ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Εχουν συμπληρωθεί περίπου τέσσερα χρόνια από τη δολοφονία του Μένη Κουμανταρέα. Hταν ένα τέλος σκληρό και αδόκητο. Oπως, όμως, συμβαίνει με όλους τους σημαντικούς δημιουργούς: ακόμη κι αν η φυσική τους παρουσία πάψει να υφίσταται, το χνάρι που άφησαν πίσω τους δεν σβήνει. Σύντομα θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Πατάκη ένα σπάνιο βιβλίο που περιλαμβάνει την αλληλογραφία που διατηρούσε ο Μένης Κουμανταρέας με τον συγγραφέα Βαγγέλη Ραπτόπουλο, συνοδευόμενο και από ανέκδοτες φωτογραφίες, υπό τον γενικό τίτλο «Εξομολόγηση και μαθητεία».

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος μίλησε στην «Κ» για τη μακρόχρονη σχέση τους και για τον «άγνωστο» Μένη Κουμανταρέα. Παράλληλα, αναφέρθηκε και στο πρόσφατο μυθιστόρημά του με τον εύγλωττο τίτλο «Ο άνθρωπος που έκαψε την Ελλάδα (εκδ. Κέδρος).

– Πότε γνωριστήκατε με τον Μένη Κουμανταρέα;

– 1978, στο βιβλιοπωλείο του «Κέδρου», στη στοά, Πανεπιστημίου 44. Αγόρασα την «Κυρία Κούλα», και η ταμίας μού λέει: «Είναι εδώ ο συγγραφέας, θέλετε να σας υπογράψει το αντίτυπο;». Οπότε του ζήτησα να κοιτάξει τα ανέκδοτα γραπτά μου.

– Αισθανθήκατε το δέος του νέου μπρος σε έναν φτασμένο συγγραφέα;

– Τότε οι συγγραφείς ήταν αισθητά λιγότεροι, και η απόσταση ανάμεσα σε φτασμένους και νέους, ιλιγγιώδης. Οι λογοτέχνες (από τον Τσίρκα και τον Χατζή ώς τον Ρίτσο και τον Ελύτη) ήταν κάτι σαν τοτέμ, τώρα χάθηκε το ειδικό βάρος τους. Παρότι η πνευματικότητα και η εμψύχωση που προσφέρει η τέχνη, μάς είναι ακόμη πιο αναγκαίες εντός της κρίσης. Oμως, αν κρίνουμε από το ποια έργα πουλάνε, γενικά τους καλλιτέχνες σήμερα σαν να τους χρειαζόμαστε μόνον ως διασκεδαστές.


Ο «δάσκαλος» με τον «μαθητή». Τέλη της δεκαετίας του ’70, στο διαμέρισμα του πρώτου στην Κυψέλη.

– Πώς ήταν με τους νέους συγγραφείς ο Κουμανταρέας; Τους συμβούλευε; Hταν αυστηρός, δοτικός;

– Oλα μαζί. Τα διηγήματα που του έδειξα (το μετέπειτα πρώτο μου βιβλίο, τα «Κομματάκια»), μου είπε ότι αν είχε περιοδικό δεν θα τα δημοσίευε! Αλλά, ταυτόχρονα, μου αφιερώθηκε, σπατάλησε άφθονο χρόνο διδάσκοντάς με. Επειτα από χρόνια, φτάσαμε στο σημείο να μαλώσουμε. Hταν φύσει αδύνατον να μην καταφύγω, μεταφορικά, στην πατροκτονία. Οι επιστολές που κλείνουν την αλληλογραφία μας, αποτελούν ένα τέτοιο δείγμα.

– Τον γνωρίζουμε όλοι ως συγγραφέα, αλλά για τον άνθρωπο ξέρουμε λίγα. Τι άνθρωπος ήταν;

– Για εμένα υπήρξε μέντορας, και παράλληλα κάτι σαν πατέρας, ή ίσως μεγάλος αδελφός, αλλά και πολύτιμος φίλος. Hταν ευγενής και αρχοντικός. Επίσης, ήταν πάντα ευθυτενής, και δεν μιλάω μόνο για τη στάση του σώματός του, αλλά και για την ψυχική του στάση, γιατί ήταν αισιόδοξος και θετικός. Λογαριάστε και τη σχεδόν ενστικτώδη αγάπη του για τους κατατρεγμένους, από τις λαϊκές τάξεις ώς τους μετανάστες.

– Η αλληλογραφία σας, που πρόκειται να εκδοθεί από τον Πατάκη, τιτλοφορείται «Εξομολόγηση και μαθητεία». Γιατί;

– Πρόκειται για αμοιβαία εξομολόγηση, μολονότι η δική του φτάνει σε μεγαλύτερο βάθος, λόγω της ηλικίας και των εμπειριών του. Αλλά και για αμοιβαία μαθητεία, επειδή ο Μένης είχε τη σπάνια ικανότητα να μη γίνεται πατερναλιστικός, και σταθερά επιδίωκε να μαθαίνει ακόμη και από τον αρχάριο μαθητή του.

– Οι μεταξύ σας επιστολές τι περιλαμβάνουν;

– Οι επιστολές του αποκαλύπτουν όχι μόνον τον άνθρωπο Κουμανταρέα, αλλά και έναν από τους μείζονες πεζογράφους μας στην ωριμότητά του. Με τις δικές μου, αποδεικνύεται ότι ακόμη και στα πρώτα βήματά του ένας λογοτέχνης είναι χονδρικά διαμορφωμένος. Ελπίζω να ισχύει η άποψη της γυναίκας μου, Σταυρούλας Παπασπύρου, ότι πέραν της φιλολογικής αξίας του, είναι ένα βιβλίο βαθιά συναισθηματικό και συγκινητικό, που ζωντανεύει μια ανδρική φιλία.

– Ποιο διάστημα καλύπτουν;

– Η αλληλογραφία μας ξεκινάει το 1979 και φτάνει μέχρι το 2001. Το μεγαλύτερο μέρος της, όμως, καλύπτει το 1981, που ζω στη Σουηδία. Πέραν του προλόγου μου, ο τόμος των περίπου 400 σελίδων θα συνοδεύεται και από ένα φιλολογικό επίμετρο της πανεπιστημιακού Αντιγόνης Βλαβιανού, η οποία, από τύχη αγαθή, συνδεόταν επίσης φιλικά με τον Μένη.

– Μπήκατε στη διαδικασία να σκεφθείτε ότι δεν πρέπει να δουν το φως της δημοσιότητας;

– Ποτέ. Ο συγγραφέας μαθαίνει σχεδόν εξαρχής ότι ο ιδιωτικός και ο δημόσιος βίος του σχεδόν ταυτίζονται. Φανταστείτε ότι, σε μια επιστολή μου του 1984 από τις ΗΠΑ, του γράφω: «Μερικές φορές καταντάει αγγαρεία νά σκέφτεσαι πώς τα γράμματα αυτά μπορεί και να δημοσιευθούν κάποτε».


Δεξιά, η τελευταία φωτογραφία του Β. Ραπτόπουλου με τον Μ. Κουμανταρέα, 20 περίπου ημέρες πριν από τη δολοφονία του: 16/10/2014, στη Βιβλιοθήκη του Δήμου Αθηναίων, στον σταθμό Λαρίσης.

– Ο θάνατός του ήταν ξαφνικός και βίαιος. Μετά τόσον καιρό, έχετε απάντηση, γιατί έγινε;

– Ηταν, όπως λέει ο λαός, η κακιά στιγμή. Η ηθική εξαθλίωση και η κτηνωδία των δολοφόνων του, οδηγημένες σε παροξυσμό λόγω της κρίσης. Αλλά και η επιλογή του Μένη να ζει ακραία ακόμη και μετά τα ογδόντα του, ως άλλος καβαφικός «ανδρείος της ηδονής».

– «Ο άνθρωπος που έκαψε την Ελλάδα» είναι το τελευταίο σας μυθιστόρημα. Ενας μόνο την έκαψε, άραγε;

– Ο πρωταγωνιστής μου βάζει φωτιά σε υπουργεία, εφορίες, κανάλια κ.ά. πυροδοτώντας μια πολύνεκρη λαϊκή εξέγερση. Μοιάζει με προσωποποιημένο συλλογικό υποκείμενο, που υλοποιεί ό,τι δεν έγινε ποτέ πραγματικά, εν μέρει εκτονώνοντάς το και εν μέρει εξορκίζοντάς το. Ενσαρκώνει φόβους, αλλά και επιθυμίες πολλών ανθρώπων γύρω μου, όλα όσα διαισθάνθηκα στα χρόνια της κρίσης.

– Είναι γραμμένο εν θερμώ;

– Πώς θα μπορούσε να είναι γραμμένο εν ψυχρώ, ένα μυθιστόρημα με θέμα την κοινωνική, αλλά και την κυριολεκτική πυρπόληση της πατρίδας μας, η οποία συνήθως κυριαρχείται από το θυμικό; Θυμάμαι την εν θερμώ αντίδρασή μας με τους «Αγανακτισμένους», όταν μπήκαμε στην κρίση. Τώρα, πάλι, που επιχειρούμε να βγούμε εν ψυχρώ, μάλλον σερνόμαστε.

– Γιατί είναι «ψεκασμένος» ο ήρωάς σας;

– Επειδή πιστεύει ότι διαθέτει την παραφυσική ικανότητα της «πυρογένεσης», χάρη στην οποία υποτίθεται ότι κατακαίει τη χώρα. Κυρίως, όμως, επειδή είναι ρομαντικός και αθώος, ένας ελληνικής καταγωγής, σύγχρονος Δον Κιχώτης, όπως οφείλει να είναι κάθε μυθιστορηματικός ήρωας, από τον Θερβάντες και μετά.

– Το θεωρείτε δράμα ή μαύρη κωμωδία. Ή, ενδεχομένως, και τα δύο;

– Δράμα με θέμα τη ζωή των ανέργων και των νεοαστέγων. Και μαύρη κωμωδία ή σάτιρα τού ντόπιου πολιτικού σκηνικού, αλλά και του ψηφιακού κόσμου ως πηγής ενημέρωσης. Αυτού του «θαυμαστού καινούργιου κόσμου», όπου το πρωτοσέλιδο μιας παραδοσιακής εφημερίδας και η ανάρτηση σε ένα τυχάρπαστο μπλογκ ή ένα post στο Facebook εξισώνονται επικίνδυνα.

– Ο ψηφιακός κόσμος έχει έντονη παρουσία στο μυθιστόρημά σας. Ελάχιστοι Ελληνες συγγραφείς τον χρησιμοποιούν ως υλικό.

– Ενώ η κοινωνία μας ξυπνάει με έξυπνο κινητό και κοιμάται με τάμπλετ και λάπτοπ, ο ψηφιακός κόσμος συνήθως λάμπει διά της απουσίας του από όλες ανεξαιρέτως τις τέχνες μας, αποδεικνύοντας τον κραυγαλέο συντηρητισμό των δημιουργών και του κοινού.

– Υπάρχει ιδιαίτερη μνεία στο βιβλίο για τους άστεγους της Αθήνας. Ενα ενδεικτικό στοιχείο της κατακόρυφης πτώσης του κοινωνικού ιστού.

– Οι νεοάστεγοι αποτέλεσαν το επιστέγασμα της κρίσης. Στη χώρα που ο πιο λειτουργικός θεσμός της παραμένει η οικογένεια, και το «να έχεις ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι σου» θεωρείται εκ των ων ουκ άνευ, το να είσαι άστεγος ισοδυναμεί με κόλαση επί Γης.

– Πιστεύετε στην ελπίδα; Οτι κάτι μπορεί να βγει από τις στάχτες και τα αποκαΐδια;

– Πιστεύω στην αισιοδοξία, ιδίως όταν τα πράγματα γύρω σου δεν φαίνονται και τόσο ελπιδοφόρα. Σε στάχτες και αποκαΐδια καταλήγουμε όταν κυβερνούν αναίσθητοι και άφρονες. Κατανοώ την τακτική τού «γαία πυρί μειχθήτω» μόνον ως ηρωική έξοδο. Είμαι εκ φύσεως εναντίον της καταστροφής και υπέρ της δημιουργίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ