ΦΑΝΗΣ ΟΥΓΓΡΙΝΗΣ*

Φιλελευθερισμός ή παρακμή, ιδού το δίλημμα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Μ​​​​όνο με ειρηνικούς αγώνες σκληρούς και επίμονους, με προσωπική στάση ζωής ανυποχώρητη και μακριά από ιδιοτέλεια και ευτελισμό, μπορούν να λυθούν τα σταυρόλεξα των κοινωνικών ανισοτήτων, μπορούν να λυθούν τα διλήμματα, μπορούν να λυθούν τα προβλήματα, μπορεί να ανυψωθεί αυτό το υπέροχο πλάσμα, που λέγεται άνθρωπος, στο βάθρο που του πρέπει». Ετσι έκλεισε η Ξένη Δημητρίου τη δήλωσή της σχετικά με την παραλίγο βομβιστική επίθεση κατά του υφισταμένου της Ισίδωρου Ντογιάκου. Το πρωτοφανές της εντοπίζεται στο ότι δεν καταδικάζει απερίφραστα ένα πεντακάθαρο ποινικό αδίκημα, μα αντίθετα δείχνει να αναζητεί ελαφρυντικά γι’ αυτό. Η εισαγγελέας Α.Π. μοιάζει να συζητά ισότιμα με τους επίδοξους δολοφόνους (σημειωτέον εντελώς άγνωστοι, καθώς δεν έχει γίνει ανάληψη ευθύνης) και μάλιστα σε κοινή πολιτική βάση, υπονομεύοντας έτσι της ισχύ του δικαστικού λειτουργήματος.

Δεν γνωρίζω τα πολιτικά πιστεύω της κ. Δημητρίου, όμως η στάση της θυμίζει τη γνώριμη ενοχική Κεντροδεξιά της Μεταπολίτευσης. Αναφέρομαι στο κομμάτι εκείνο του συντηρητικού κόσμου που παγίως επιδεικνύει διάθεση κατευνασμού της ριζοσπαστικής Αριστεράς, μια διάθεση αποτυπωμένη και στο Σύνταγμα. Ολοι γνωρίζουμε το «Καραμανλής ή τανκς». Ο Κ.Κ., ως έμμεσο θύμα κι ο ίδιος του παρακράτους, έβλεπε στην Ακροδεξιά τη σοβαρότερη απειλή για την εύθραυστη δημοκρατία, και στην οργανωμένη Αριστερά τον πιο πρόθυμο υπερασπιστή της. Προσπαθώντας να τηρήσει ισορροπίες, προώθησε ένα σύνολο συνταγματικών και νομοθετικών πρωτοβουλιών σαφώς αριστερόστροφων. Παράλληλα αποδέχθηκε μια αντίστοιχη επέλαση στην Παιδεία, στον Τύπο και στον Πολιτισμό, με αποτέλεσμα την απόλυτη κυριαρχία της εγχώριας Αριστεράς στους χώρους διαμόρφωσης συνειδήσεων.

Εδρασε ο ιδρυτής της Ν.Δ. αντίθετα προς τα συμφέροντα της παράταξής του, ίσως και της ίδιας της χώρας; Οχι. Ολη η Δύση την ίδια συνταγή ακολουθούσε το ’70, εποχή εξεγέρσεων των νεαρών baby boomers μετά το Βιετνάμ, τον Μάη και την πετρελαϊκή κρίση. Σε μια εύφλεκτη Ελλάδα, τραυματισμένη από τη δικτατορία και την Κύπρο, θα ήταν γελοίο αν απαιτούσαμε πρώιμες... θατσερικές πολιτικές. Ο Καραμανλής κατάφερε να αποφορτίσει το κλίμα, η δε εισδοχή μας στην ΕΟΚ θωράκισε το πολίτευμα.

Το δυστύχημα είναι πως αυτή η κατευναστική στάση διατηρήθηκε ακόμη και μετά τον ταυτόχρονο θάνατο της ΕΣΣΔ και του εγχώριου αντικομμουνιστικού οικοδομήματος. Ο μετεμφυλιακός μπαμπούλας έγινε οριστικά παρελθόν, ωστόσο διασώθηκε το ξόρκι που προοριζόταν να τον κρατήσει ήσυχο. Στην πορεία το ξόρκι είχε γίνει πολύ πιο δυνατό από τον μπαμπούλα, επιβάλλοντας μια ιδιότυπη αντίληψη για την πρόοδο της χώρας και για τη διεθνή θέση της. Αυτή η μάλλον συμπλεγματική και αυτοκαταστροφική αντίληψη αποτυπώθηκε με ενάργεια στο δημοψήφισμα του 2015.

Η ομηρία στην οποία είχε τεθεί η χώρα καταδείχθηκε τον Δεκέμβριο του ’08, όταν μια νέα φουρνιά αριστερών ηγετών ανέλαβε τη γενική διεύθυνση του ευρύτερου «επαναστατικού» χώρου. Μία καλοζωισμένη φουρνιά, προκλητικά χαϊδεμένη από την ελίτ, και γι’ αυτό αδιάλλακτη στις απαιτήσεις της. Τώρα οι ίδιοι έχουν εγκατασταθεί στο Μαξίμου και παλεύουν κάπως να υλοποιήσουν όσα οραματίζονταν σαν φοιτητές. Επιδιώκουν τη διαιώνιση της σουρεαλιστικής υποταγής του συντηρητικού κόσμου στα κελεύσματά τους, ως αυτόκλητοι προστάτες τάχα της Δημοκρατίας απ’ όσους αντιτίθενται στη μετανάστευση, απ’ όσους έχουν εθνικές ευαισθησίες, από τους οργισμένους νεόπτωχους «νοικοκυραίους», απ’ όλους όσοι τσουβαλιάζονται ως φασίστες. Ζητούν να παραμείνουν στην εξουσία για ν’αντιμετωπίσουν τις δυνάμεις που ξεθάρρεψαν εξαιτίας της φτωχοποίησης των μεσοαστών και της υποβάθμισης των κρατικών υπηρεσιών. Ζητούν συναίνεση για ένα πολίτευμα ακόμη πιο κρατικιστικό και δυσλειτουργικό, όταν μόνο με περισσότερο φιλελευθερισμό θα καταφέρουμε να ανακάμψουμε. Τώρα, στο 2018, αναβιώνουν τα διλήμματα του 1974, σπρώχνοντάς μας πίσω ολοταχώς.

* Ο κ. Φάνης Ουγγρίνης είναι επιχειρηματίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ