετικώς…

3. Η μισθοδοσία των εν ενεργεία εφημερίων λαμβάνει πλέον τη μορφή ετήσιας κρατικής επιδότησης. Για πρώτη φορά μετά το 1945 θα γίνεται εκτός δημοσίου ταμείου, που ισοδυναμεί με πλεύση σε αχαρτογράφητα ύδατα. Η εξέλιξη αυτή δεν είναι άμοιρη σημασίας. Είναι προφανές ότι «επιδότηση» και «αποζημίωση» δεν ταυτίζονται εννοιολογικώς. Η πρώτη σημαίνει «δίνω κάτι εάν και επειδή το θέλω», ενώ η δεύτερη έχει την έννοια ότι «παρέχω κάτι επειδή πρέπει και υποχρεούμαι». Επομένως, έχω την άποψη ότι, εάν τελικώς η συμφωνία υλοποιηθεί, θα πρέπει να προβλεφθεί, και μάλιστα με διάταξη συνταγματικής περιωπής, μεταξύ των πολλών άλλων αναγκαίων διασαφήσεων, ότι η μισθοδοσία του κλήρου δεν είναι ζήτημα (αφηρημένης) επιδοματικής πολιτικής του κράτους, αλλά (συγκεκριμένης) αποζημιωτικής υποχρέωσης προς την Εκκλησία για την απαλλοτρίωση της εκκλησιαστικής (ιδίως μοναστηριακής) περιουσίας που έχει προηγηθεί. Με αυτό το περιεχόμενο θα πρέπει να οριστεί ως μία παροχή ακατάσχετη και ασφαλώς μη ανακλητή...

Η αυριανή Ι. Σύνοδος της Ιεραρχίας, ως η ανώτατη διοικητική αρχή της Εκκλησίας της Ελλάδος, φέρει το βαρύ φορτίο και συγχρόνως το προνόμιο της συνοδικής ευθύνης. Είμαι σίγουρος ότι θα σταθεί στο ύψος των κρίσιμων περιστάσεων…

* Ο κ. Γεώργιος Ι. Ανδρουτσόπουλος είναι δικηγόρος, επίκουρος καθηγητής του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ