ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Tι μπορεί να προσφέρει η θρησκεία στην ψυχανάλυση; Και τι μπορεί η ψυχανάλυση να προσφέρει στη θρησκεία; Το Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος «Επιστήμη και Ορθοδοξία ανά τον Κόσμο» διοργανώνει την 1η Δεκεμβρίου ημερίδα με θέμα «Ψυχανάλυση και Ορθόδοξη Θεολογία». Εντάσσεται στο 3ο Διεθνές Συνέδριο του Προγράμματος με τίτλο «Η σχέση επιστημών και ορθόδοξου χριστιανισμού: παρελθόν-παρόν-μέλλον» (29/11-1/12) και θα φέρει στην Αθήνα σημαντικούς ψυχαναλυτές, ψυχιάτρους, θεολόγους, ερευνητές, φιλοσόφους.

Για πολλές δεκαετίες η πόλωση διαμόρφωνε τις σχέσεις μεταξύ της ψυχανάλυσης και του χριστιανισμού, των ψυχαναλυτών και των θεολόγων. Η έρευνα των τελευταίων χρόνων, όμως, έχει αποκαλύψει ένα ολοένα αυξανόμενο ενδιαφέρον από τη μεριά των σύγχρονων ορθοδόξων θεολόγων, στοχαστών και λειτουργών ψυχικής υγείας –οι οποίοι συχνά είναι και κληρικοί– για την ψυχαναλυτική θεωρία και θεραπευτική πρακτική ως μέσο ανθρωπολογικής κατανόησης, ποιμαντικής φροντίδας, αλλά και ερμηνείας της θρησκείας και της πνευματικότητας ως έκφανσης του πολιτισμού.

Στην ημερίδα θα διερευνηθούν σημαντικά θέματα θεολογικής ανθρωπολογίας όπως η έννοια της ψυχής, η διάκριση μεταξύ ψυχικής και πνευματικής ανάπτυξης, τα πάθη, η διαχείριση των συναισθημάτων. Στόχος των διοργανωτών είναι να βρεθούν πεδία σύγκλισης και συνέργειας. Επικοινωνήσαμε με τον διοργανωτή της ημερίδας π. Βασίλειο Θερμό, αναπληρωτή καθηγητή στην Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθηνών - ψυχίατρο παίδων και εφήβων για να μας μιλήσει για τα κέρδη από τον διάλογο θρησκείας και ψυχανάλυσης.


Ο αναπληρωτής καθηγητής στην Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθηνών και ψυχίατρος παίδων και εφήβων κ. Βασίλειος Θερμός.

– Τι προσδοκίες έχετε από αυτήν την ημερίδα;

– Πρόκειται για τη μεγαλύτερη μέχρι τώρα προσπάθεια διαλόγου που έλαβε χώρα στον τόπο μας. Κοιτάξτε, απ’ όλες τις σχολές ψυχοθεραπείας η ψυχανάλυση εμφανίστηκε η πλησιέστερη ως προς τις αναζητήσεις της θεολογίας σχετικά με τον «έσω άνθρωπο». Παρά το γεγονός ότι αρχικά οι περισσότεροι ψυχαναλυτές ήταν άθεοι, ο δε Φρόιντ τεκμηρίωσε ψυχαναλυτικά την αθεΐα και απαξίωσε τη θρησκευτικότητα, εντούτοις στην πορεία δεν έπαψαν ψυχανάλυση και θεολογία να διαλέγονται συνεχώς. Μάλιστα, σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες είχαμε και ψυχαναλυτές που ήταν καθολικοί κληρικοί ή προτεστάντες πάστορες. Ο θεωρητικός διάλογος δεν σταμάτησε ποτέ μέσα από βιβλία, άρθρα, συνέδρια, όπου διαφαίνονται σημεία υποσχόμενα μια αμοιβαία γονιμοποίηση των δύο χώρων. (Κάποια προηγούμενη απόπειρα μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να βρουν στον τόμο «Θεραπεύοντας», από τις εκδόσεις Αρμός). Θα συζητηθούν λοιπόν η ιστορία του διαλόγου, η διασταύρωση κάποιων κρίσιμων εννοιών, οι προοπτικές για το μέλλον, οι επιπτώσεις στην εκπαίδευση κληρικών και ψυχαναλυτών κ.ά.

– Να δούμε κάποια κέρδη αυτού του διαλόγου;

– Φυσικά. Η ψυχανάλυση θα μπορούσε να παράσχει στη θεολογία εργαλεία ώστε να διακρίνει το υγιές θρησκευτικό βίωμα από το νοσηρό. Οπως ξέρουμε αφθονούν γύρω μας οι νοσηρές μορφές θρησκευτικότητας, όπως ο φονταμενταλισμός, ο φανατισμός, η τυπολατρία, η μαγική θρησκευτικότητα. Επίσης, επειδή η ψυχανάλυση είναι γέννημα της νεωτερικότητας, ο διάλογος βοηθάει τη θεολογία να πατήσει καλύτερα μέσα στη νεωτερικότητα. Διότι η θεολογία διαμορφώθηκε μεν στην προνεωτερική παραδοσιακή κοινωνία αλλά απευθύνεται τώρα στον σύγχρονο άνθρωπο, του οποίου η γλώσσα και το πολιτισμικό κλίμα είναι ψυχολογικά.
Αντίστροφα, η θεολογία θα μπορούσε να προσφέρει στην ψυχανάλυση η οποία είναι μια καθαρά ανθρωποκεντρική μέθοδος. Κάποιος ο οποίος αναζητεί κάτι παραπάνω γύρω από το νόημα της ζωής, ίσως να ενδιαφέρεται να καταλάβει το μεταφυσικό αντίκρισμα που έχουν οι ψυχαναλυτικές έννοιες. Θα διατυπωθεί στο συνέδριο η άποψη πως η ψυχανάλυση έχει ρίζες χριστιανικές. Δηλαδή κάποιες αρχές της εμπνέονται από στοιχεία της Αγίας Γραφής και των Πατέρων της Εκκλησίας. Με άλλα λόγια, πρέπει να αναζητήσουμε τόσο το οντολογικό υπόβαθρο των ψυχαναλυτικών εννοιών (λίμπιντο, ναρκισσισμός, ενοχή, άγχος, ψυχική σύγκρουση κ.ά.), όσο και τη χρήση στην οποία αυτές υποβάλλονται κατά την προσπάθεια του ψυχισμού να απαντήσει με ψυχολογικό τρόπο στη μεταφυσική και υπαρξιακή αγωνία. Οι διαδρομές είναι υπόγειες αλλά γοητευτικές. Ο Λειβαδίτης έγραψε «είχα φτάσει τόσο μακριά που ένιωθα στους ώμους μου τον στεναγμό του Θεού».
Θέλουμε ψυχαναλυτές και κληρικοί να καταλάβουν καλύτερα ο ένας τον άλλο, έτσι ώστε και θεωρητικά να γίνει η ζύμωση αλλά και στην πράξη να μπορούν να συνεργάζονται και να επικοινωνούν οι εκπρόσωποι των δύο χώρων. Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι βρίσκονται σε ψυχαναλυτική θεραπεία και παράλληλα είναι πιστοί, έχουν έναν πνευματικό. Είναι σε θέση οι δύο φορείς να επικοινωνήσουν και να διαλεχθούν; Αυτό θέλουμε να διερευνήσουμε. Ενώνει αμφότερους η διατύπωση του Φρόιντ πως ο άνθρωπος πρέπει να είναι ικανός να αγαπά και να εργάζεται. Αλλά η αγάπη κατά τη θεολογία νοείται ως κάτι πολύ μεγαλύτερο από ευγενέστερο μετασχηματισμό της λίμπιντο (που όντως είναι), πρόκειται για την «αιώνια εισβολή στο εφήμερο», όπως εύστοχα απέδωσε η Μέριλιν Ρόμπινσον.

– Πιστεύετε ότι η ψυχανάλυση έχει χάσει έδαφος το οποίο έχει κερδίσει η θρησκεία;

– Στο επίσημο πλαίσιο ψυχικής υγείας, η ψυχανάλυση έχει περάσει κάπως στο περιθώριο σε σύγκριση με το παρελθόν, επειδή είναι μια μακρά και δαπανηρή διαδικασία, ενώ έχουν εμφανιστεί άλλες πιο σύντομες θεραπείες. Παρ’ όλα αυτά η κοινωνία διατηρεί έντονο ενδιαφέρον για την ψυχανάλυση, μια και αυτή ανέκαθεν διατηρεί γέφυρες με τη λογοτεχνία, την κοινωνιολογία, την ιστορία, την πολιτική.
Θα έλεγα, επίσης, πως υπάρχει στροφή στη θρησκεία γενικότερα κατά τα τελευταία χρόνια, αλλά δεν είναι πάντα υγιής. Η νεωτερικότητα ήταν εχθρική προς την πίστη με την αθεΐα και τον ορθολογισμό, αλλά τουλάχιστον την ενδιέφερε ακόμη η αλήθεια. Η μετανεωτερικότητα, αν και πιο φιλική προς τη θρησκεία, έχει ένα βασικό ελάττωμα. Λόγω του ηθικού σχετικισμού της αδιαφορεί για την αλήθεια. Το ερώτημα «τι είναι αληθινό;», «τι είναι αλήθεια;» δεν έχει νόημα για το μεταμοντέρνο κλίμα. Αυτό το οποίο ακούγεται συχνά σήμερα είναι «Δεν ενδιαφέρει τι πιστεύεις, πολύ καλά κάνεις και πιστεύεις αν σε βοηθάει να είσαι ήρεμος, αν σε βοηθάει να βρίσκεις νόημα στη ζωή σου. Δεν έχει σημασία αν αυτό που πιστεύεις είναι αληθινό». Σ’ αυτό το σκηνικό η θρησκευτική πίστη μπορεί να είναι μια ταυτολογία, μια αυτοαναφορικότητα που τίθεται στην υπηρεσία μιας εγωκεντρικής ευεξίας και έχει αποσυνδεθεί από το ερώτημα της αλήθειας.
Πάντως, ψυχανάλυση και θεολογία, έχουν γίνει πιο διαλλακτικές και διαλεκτικές τα τελευταία χρόνια. Παλαιότερα υπήρχαν πολώσεις, επειδή ένας μαχητικός αθεϊσμός χαρακτήριζε την ψυχανάλυση, αλλά και επειδή ο εκκλησιαστικός χώρος ένιωθε κάποια αυτάρκεια. Η ψυχανάλυση έχει γίνει πιο ταπεινή, ενώ αντίστοιχα η θεολογία, σε ένα κόσμο που είναι τόσο σύνθετος, αρχίζει να καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να μιλήσει στον σύγχρονο άνθρωπο με γλώσσα που δεν είναι δική του.

– Βλέπουν οι δύο χώροι με τον ίδιο τρόπο τον άνθρωπο;

– Οχι, αλλά υπάρχουν ορισμένα κοινά. Για παράδειγμα και οι δύο χώροι συμφωνούν στην επιρροή του ασυνειδήτου, ότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνο αυτό που φαίνεται. Και οι δύο χώροι συγκλίνουν σε μια αισιοδοξία για τον άνθρωπο, ότι ο άνθρωπος μπορεί να αλλάξει. Και οι δύο συμφωνούν στη σημασία της σχέσης, ότι ο άνθρωπος διαμορφώνεται μέσα από τον Αλλο, καθώς και στον ρόλο του φαντασιακού σε αυτή τη διεργασία. Επιπλέον, καθώς πασχίζουν για ωριμότητα, είναι σύμμαχοι στην πάλη ενάντια στον παθολογικό ναρκισσισμό και καταναλωτισμό που μαστίζουν την εποχή μας. Η ψυχανάλυση αποδέχεται, πλέον, θεωρητικά πως υπάρχει ώριμη πίστη (ενώ ο Φρόιντ θεωρούσε κάθε θρησκευτικότητα ανώριμη). Παρ’ όλα αυτά, έχω την εντύπωση ότι ακόμη διατηρεί τη νεωτερική αμηχανία όταν αδυνατεί να αντιληφθεί πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να σχετίζεται με το πρόσωπο του Θεού χωρίς ο ίδιος να υποτιμά τον εαυτό του ή να αδρανοποιεί τις δυνάμεις του. Aλλη διαφορά είναι ότι στόχος της ψυχανάλυσης είναι να επιλυθούν οι εσωτερικές συγκρούσεις με τρόπο που να μην παράγουν πλέον συμπτώματα, ενώ η θεολογία αποσκοπεί στη μεταμόρφωση του ανθρώπου με έναν τρόπο ο οποίος δεν είναι «εκ του κόσμου τούτου». Συχνά, όμως, η ψυχολογική του θεραπεία διευκολύνει και ανοίγει τον δρόμο για την πνευματική εξέλιξη.

– Ο σημερινός άνθρωπος στην Ελλάδα έχει θυμό, οργή, είναι βίαιος, ικανός να καταφύγει ακόμη και στην αυτοδικία. Τι ερμηνεία δίνετε σε όσα συμβαίνουν στην ελληνική κοινωνία;

– Μια σταθερή θέση μου είναι πως η ελληνική νοοτροπία έχει δομηθεί πάνω σε μια ελλιπή εσωτερίκευση του νόμου. Εννοώ του ψυχαναλυτικού νόμου, κάτι το οποίο έχει όμως άμεση επίπτωση στη σχέση με τον συμβατικό νόμο. Τηρούμε τον νόμο για να μην έχουμε προβλήματα μαζί του, αλλά δεν τον έχουμε κατακτήσει εσωτερικά. Πρόκειται για πάγιο ενδημικό πρόβλημα, αλλά τώρα η οργή γιγαντώνεται και απελευθερώνεται η έκφρασή της, λόγω της κρίσης. Και η κατάρρευση μπορεί να οδηγήσει και στην αυτοδικία.

– Υπάρχει σοβαρός λόγος ανησυχίας;

– Νομίζω πως ναι. Και ας μη σταθούμε μόνο στα φαινόμενα αυτοδικίας. Είναι ανησυχητικό το γεγονός ότι υπάρχει οργή ανάμεικτη με θλίψη. Πολλοί που προτιμούν να πορευτούν τον δρόμο της οργής το κάνουν για να μη βουτήξουν στην κατάθλιψη. Ενα άλλο θλιβερό στοιχείο είναι η απώλεια της ελπίδας. Αλλά πραγματικά πιστεύω ότι μπορούμε να αλλάξουμε ως λαός και ότι μόνο τότε έχει ελπίδα να αλλάξει και το κράτος.
Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια πήγαμε πολύ πίσω και αναφέρομαι σε μέτρα που έχουν καίριο συμβολικό νόημα. Διότι όταν μια κυβέρνηση παίρνει πίσω τα μέτρα για την εξυγίανση των πανεπιστημίων, επαναφέροντας την ανομία, στέλνει ένα μήνυμα στην κοινωνία, αντίστοιχα. Οταν εισάγεις αντικαπνιστικά μέτρα και τα μετριάζεις μετά, πάλι στέλνεις ένα λάθος μήνυμα στην κοινωνία. Αλλά ο Λακάν μας έμαθε πως ο νόμος συνδέεται στενά με την αποδοχή της έλλειψης. Χρειάζεται να εκπαιδευθούμε στο ότι η έλλειψη είναι δομικό στοιχείο του ανθρώπου, όχι κάτι που σαδιστικά μας επιβάλλουν οι πολιτικές συγκυρίες, εγχώριες και διεθνείς. Τότε η ουτοπική φαντασίωση παράγει αναπόφευκτα βία.

Οι Ελληνες και ξένοι συμμετέχοντες

Η ημερίδα θα διεξαχθεί την 1η Δεκεμβρίου 2018 στο Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών (αμφιθέατρο «Λεωνίδας Ζέρβας»), με ώρα έναρξης 9 π.μ. Οι εργασίες θα γίνουν στα αγγλικά, με ταυτόχρονη μετάφραση στα ελληνικά. Συμμετέχουν οι: Δρ Ευδοξία Δελλή, ερευνήτρια, Ακαδημία Αθηνών, δρ Αθανάσιος Αλεξανδρίδης, παιδοψυχίατρος - ψυχαναλυτής, δρ Στίβεν-Τζον Μ. Χάρις, ψυχολόγος, Center for Depth Psychology, π. Νικόλαος Λουδοβίκος, καθηγητής, Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Θεσσαλονίκης, π. Στίβεν Μουζ, ψυχολόγος - διευθυντής κατάρτισης και προγράμματος Clergy-in-Kairos, Pastoral Institute, Columbus, GA, ΗΠΑ, δρ Δημήτριος Κυριαζής, ψυχίατρος - παιδοψυχίατρος - ψυχαναλυτής, π. Βασίλειος Θερμός, αναπληρωτής καθηγητής, Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Αθηνών - ψυχίατρος παίδων και εφήβων, δρ Πέταρ Γιεβρέμοβιτς, ψυχολόγος, καθηγητής, τμήμα Φιλοσοφίας, Πανεπιστήμιο Βελιγραδίου, δρ Κωνσταντίνος Εμμανουηλίδης, ψυχίατρος - ψυχαναλυτής.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ