ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Ο Δημοσθένης Κοκκινίδης επιστρέφει στις αγαπημένες του Κυκλάδες

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥΡΝΑΡΑ

Ζωγράφος του χρώματος, ο Κοκκινίδης ξέρει να το χειρίζεται ποιητικά. Ολα τα έργα της νέας έκθεσης έχουν δημιουργηθεί τα τελευταία δύο χρόνια.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΘΗΝΑΪΚΑ PLUS

Οταν τον συναντώ, πάντα μου βγαίνει αυθόρμητα και τον αποκαλώ «Δάσκαλο», όπως έκανα πάντα με τον Τέτση και τον Μόραλη. Μπορεί να μην έχω υπάρξει ποτέ μαθήτρια του Δημοσθένη Κοκκινίδη, όμως καταλαβαίνω γιατί τον σέβονται και τον αγαπούν όσοι έχουν περάσει από το εργαστήριό του στην ΑΣΚΤ. Δεν είναι μόνο το βλέμμα του στην τέχνη, η γνώση του χρωστήρα αλλά η ακεραιότητά του. Εχει ένα παλαιάς κοπής ήθος που τον έκανε να μην ξεστρατίσει ποτέ από τις αρχές του και τα πολιτικά του πιστεύω όπως εκείνος τα όριζε. Είναι ένας από τους τελευταίους ζωγράφους-διανοούμενους. Κάθε φορά που διαβαίνω το κατώφλι του σπιτιού του στην Παιανία, θα δω μια στοίβα φρέσκα βιβλία πλάι στον καφέ του. Φανατικός αναγνώστης της «Καθημερινής», θα μου σχολιάσει ακόμα και άρθρα που έγραψαν συνάδελφοι πριν από μήνες.

Αυτό, όμως, που με συγκινεί περισσότερο στην περίπτωσή του είναι το πείσμα του να συνεχίζει να ζωγραφίζει στα 89 του χρόνια. Απόψε παρουσιάζει στον Εικαστικό Κύκλο Sianti (Bασ. Αλεξάνδρου 2, Αθήνα) έργα που ολοκλήρωσε το 2017 και το 2018 με θέμα τις «Κυκλάδες». Στην πορεία του, ο Κοκκινίδης αφοσιώθηκε σε κάποιες ενότητες, όπως οι «Συνοικίες», το «Βιετνάμ», τα έργα που έγιναν στη χούντα, τις «Μητρότητες», την «Οδύσσεια». Οι Κυκλάδες έχουν παίξει τεράστιο ρόλο στη συναισθηματική του προσωπική γεωγραφία, καθώς πέρασε πολλά χρόνια παραθερίζοντας με τη σύζυγό του Πέπη Σβορώνου στη Μήλο.


Φωτογραφημένος για την «Κ» στο ατελιέ του στην Παιανία.

Γυναίκα σπάνιου ταλέντου, ευγένειας και ομορφιάς, η Σβορώνου ήταν μία από τις καλύτερες ζωγράφους και ντιζάινερ της γενιάς της. Οταν ένα εγκεφαλικό της απέκοψε την επικοινωνία με τον έξω κόσμο, ο Κοκκινίδης άρχισε να αποτυπώνει νεαρά ζευγάρια δίπλα στη θάλασσα. «Σε ζωγραφίζω σημαίνει σε ανασταίνω», μου είχε πει τότε σε μια εξομολογητική συνέντευξη προτού εκείνη φύγει από τη ζωή. Τώρα κρατά το πινέλο του και ξαναγυρίζει μονάχος του στις αγαπημένες του Κυκλάδες. Στην ουσία ξαναγυρίζει στα νιάτα του: «Πρωτοείδα τη Σίφνο, το ’58, το νησί των αγγειοπλαστών. Δεν φανταζόμουν τότε –εραστής και εγώ της αγγειοπλαστικής– πως τα επόμενα πέντε-έξι χρόνια θα βοηθούσα τους ντόπιους με ξένους άξιους τεχνήτες στο πλαίσιο του ΕΟΜMΕΧ, και ότι επιπλέον με τη σύζυγό μου την Πέπη Σβορώνου θα περνούσαμε μέχρι το 1966 τα καλοκαίρια μας στο Βαθύ της Σίφνου με τη θαυμαστή λαϊκή αρχιτεκτονική τους».

Τα κυκλαδίτικα σπίτια αλλά και οι προσφυγικές κατοικίες σε Δραπετσώνα, Νίκαια και Κοκκινιά πρωταγωνίστησαν στα έργα του: «Με πέτρα κτισμένα κυρίως τα νησιώτικα σπίτια, με κυβισμένη λάσπη τα προσφυγικά. Κοινά χρώματα: το λουλακί, η ώχρα, το χοντροκόκκινο και ο ασβέστης. Τέλος ο τρόπος ζωής, αγρότες απ’ τη μια πλευρά, εργάτες από την άλλη. Μ’ αυτό το σύνολο ξεσηκώθηκα σχεδιάζοντας και βάφοντας τον κόσμο αυτό, με τις συγγένειες και διαφορές του».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ