ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Ιδρώτας που δεν στάζει τέχνη

ΜΑΡΩ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ

Στιγμιότυπο από τα εγκαίνια της έκθεσης «Sweat» και ένα από τα εκθέματα, τα ιδρωμένα παπούτσια του μπαλέτου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είναι αλήθεια ότι στα εγκαίνια της έκθεσης «Sweat - Athens», που έγιναν προχθές στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, δεν ήρθε πολύς κόσμος. Ακόμη και η καλλιτέχνις, η νεαρή Αλις Ποτς, δεν είχε εμφανιστεί τουλάχιστον μία ώρα μετά την προγραμματισμένη έναρξη της διοργάνωσης. Αλλά αυτό δεν είναι σημαντικό, μια και στην πραγματικότητα τα συγκεκριμένα εγκαίνια ήθελαν να θυμίζουν πάρτι. Σε μια πλευρά του τεράστιου υπόγειου εκθεσιακού χώρου, το ειδικά διαμορφωμένο δωμάτιο με τους γυάλινους τοίχους μάς επέτρεπε να βλέπουμε κάποιους να χορεύουν με τη μουσική του dj ελπίζοντας ότι θα ιδρώσουν, ενώ ακριβώς απέναντι, μια σειρά από στατικά ποδήλατα γυμναστηρίου προσκαλούσε εκείνους που ήθελαν να συμμετάσχουν στο project της καλλιτέχνιδος να ιδρώσουν για χάρη της. Στο βάθος, μια κουζίνα, όμοια περίπου με εκείνη στην οποία η Ποτς δούλεψε το συγκεκριμένο έργο, παρέμενε ανενεργή καθώς η ίδια έλειπε και δεν μας έδειξε τη μέθοδό της.

Η μικρή προσέλευση και η περιορισμένη συμμετοχή του κοινού σε αυτό που οι διοργανωτές θα ήθελαν να αποτελεί ένα εικαστικό γεγονός που λειτουργεί μέσω της αλληλεπίδρασης –βασικό συστατικό της σύγχρονη εικαστική δημιουργίας– είχαν ως αποτέλεσμα τα λίγα εκθέματα –πουέντ χορευτριών, ένας πάτος αθλητικού παπουτσιού, μερικά φορεμένα μπλουζάκια και ένα ανδρικό εσώρουχο, όλα τους «στολισμένα» με κρυστάλλους ιδρώτα– να «καταπίνονται» από τον χώρο. Κι όμως, η δουλειά της Αλις Ποτς, πρόσφατης απόφοιτης του Royal College of Art, παρουσιάζει ενδιαφέρον. Η ιδέα της και η έρευνα πάνω στα νέα υλικά, τα «έξυπνα υφάσματα» που φέρνουν όλο και πιο κοντά τη μόδα με τη βιοτεχνολογία –έναν τομέα στον οποίο οι μεγάλες εταιρeίες αθλητικών ειδών επενδύουν εκατομμύρια–, είναι βέβαιο ότι μπορούν να αναπτυχθούν με την παραμονή της στη χώρα μας επί ένα ολόκληρο έτος, ως Onassis Fellow. Η καλλιτεχνική δημιουργία, αλλά και ο ιδρώτας, όπως μας απέδειξε η Αλις Ποτς, χρειάζεται μέθοδο και επιμονή για να αποκρυσταλλωθεί. Μπορούμε όμως να απαιτούμε τον ίδιο χρόνο, υπομονή και γνώσεις από τον φιλότεχνο Αθηναίο που θέλει να ενημερωθεί στην πόλη του για την πορεία της σύγχρονης τέχνης;

Αυτή την περίοδο στην Αθήνα μπορούμε να παρακολουθήσουμε κάποιες απόπειρες της Μπιενάλε να εντοπίσει ενδιαφέρον στην πιο πρόσφατη παραγωγή της conceptual art και μεμονωμένα συμβάντα που ενίοτε ονομάζονται, καθ’ υπερβολήν, εικαστικές εκθέσεις. Αν το ζητούμενο είναι η πολυσυλλεκτικότητα, το αποτέλεσμα είναι πολυδιάσπαση, γιατί εκείνο που λείπει είναι ένας κεντρικός άξονας ως απόρροια οργανωμένης σκέψης και κριτηρίων. Σε μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα στην οποία τόσο η Εθνική Πινακοθήκη όσο και το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης παραμένουν κλειστά για το εγχώριο κοινό, είναι προφανές πως οι μεγάλες και σημαντικές εκθέσεις –μεγάλες σε σύλληψη, περιεχόμενο και κοινωνικό αντίκτυπο– λείπουν. Η απουσία τέτοιων θεσμών, που θα μπορούσαν να καλλιεργούν την αισθητική παιδεία και παράλληλα να στρέφουν με τις κεραίες μας προς δυναμικές καλλιτεχνικές τάσεις, μας καθιστά ανέστιους και πλάνητες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ