ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«...Oταν περνάς στη σεσημασμένη περιοχή σού φεύγουν αυτόματα όλες οι σκέψεις. Ο κίνδυνος που αντιμετωπίζεις δεν σου επιτρέπει να σκεφθείς οτιδήποτε άλλο. Εκείνες τις στιγμές είσαι εσύ, ο ερευνητής σου, και το έδαφος που από κάτω μπορεί να κρύβει θάνατο. Μια λάθος κίνηση μπορεί να φέρει την καταστροφή. Η αδρεναλίνη ανεβαίνει». Για τον αντισυνταγματάρχη Μηχανικού Παναγιώτη Καφετζέλλη και τους άνδρες του, ο πόλεμος στα βουνά της Ηπείρου και της Μακεδονίας δεν τελείωσε με την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων στην Κατοχή, ούτε με τη λήξη του εμφυλίου.

Ο εχθρός εναντίον του οποίου μάχονται είναι ύπουλος και σκοτώνει αδιακρίτως αθώους ανθρώπους. Και φυσικά δεν χαρίζεται ούτε στους ίδιους. Ο Παναγιώτης Καφετζέλλης, διοικεί το Τάγμα Εκκαθάρισης Ναρκοπεδίων Ξηράς (ΤΕΝΞ), που διεξάγει εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στο ορεινό ανάγλυφο, από το Κιλκίς, το Βίτσι και τον Γράμμο στη Δυτική Μακεδονία, έως και τη Μουργκάνα στη Θεσπρωτία, όπου τα βουνά υπήρξαν θέατρα σφοδρότατων μαχών και με την έλευση της ειρήνης οι εμπόλεμοι άφησαν πίσω τους μια θανατηφόρο κληρονομιά: περιοχές ολόκληρες «μολυσμένες» –έτσι αποκαλούνται στη στρατιωτική γλώσσα– με «ορφανά» αυτοσχέδια ναρκοπέδια ή και διάσπαρτα άσκαστα πυρομαχικά, ικανά να σπείρουν τον θάνατο. Πολλοί ανύποπτοι πολίτες έχουν χάσει τη ζωή τους και ακόμα περισσότεροι έμειναν ανάπηροι, γιατί σε μια περιήγηση στα πανέμορφα βουνά «σκόνταψαν» σ’ ένα σύρμα που ήταν συνδεδεμένο με κιβώτιο πυρομαχικών από τον εμφύλιο, το οποίο έσκασε ή κάποια παιδάκια σε χωριά τυφλώθηκαν γιατί περιεργάζονταν έναν μηχανισμό που έτυχε να βρουν στα χαλάσματα μιας αποθήκης και εξερράγη στα χέρια τους.

Ιδιαίτεροι άνθρωποι

Ποιοι είναι, όμως, αυτοί οι «πολεμιστές» του αντισυνταγματάρχη Καφετζέλλη που επιδίδονται σ’ ένα καθημερινό παιχνίδι με τον θάνατο; «Οι ναρκαλιευτές είναι μια ξεχωριστή πάστα ανθρώπων», λέει ο κ. Καφετζέλλης, που έχει ασκήσει και ο ίδιος το άκρως επικίνδυνο αυτό επάγγελμα.

«Ενας ναρκαλιευτής, άνδρας ή γυναίκα, είναι επαγγελματίας. Δεν νοείται να ξενυχτήσει, να πιει. Αν είναι ξενυχτισμένος το λέει ο ίδιος ή τον ελέγχει το πρωί ο ομαδάρχης και μένει έξω, δεν ξεκινάει ποτέ να επιχειρήσει σε τέτοια κατάσταση. Οταν περνά στη σεσημασμένη περιοχή έχοντας μαζί του τον ερευνητή, το κράνος στο κεφάλι και το γιλέκο στο κορμί του αφήνει κάθε άλλη σκέψη απέξω. Το λάθος εδώ δεν επιτρέπεται. Πρέπει να είσαι απολύτως συγκεντρωμένος στο έδαφος. Ακούς τον ήχο του ερευνητή σου και δεν ξέρεις τι έχεις από κάτω. Ψάχνεις στο χώμα με το χέρι ή χρησιμοποιώντας το μαχαίρι και δεν ξέρεις τι θα βρεις. Αυτό είναι το συναρπαστικό, το όμορφο, η αδρεναλίνη ανεβαίνει. Δεν ξέρεις σε τι κατάσταση είναι το πυρομαχικό, πώς μπορεί να συμπεριφερθεί, πόσα χρόνια είναι εκεί, αν το πείραξε κάποιος άλλος, τι μπορεί να σου κάνει».


Ναρκαλιευτής επί το έργον. Το λάθος εδώ δεν επιτρέπεται.

Ο ναρκαλιευτής έχει για προστασία αντιβομβική στολή βαρέος τύπου που αντέχει μέχρι και τετρακόσια γραμμάρια εκρηκτικής ύλης. «Αμα σκάσει μια νάρκη μπορεί να μην τον σκοτώσει ακαριαία αλλά σίγουρα θα του κάνει ζημιά και μάλιστα μεγάλη. Αν σκάσει χειροβομβίδα μπροστά του θα του κάνει σίγουρα ζημιά. Αυτό που κάνουν οι άνθρωποι αυτοί κάθε μέρα είναι ανεπανάληπτο, το ξέρω το έχω ζήσει. Οταν ο ναρκαλιευτής εντοπίσει κάτι καθαρίζει προσεκτικά γύρω γύρω την περιοχή, το μετράει το αντικείμενο, παίρνει διαστάσεις και με τον φορητό υπολογιστή που κουβαλάει στέλνει τα στοιχεία στη βάση δεδομένων με την οποία είναι συνδεδεμένος. Η βάση λαμβάνοντας τα χαρακτηριστικά τον κατευθύνει στο τι πρέπει να κάνει. Του λέει ότι πρόκειται για βλήμα γερμανικό τάδε μάρκας και εποχής και πρέπει να πάρεις αυτά τα μέτρα ασφαλείας και του υποδεικνύει τους χειρισμούς για την καταστροφή του αντικειμένου». Ολα αυτά μπορεί να φαντάζουν εύκολα, η πραγματικότητα όμως είναι πιο σύνθετη, όταν ο ναρκαλιευτής καλείται να προβεί σε ευαίσθητους χειρισμούς, για να προστατεύσει πρωτίστως τη ζωή του. Εξάλλου, ο φόρος αίματος του τάγματος, από τη σύστασή του το 1954 έως σήμερα και παρά την υψηλή εκπαίδευση και τη χρήση προηγμένης τεχνολογίας, είναι βαρύς. Τριάντα δύο ναρκαλιευτές νεκροί και δεκαέξι τραυματίες. Ο διοικητής του ΤΕΝΞ, μας διευκρινίζει ότι οι επιχειρήσεις του 

Τάγματος δεν αφορούν σε νάρκες κατά προσωπικού που παλιά τοποθετούσε ο στρατός σε επιλεγμένες και καταγεγραμμένες περιοχές, δεδομένου ότι αυτές έχουν καταργηθεί και με τη συνθήκη της Οτάβας και τα ναρκοπέδια έχουν ξηλωθεί ήδη, αλλά σε «μολυσμένες περιοχές» ανά την επικράτεια. 

«Δεν αγγίζουμε τίποτα, καλούμε τις Αρχές»

«Πόσες και πού είναι οι μολυσμένες περιοχές;», ρωτάμε. «Είναι πολλές. Ισως και πεντακόσιες σε όλη την Ελλάδα. Υποπτες περιοχές είναι ο Γράμμος, το Βίτσι, η Μουργκάνα, η περιοχή των Φιλιατών, βορειότερα η Φλώρινα, το Πισοδέρι, η Βίγλα, το Σκρα στο Κιλκίς όπου έγιναν μάχες στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και έχει προγραμματιστεί η εκκαθάρισή τους». Η πιο «φορτωμένη» απ’ όλες αυτές δείχνει να είναι η ευρύτερη περιοχή της Φλώρινας (Βίγλα, Πισοδέρι, Πολυπόταμος), υπάρχουν αρκετοί μολυσμένοι χώροι, ενώ τώρα έχει δοθεί εκεί όλο το βάρος. Ισως αναρωτηθεί κάποιος για το πώς εντοπίζονται οι επικίνδυνες περιοχές δεδομένου ότι τα αυτοσχέδια ναρκοπέδια και τα «ορφανά» διάσπαρτα πυρομαχικά δεν καταγράφονταν σε χάρτες.

Ο ρόλος των πολιτών

Ο αντισυνταγματαρχης Καφετζέλλης υπογραμμίζει τη συνεργασία του στρατού με τους τοπικούς φορείς. «Οι μαρτυρίες ντόπιων πολιτών αποτελούν καθοριστικό παράγοντα για τον εντοπισμό και την εξουδετέρωση. Γίνονται κάθε Νοέμβριο συσκέψεις με τοπικούς φορείς, στα Γιάννενα, στη Φλώρινα, στην Καστοριά, στις οποίες συμμετέχουν η Περιφέρεια, οι δήμοι, η πυροσβεστική υπηρεσία, ξυλοκόποι, μανιταράδες, κυνηγοί, ορειβάτες, κ.ά. Συγκεντρώνουμε πληροφορίες, τις αξιολογούμε και σχεδιάζουμε την εκκαθάριση των ύποπτων περιοχών». Επειδή ο εχθρός είναι ύπουλος και «καραδοκεί» στα πιο απίθανα σημεία, ο έμπειρος αξιωματικός απευθύνει έκκληση στους πολίτες να μην πειράζουν ύποπτα αντικείμενα που μπορεί να βρουν στο βουνό, στο χωράφι, σε χαλάσματα σπιτιών ή αλλού και να ενημερώνουν αμέσως τις Αρχές. «Ο κίνδυνος να τους σκοτώσει ή να τους τραυματίσει εάν επιχειρήσουν να το μετακινήσουν ή να το περιεργαστούν είναι μεγάλος. Δεν το ακουμπάμε καθόλου, μένουμε μακριά, το βγάζουμε μια φωτογραφία, ειδοποιούμε τις Αρχές», επισημαίνει και αφηγείται μια περίπτωση στην Καστοριά.  


Ανδρας του ΤΕΝΞ με τον απαραίτητο εξοπλισμό. Ο φόρος αίματος του Τάγματος, από το 1954 που συστάθηκε, είναι βαρύς: 32 νεκροί, 16 τραυματίες.

«Ενα Σάββατο, πρόσφατα, κληθήκαμε να επέμβουμε στο Νεστόριο όπου ένας περιπατητής που είχε ανέβει με λεωφορείο στον Γράμμο, βρήκε ένα άσκαστο βλήμα όλμου και θεώρησε καλό να το πάρει για σουβενίρ. Το ανέβασε στο λεωφορείο, το άφησε στο διπλανό κάθισμα και μάλιστα όταν κατέβηκε το πήρε μαζί του στο ξενοδοχείο. Κάποια στιγμή όμως σκέφθηκε ότι το σουβενίρ μπορεί να εκραγεί και, συνειδητοποιώντας τι είχε κάνει, ξεσήκωσε τον κόσμο. Ειδοποιήθηκε η αστυνομία και διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο περί άσκαστου βλήματος. Συνελήφθη, μαζί και ο οδηγός του λεωφορείου, επενέβη εισαγγελέας. Το παραλάβαμε και το εξουδετερώσαμε. Σκέφτεστε τι θα γινόταν αν είχε εκραγεί στο λεωφορείο;».

Ελεούσα, ένα χωριό των Ιωαννίνων δίπλα σε χειροβομβίδες και βλήματα

Επί εβδομήντα και πλέον χρόνια οι κάτοικοι ενός χωριού στη δυτική παρυφή των Ιωαννίνων, της Ελεούσας, καλλιεργούσαν αμπέλια και καπνά σε χωράφια όπου το χώμα ήταν «εμπλουτισμένο» με εκρηκτικές ύλες. Και μπορεί η «λίπανση» με ΤΝΤ να μη βελτίωνε την ποιότητα του κρασιού ούτε να έκανε πιο απολαυστικό το στριφτό τσιγάρο της εποχής, αλλά αυτό ήταν το λιγότερο για τους ανθρώπους που ζούσαν πάνω σ’ ένα ναρκοπέδιο κίνδυνο-θάνατο.

«Οταν οργώναμε, το υνί έβγαζε από τη γη χειροβομβίδες και βλήματα, αλλά τι να κάναμε τότε, υπήρχε φτώχεια και έπρεπε να ζήσουμε από τα χωράφια», αφηγείται ο ενενηντάχρονος σήμερα Μιχάλης Σάπκας. «Μικρά παιδιά ακρωτηριάστηκαν γιατί έβρισκαν άσκαστα πυρομαχικά και τα περιεργάζονταν. Σε μια περίπτωση δύο αγόρια βρήκαν ένα μπουκάλι με βιτριόλι και παίζοντας, χωρίς να ξέρουν τι ήταν αυτό, το ένα περιέλουσε το άλλο και το κατέκαψε. Το παιδί παραμορφώθηκε...», λέει. Τέλος στον καθημερινό εφιάλτη των κατοίκων της Ελεούσας έδωσε πριν από τρία χρόνια το Τάγμα Εκκαθάρισης Ναρκοπεδίων Ξηράς (ΤΕΝΞ) του στρατού που «καθάρισε» την περιοχή και την παρέδωσε ασφαλή στους κατοίκους. Η Ελεούσα ήταν μία από τις «μολυσμένες» περιοχές της ορεινής (κυρίως) Ελλάδας, όπου η γη έκρυβε στο χώμα διάσπαρτα εκρηκτικά ικανά να σπείρουν τον θάνατο ή στην «καλύτερη» περίπτωση να προκαλέσουν αναπηρίες, ακόμα και τύφλωση. Αποχωρώντας από τα Γιάννενα το 1944 οι Γερμανοί ανατίναξαν τις αποθήκες πυρομαχικών, πλην όμως χιλιάδες βλήματα μικρού και μεγάλου διαμετρήματος, χειροβομβίδες, νάρκες, κιβώτια με σφαίρες, ακόμα και συσκευασμένες ποσότητες ΤΝΤ, δεν έσκασαν και παρέμειναν ενταφιασμένα για να αποτελέσουν ένα εφιαλτικό κληροδότημα του πολέμου στις μετέπειτα γενεές. Την εκκαθάριση ανέλαβε και διεξήγαγε με επιτυχία το ΤΕΝΞ ανακουφίζοντας τους κατοίκους. Για το έργο του μάλιστα το τάγμα βραβεύθηκε από τον Δήμο Ζίτσας σε ειδική τελετή, τον περασμένο Μάιο.


«Μολυσμένες» λέγονται οι περιοχές με «ορφανά», αυτοσχέδια ναρκοπέδια.

«Δουλεύαμε δύο χρόνια»

«Υπήρξε διασπορά σε σπίτια, σε κοτέτσια, σε αποθήκες. Μπορεί να οικοδομήθηκε η περιοχή, αλλά τα πυρομαχικά είχαν μείνει στο χώμα, δεν είχαν αφαιρεθεί. Ο κόσμος ζούσε πάνω σ’ ένα ναρκοπέδιο, σ’ ένα κομμάτι γης μολυσμένο με κατάλοιπα εκρηκτικών και πυρομαχικών.

Βρήκαμε πάρα πολλά εκεί και επειδή ήταν μέσα στο χωριό κάναμε 1,5 με 2 χρόνια να τα αφαιρέσουμε», λέει ο Παναγιώτης Καφετζέλλης.


«Οταν οργώναμε, το υνί έβγαζε από τη γη χειροβομβίδες και βλήματα, αλλά τι να κάναμε τότε, υπήρχε φτώχεια και έπρεπε να ζήσουμε από τα χωράφια», αφηγείται ο ενενηντάχρονος σήμερα Μιχάλης Σάπκας (δεν εικονίζεται).

«Βγάλαμε εκατοντάδες πυρομαχικά. Ηταν δύσκολο, γιατί είχες να κάνεις με ανθρώπους που κυκλοφορούσαν, η περιοχή ήταν πυκνοκατοικημένη, ήταν κόσμος στις αυλές, στους δρόμους. Οι άνθρωποι τόσα χρόνια ζούσαν και δραστηριοποιούνταν πάνω σε εκρηκτικά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ένα άνδρας που ήρθε και μας είπε: παιδιά μην ψάχνετε σ’ αυτόν εδώ τον χώρο, έχω περάσει πολλές φορές με το τρακτέρ και μάλιστα φορτωμένο. Οπότε, το μεσημέρι της ίδιας μέρας τον φωνάζουμε και του λέμε: Ελα να δεις, ήταν τρία βλήματα όλμου εκεί που πατούσαν οι ρόδες του τρακτέρ». 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ