«Συχνά δίνετε την εντύπωση κακού παιδιού. Είστε;» τον ρώτησα στην αρχή της κουβέντας μας. «Αλήθεια; Δεν το κάνω επίτηδες», μου απάντησε ντροπαλά, στρίβοντας το πρώτο του τσιγάρο. Δεν είχε τύχει να τον γνωρίσω. Μόνο εξ αποστάσεως παρακολουθούσα τις διαδρομές του από την υποκριτική στο τραγούδι και τούμπαλιν· πρόσφατα, στο χολιγουντιανό «Mamma Mia! Here We Go Again» απέδειξε τις ικανότητές του και στα δύο. Αφορμή για τη συνάντησή μας ήταν οι εμφανίσεις του στο Άνοδος Live Stage, σε μια παράσταση για το... έτσι που είναι η ζωή. Δηλαδή πώς έτσι; «Με χαρές, γέλια, δάκρυα, πόνο, επιτυχίες, έρωτες, σεξ, χωρισμούς, μοναξιές, παρέες, πάρτι, απογοητεύσεις, ποτά, ξενύχτια, εκδρομές, γιορτές, απώλειες, λεφτά, αφραγκίες, ταξίδια – ό,τι γίνεται τραγούδι δηλαδή»...

Και τι γυρεύει ένας γάιδαρος στην αφίσα σας;

Ο γάιδαρος αντιπροσωπεύει τον φτωχό συγγενή. Ανήκει στην ίδια οικογένεια με το άλογο, το καμαρωτό, και τη ζέβρα, την τόσο όμορφη και ιδιαίτερη, και όμως εκείνος είναι παραμελημένος, αδικημένος από όλους. Στην αφίσα μου, όπου φόντο είναι το Χόλιγουντ, έχει αντίστοιχο συμβολισμό: μάζεψα κι εγώ τα μπαγκάζια μου, τα ελληνικά μου στερεότυπα και έφυγα για την Αμερική, σαν φτωχός συγγενής.

Αλήθεια, πώς άνοιξε αυτή η πόρτα;

Πριν συμβεί, μου φαινόταν εγχείρημα αδιανόητο – βουνό! Το σχέδιό μου ήταν να βγάλω πράσινη κάρτα, να πάω στις ΗΠΑ, να περάσω από πολλές οντισιόν, να παίξω live σε κάποιο μαγαζί, ακόμα και στον δρόμο, να γράψω αγγλικά τραγούδια, μήπως τα ακούσει κανείς και με «τσιμπήσει». Αν δεν τα κατάφερνα, θα επέστρεφα. Και μια μέρα, μου τηλεφώνησαν από το ELOY Agency και μου ζήτησαν να πάω στο κάστινγκ του «Mamma Mia! Here We Go Again». Tα αστέρια μου μάλλον είχαν ευθυγραμμιστεί.

Πώς ήταν η εμπειρία της συμμετοχής σε μια τόσο μεγάλη παραγωγή;

Πήγα πολύ ταπεινά, σαν ένας... κανένας. Και στην Ελλάδα, κάθε φορά που διεκδικούσα έναν ρόλο –από τους «Singles» και το «4» του Χριστόφορου Παπακαλιάτη μέχρι το «Amore mio»–, με την ίδια ταπεινότητα πήγαινα, γιατί η υποκριτική δεν είναι το χωράφι μου: ακόμη μαθαίνω. Αλλά σε αυτή την παραγωγή μάς συμπεριφέρονταν σαν να ήμασταν όλοι η Μέριλ Στριπ! Κανένας δεν είχε υφάκι, κανένας δεν ήταν ψωνισμένος. Με μετέφεραν με λιμουζίνα από το Χαλάνδρι έως το αεροδρόμιο. Στο Λος Άντζελες πάλι με λιμουζίνα έφτασα στο στούντιο, όπου με περίμεναν ο σκηνοθέτης και ο μουσικός διευθυντής της ταινίας. Μόλις ολοκληρώθηκε η ηχογράφηση του «Kisses of fire», του τραγουδιού που ερμηνεύω, ήρθε και ο Μπένι Άντερσον των ABBA και το άκουσε. Μου έδωσαν όλοι τα συγχαρητήριά τους και με παρακάλεσαν να το τραγουδήσω ξανά, με μια αλλαγή: «Προσπάθησε να είναι... χάλια αυτή τη φορά, γιατί ο ήρωας που υποδύεσαι δεν είναι καλός τραγουδιστής». Αργότερα, στην πρόβα των κοστουμιών, συνάντησα τον Πιρς Μπρόσναν. «Σε ευχαριστούμε που θα είσαι μαζί μας σε αυτή την ταινία», μου είπε σφίγγοντάς μου το χέρι. Έχασα τα λόγια μου. Τσιμπιόμουν για να βεβαιωθώ ότι όλα αυτά δεν τα φανταζόμουν, αλλά τα ζούσα. Είμαι τυχερός. 

 

 

Τύχη ή ταλέντο; Τι μέτρησε τελικά;

Το πώς ήρθαν οι συγκυρίες δεν έχει σχέση με το αν έχω ταλέντο ή όχι. Αλλά το ότι είδαν εκατοντάδες υποψηφίους από τις ΗΠΑ, τον Καναδά και την Ελλάδα και διάλεξαν εμένα ίσως κάτι λέει για τις ικανότητές μου ως ηθοποιού και τραγουδιστή. Αλλά και για το πείσμα μου. Όταν θέλεις κάτι πάρα πολύ, φαίνεται.

Πώς δεν καβαλήσατε το καλάμι; Αν δεν το έχετε καβαλήσει...

Κάθε φορά που κάνω μια επιτυχία, προσπαθώ να σκέφτομαι: γιατί εγώ και όχι ο Θανάσης, ο Κώστας, ο Παύλος και δεκάδες άλλοι συνάδελφοι με φωνή καλύτερη από τη δική μου; Αλλά έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι παίζει σημαντικό ρόλο και το τι περιμένεις να βρεις μπροστά σου. Ένα σύστημα που θα σε σαμποτάρει; Κλίκες που δεν θα σε αφήσουν να προχωρήσεις; Πρέπει να είσαι ανοιχτός στα πράγματα, να μην ξεκινάς με προκατάληψη, με θεωρίες συνωμοσίας. Και να τολμάς. Η πρώτη απόπειρα που έκανα για... διεθνή καριέρα ήταν η οντισιόν για μια ανεξάρτητη αμερικανική παραγωγή. Θέλετε να μάθετε ποιο ήταν το σενάριο; Η Ιουλιέτα είναι ζωντανή, γιατί ο πατέρας της είναι βρικόλακας, αλλά έχει κόψει κάθε επικοινωνία με την οικογένειά της, γιατί δεν έχει ξεπεράσει τον θάνατο του Ρωμαίου. Είναι πια γκέι και μένει στη Μύκονο. (Γέλια) Η Μαρία (σ.σ. Σολωμού, η σύντροφός του) μου έλεγε: «Βρε Πάνο μου, είσαι σίγουρος ότι θα παίξεις σε μια τέτοια ταινία;». Αλλά πήγα, γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι θα βγει από μια προσπάθεια.

Τελικά, τι έγινε;

Με δοκίμασαν για τρεις διαφορετικούς ρόλους, αλλά με απέρριψαν. Ήμουν πολύ κοντά, είπαν, αλλά δεν τους κάλυψα. 

Όχι για τον ρόλο της Ιουλιέτας, ελπίζω.

Όχι, ευτυχώς δεν φτάσαμε μέχρι εκεί. (Γέλια)

Αν ξεκινούσατε σήμερα την καριέρα σας, θα δηλώνατε συμμετοχή στο «The Voice»;

Κοιτάξτε, το «The Voice» δίνει σε όσους συμμετέχουν μια ώθηση και, αν την αξιοποιήσουν σωστά, κάτι θα κάνουν. Από την άλλη, είναι αλήθεια ότι, μολονότι είναι το σόου με τη μεγαλύτερη τηλεθέαση διεθνώς, έχει βγάλει τους λιγότερους τραγουδιστές σε σύγκριση με τα αντίστοιχα παιχνίδια – και κυρίως με τα ριάλιτι εγκλεισμού.

Πού το αποδίδετε;

Στο ότι είναι απλώς ένα παιχνίδι, φτιαγμένο για να περνάει καλά ο κόσμος. Και αυτοί που σκίζονται να ψηφίσουν στα Cross Battles είναι διατεθειμένοι να ξοδέψουν 10 ευρώ σε SMS για να στηρίξουν τους αγαπημένους τους παίκτες από τον καναπέ τους, αλλά όχι 7 ευρώ για να πιουν μια μπίρα ακούγοντάς τους σε μια μικρή μουσική σκηνή. 

Γεννηθήκατε και μεγαλώσατε στη Ζυρίχη. Έχετε σκεφτεί πώς θα ήσασταν σήμερα αν δεν είχατε επιστρέψει με την οικογένειά σας στην Ελλάδα;

Αν είχαμε μείνει στην Ελβετία, πιθανότατα δεν θα είχα γίνει καλλιτέχνης, το περιβάλλον θα με κρατούσε γειωμένο. Ίσως να είχα περισσότερα κιλά, κοτσίδα και ένα μπαρ όπου θα άκουγες Καζαντζίδη. Πάντως, η μετάβαση δεν ήταν εύκολη. Το σοκ ήταν μεγάλο. Μου πήρε χρόνια να εγκλιματιστώ και να βρω παρέες· ήμουν πολύ κλειστός ως παιδί. 

 

 

Τι σας δυσκόλεψε περισσότερο;

Την Ελλάδα την ήξερα τα καλοκαίρια: ήλιος, θάλασσα, κεφτεδάκια κάτω από την ομπρέλα στην πλαζ και γέλια. Φτάνοντας στη Θεσσαλονίκη, συνειδητοποίησα ότι δεν ήταν πάντα έτσι. Από μια πόλη πανέμορφη –στη Ζυρίχη όλα ήταν πεντακάθαρα και τακτοποιημένα, τα σπίτια με κεραμοσκεπές και γκαζόν– βρέθηκα σε μια πολυκατοικία που δεν είχε ασανσέρ και κάποιοι ένοικοι πετούσαν από το μπαλκόνι στο πεζοδρόμιο τις σακούλες με τα σκουπίδια... 

Με τη μουσική πότε αρχίσατε να ασχολείστε;

Σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών. Έπειτα από πολλά παρακάλια, ο πατέρας μου πείστηκε να μου αγοράσει την πρώτη μου κιθάρα. Αλλά υπό προϋποθέσεις. Μου είπε: «Δεν θα παρατήσεις τα διαβάσματά σου για να γίνεις μουσικάντης». Τελικά, έγινα. Κάμποσα χρόνια μετά, έχοντας παίξει σχεδόν σε όλα τα μαγαζιά της Θεσσαλονίκης –από το Καφέ Αμερικέν και τον Παπαγάλο μέχρι το Φάνκι και το Εν Ελλάδι–, αποφάσισα να δοκιμάσω την τύχη μου και στην Αθήνα. Έφτασα με 300 ευρώ στην τσέπη. Το μόνο που είχα ήταν ένα κονέ: τον Τόλη Δεληγιάννη, τον μπασίστα των Μπλε, που ήξερε τη Λιάνα, την κόρη της Βέτας Μπετίνη, που ήξερε τον Θοδωρή Γιαννακόπουλο, μαέστρο τότε στον Σταυρό του Νότου. (Γέλια) Του τηλεφώνησα, αλλά το ραντεβού μας ολοένα αναβαλλόταν. Τα χρήματά μου τελείωσαν. Όταν δέχτηκε να με ακούσει, με ενημέρωσε ότι είχε ήδη κλείσει το σχήμα εκείνου του χειμώνα. Πήγα στην ακρόαση απογοητευμένος. Κι ενώ είχα ετοιμάσει άλλα τραγούδια, δεν ξέρω πώς μου ήρθε, τραγούδησα το «Εν κατακλείδι» του Παύλου Σιδηρόπουλου και το «Senor» του Μπομπ Ντίλαν. Ο Γιαννακόπουλος δεν είπε τίποτα. Σχημάτισε έναν αριθμό στο τηλέφωνό του και τον άκουσα να λέει: «Θα κλείσουμε άλλο ένα παιδί για φέτος». Η χαρά μου δεν περιγράφεται. Αλλά ποτέ δεν περίμενα ότι εκείνη η αγχωμένη ακρόαση θα οδηγούσε στη σημερινή συνέντευξη...

Πρόσφατα γράψατε ένα πολύ τρυφερό τραγούδι για τον θάνατο του πατέρα σας...

Με τον μπαμπά μου, ενώ αγαπιόμασταν πολύ, είχαμε τις κόντρες μας. Εκείνος, επειδή είχε πληγωθεί από τη ζωή, ήταν καχύποπτος και προσπαθούσε να μας κάνει κι εμάς έτσι. Εγώ είμαι το εντελώς αντίθετο: εμπιστεύομαι τους πάντες και τα πάντα. Φοβόμουν να του μοιάσω. Τώρα που έχει φύγει, βλέπω ότι, πέρα από αυτή την καχυποψία, την απολύτως δικαιολογημένη, όλα τα υπόλοιπα στοιχεία του χαρακτήρα του, τα καλά, τα έχω κι εγώ: την ευγένεια, την ντομπροσύνη. Μόνο που δεν είμαι τόσο θαρραλέος όσο εκείνος. Είναι περίεργο αυτό που συμβαίνει με τους γονείς μας. Νομίζουμε ότι τους ξέρουμε καλά, αλλά αυτό δεν ισχύει. Τους γνωρίζουμε όλη μας τη ζωή – όχι όλη τους τη ζωή. Αγνοούμε πώς ήταν πριν εμείς γεννηθούμε. Αλλά οφείλουμε να το σκεφτόμαστε και να προσπαθούμε να τους κατανοήσουμε.

Τελικά, δεν είστε κακό παιδί...

Έχω κι εγώ τις σκοτεινές μου πλευρές, τα πάθη μου. Αλλά θέλω διαρκώς να βελτιώνομαι. Βέβαια, ο Γιάννης Ζουγανέλης λέει ότι τελειότητα δεν υπάρχει, μόνο ο θάνατος είναι τέλειος.

Φοβάστε τον θάνατο;

Όχι, γιατί για μένα δεν θα είναι το τέλος – δεν μπορεί να είναι. Είχα κάνει μια συμφωνία με τον πατέρα μου: «Αν κάτι συμβεί και φύγω πρώτος», του είχα πει, «θα έρθω και θα σου αποδείξω ότι υπάρχει συνέχεια, μην τρομάξεις. Θέλω όμως κι εσύ να κάνεις το ίδιο». Τη νύχτα που μου τηλεφώνησε ο αδελφός μου για να μου πει ότι ο μπαμπάς είχε πεθάνει, όπως έκλεισα το τηλέφωνο και ανασηκώθηκα στο κρεβάτι, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσω αυτό που είχε συμβεί, ένιωσα ένα χέρι να χαϊδεύει τρυφερά την πλάτη μου. Νόμισα πως ήταν η Μαρία. Γύρισα να τη δω, αλλά εκείνη κοιμόταν. Και χαμογέλασα, γιατί ο μπαμπάς είχε τηρήσει την υπόσχεσή του... ■

Anodos Live Stage, Πειραιώς 183, κάθε Παρασκευή, κρατήσεις: 210-34.68.100
Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ