ΘΕΑΤΡΟ

Δεν αρκεί να βλέπεις, πρέπει και να κοιτάς

ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Σημαντικά έργα τέχνης, του δραματικού λόγου εν προκειμένω, είναι αυτά που αποκαλύπτουν καινούργια μονοπάτια κατανόησης του εαυτού και του Αλλου, φωτίζοντας τα σκοτάδια του «περάσματος» που είναι η ζωή. Η «Μόλλυ Σουήνη» (1994) του Μπράιαν Φρίελ ανήκει σε αυτά. Δεν ξεχνώ την πρώτη φορά που παρουσιάστηκε στη χώρα μας: εκείνη τη θαυμάσια παράσταση του Αντώνη Αντύπα στο Απλό Θέατρο, το 1997, με την Μάνια Παπαδημητρίου, τον Νίκο Αρβανίτη και τον Στέλιο Καλογερόπουλο. Περισσότερα από 20 χρόνια μετά, η παράσταση της Ιώς Βουλγαράκη στο Δώμα του Θεάτρου του Νέου Κόσμου επιβεβαιώνει την αξία του: τη δύναμη του να προκαλεί αληθινή συγκίνηση και ταυτόχρονα να ωθεί τους θεατές να σκεφτούν πράγματα που μοιάζουν αυτονόητα αλλά δεν είναι. Οπως, ας πούμε, τι σημαίνει «βλέπω».

Ο Μπράιαν Φρίελ (1929-2015) εμπνεύστηκε τη «Μόλλυ Σουήνη» από το βιβλίο του σπουδαίου νευρολόγου Ολιβερ Σακς «Ενας ανθρωπολόγος στον Αρη» (1995, στα ελληνικά εκδ. Αγρα, 2007) και, συγκεκριμένα, από το κεφάλαιο «Να βλέπεις και να μη βλέπεις». Αφορά την περίπτωση του Βέρτζιλ, που ήταν σχεδόν τυφλός από παιδί και ο οποίος βρήκε εν μέρει το φως του ύστερα από εγχείριση στα 45 του. Το πρώτο που σκέφτεται κανείς είναι πόσο ευτυχής θα πρέπει να ένιωσε ο άνδρας της ιστορίας, όταν μπόρεσε επιτέλους να δει τα πρόσωπα των αγαπημένων του και όλα αυτά τα θαυμαστά που αποτελούν τον υλικό κόσμο. Μόνο που το θαύμα μπορεί να εξελιχθεί σε εμπειρία τρομακτική.

Οντας τυφλοί, ο Βέρτζιλ και η ηρωίδα του Φρίελ είχαν ζωή πλήρη, με δουλειά, φίλους, χόμπι και αθλητικές δραστηριότητες. Πείστηκαν από τους οικείους τους να χειρουργηθούν με τη σκέψη ότι δεν είχαν τίποτα να χάσουν, χωρίς να μπορούν να διανοηθούν τις σύνθετες νευρολογικές και ψυχολογικές συνέπειες που θα επέφερε στη ζωή τους η ανάκτηση της όρασης. Γιατί δεν είχαν μάθει να βλέπουν, δεν είχαν αναπτύξει τα κριτήρια για τον χώρο και την απόσταση, δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν τα αντικείμενα, ούτε καν αυτά για τα οποία είχαν απτική γνώση. Τους τρόμαζε κυριολεκτικά ακόμα και η σκιά τους. Ο Βέρτζιλ, γράφει ο Σακς, «έβλεπε» λεπτομέρειες –μία κίνηση, ένα χρώμα, ένα σχήμα– αλλά δεν μπορούσε να τις συνθέσει στην ενότητα ενός πρόσωπου, ενός αντικείμενου, ενός χώρου. Δεν μπορούσε να αντιληφθεί οπτικά τη δομή του κόσμου γύρω του. Επρεπε να μάθει τα πάντα εξαρχής, προσπάθεια εξαντλητική από κάθε πλευρά. Η επιστροφή στον κόσμο των τυφλών, τον δικό του κόσμο, από τον οποίο αποσπάστηκε βίαια, ήταν σχεδόν νομοτελειακή.

Η Μόλλυ λέει ότι ο κόσμος που μισοέβλεπε μετά την εγχείριση ήταν ένας κόσμος εντελώς ξένος, που την αναστάτωνε. «Κάθε χρώμα εκθαμβωτικό. Κάθε φωτεινή πηγή εκτυφλωτική. Κάθε σχήμα, ένα όραμα, ένα φάσμα που εμφανιζόταν ξαφνικά από το τίποτα και με προκαλούσε. Και όλη αυτή η κινητικότητα – τίποτα να μη μένει ακίνητο, ποτέ! Και κάθε κίνηση απρόβλεπτη, κατά κάποιον τρόπο απειλητική. Ως και τα σπουργίτια στον κήπο μου φαίνονταν επιθετικά, επικίνδυνα». Τώρα ήταν πιο ανήμπορη και ανασφαλής από πριν.

Αδυνατώντας να αντεπεξέλθει στη νέα συνθήκη, αφήνει το Εγώ της να απορροφηθεί από το πένθος της απώλειας (της αυτάρκους ζωής της ως τυφλής) και καταλήγει στην ασφάλεια της ρουτίνας μιας ψυχιατρικής κλινικής.

Το έργο αποτελούν αλλεπάλληλοι εξομολογητικοί μονόλογοι της Μόλλυ, του άνδρα της, ονόματι Φρανκ, και του γιατρού Ράις, που χειρούργησε τα μάτια της. Δραματουργικά η σύνθεση είναι σοφή γιατί παρακολουθούμε πόσο διαφορετικά βιώνουν το ίδιο γεγονός τα τρία πρόσωπα. Το δράμα δεν γίνεται ποτέ υπερβολικά βαρύ, καθώς η Μόλλυ, μεγαλωμένη με αγάπη, είναι ένα πλάσμα χαρούμενο και θετικό και ο Φρανκ, ένας ανήσυχος, φιλοπερίεργος, καλών προθέσεων αλλά επιπόλαιος άνθρωπος, του οποίου οι περιπέτειες προκαλούν συχνά γέλιο. Ο Αργύρης Ξάφης, που τον υποδύεται, είναι πραγματικά απολαυστικός.

Ο γιατρός, πάλι, μπορεί να αποκαθιστά την όραση των άλλων, αλλά είναι ανίκανος να δει τι συμβαίνει μπροστά στα μάτια του: θα καταρρεύσει όταν η γυναίκα του τον εγκαταλείψει με τον καλό φίλο και συνάδελφό του. Ο Δημήτρης Γεωργιάδης, που τον υποδύεται, κρατάει αποστάσεις από τα «ψυχολογικά» χαρακτηριστικά του ρόλου, που θα δικαιολογούνταν αν είχε μεσολαβήσει μεγάλο διάστημα μεταξύ του χρόνου της αφήγησης και της εποχής που συνέβη η ιστορία της Μόλλυ. Αλλά τότε θα έπρεπε να ήταν πολύ μεγαλύτερος στην ηλικία. Νομίζω ότι δεν ήταν σωστή επιλογή για τον ρόλο του γιατρού – του έλειπαν ρυτίδες και βάρος εμπειριών.

Οσο για τη Μόλλυ (που ερμηνεύει έξοχα αυτό το «πλάσμα» της σκηνής που είναι η Δέσποινα Κούρτη), αυτή δίνει λαβή να σκεφτούμε πόσο πολύπλοκη υπόθεση είναι η πολυσυζητημένη σήμερα διαφορετικότητα. Γιατί μερικές φορές αυτός που είναι διαφορετικός, θέλει να αντιμετωπίζεται ως διαφορετικός. Η διαφορετικότητα είναι η πατρίδα του, και η «ένταξη» στον κόσμο των «υγιών», «κανονικών», κ.ο.κ., είναι καταδίκη συνώνυμη με την εξορία.

Μικροσκοπικός ο χώρος του Δώματος, αναγκαστικά περιορίζει στα βασικά τη σκηνοθετική προσέγγιση. Οπως συμβαίνει, όμως, και με μία ακόμη θαυμάσια παράσταση στον επίσης μικροσκοπικό Κάτω Χώρο του Θεάτρου του Νέου Κόσμου, τον «Αρίστο» (διασκευή του μυθιστορήματος του Θωμά Κοροβίνη «O γύρος του θανάτου», σε σκηνοθεσία του Γιώργου Παπαγεωργίου, με την Ελένη Ουζουνίδου, τον Μιχάλη Οικονόμου και τον Γιώργο Χριστοδούλου), αν το έργο είναι καλό και η σκηνοθεσία βασίζεται στις ερμηνείες ταλαντούχων ηθοποιών, που έχουν γνώση αλλά και ψυχή να καταθέσουν, η θεατρική εμπειρία μπορεί να είναι εντελής, έως και μυσταγωγική, και ο θεατής να βγει από το μικρό υπόγειο πλήρης και σαφώς πιο δυνατός να αντιμετωπίσει τον απέραντο κόσμο, που βλέπει και δεν βλέπει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ