ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

47 χρόνια πριν.Τον Φεβρουάριο του 1971, ο αντιπρόεδρος της δικτατορικής κυβέρνησης υπό τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, Στυλιανός Παττακός, πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στο Κάιρο, όπου συναντήθηκε με τον πρόεδρο της Ηνωμένης Αραβικής Δημοκρατίας, Ανουάρ Σαντάτ. Η επίσκεψη Παττακού στο ισχυρότερο αραβικό κράτος της εποχής, λίγους μήνες μετά την κρίση της Ιορδανίας και τον «Μαύρο Σεπτέμβρη», θα πρέπει να ενταχθεί στο πλαίσιο μιας ευρύτερης πολιτικής του δικτατορικού καθεστώτος να ενισχύσει τους δεσμούς της Ελλάδας με τον αραβικό κόσμο.

Η επιλογή της σύσφιγξης των ελληνοαραβικών σχέσεων από το καθεστώς Παπαδόπουλου δεν ήταν ασύμβατη με τη μεσανατολική πολιτική των προηγούμενων κυβερνήσεων – κάθε άλλο. Πράγματι, μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις είχαν ακολουθήσει φιλοαραβική πολιτική, ενώ οι σχέσεις των Αθηνών με το Τελ Αβίβ διέρχονταν περίοδο παρατεταμένης κρίσης. Οι παραδοσιακοί δεσμοί με τον αραβικό κόσμο, τα γενικότερα ελληνικά συμφέροντα στη Μέση Ανατολή και στα Πατριαρχεία Ιεροσολύμων και Αντιοχείας, ο φόβος αντιποίνων εις βάρος του αιγυπτιώτη Ελληνισμού και η ανάγκη εξασφάλισης της υποστήριξης των αραβικών κρατών στα Ηνωμένα Εθνη για την προώθηση των ελληνικών θέσεων ήταν οι σημαντικότεροι παράγοντες που υπαγόρευαν διαχρονικά την υιοθέτηση φιλοαραβικής πολιτικής.

Εξάλλου, δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι το 1947 η Ελλάδα ήταν το μοναδικό κράτος του δυτικού κόσμου που τάχθηκε κατά της ίδρυσης του Ισραήλ, ενώ το 1949 αναγνώρισε το νέο κράτος μόνο de facto. Εκτοτε, όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις απέφευγαν εξακολουθητικά να αναγνωρίσουν και de jure το Ισραήλ, προκαλώντας την έντονη δυσαρέσκεια και απογοήτευση του Τελ Αβίβ.

Σε φιλοαραβική βάση η εξωτερική πολιτική

Η στάση της πρώτης δικτατορικής κυβέρνησης υπό τον Κωνσταντίνο Κόλλια κατά τη διάρκεια του Πολέμου των Εξι Ημερών (5-10 Ιουνίου 1967) φάνηκε κατ’ αρχάς να επιβεβαιώνει τον φιλοαραβικό προσανατολισμό των συνταγματαρχών. Πράγματι, στις 7 Ιουνίου 1967, η κυβέρνηση των Αθηνών ανακοίνωσε ότι θα τηρούσε στάση αυστηρής ουδετερότητας, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι «το ελληνικόν έδαφος δεν δύναται να χρησιμοποιηθή διά την καθ’ οιονδήποτε τρόπον υποβοήθησιν των αρξαμένων πολεμικών επιχειρήσεων». Στην πραγματικότητα η στάση ουδετερότητας ευνοούσε τα αραβικά κράτη, αφού βάσεις επί ελληνικού εδάφους θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν μόνο από τις ΗΠΑ και μόνο για την ενίσχυση των Ισραηλινών. Στα τέλη Ιουνίου, ο Ελληνας αντιπρόσωπος στον ΟΗΕ, Αλέξης Λιάτης, ζήτησε από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης την «άνευ καθυστερήσεως» αποχώρηση των ισραηλινών στρατευμάτων από τα Κατεχόμενα και χαρακτήρισε την προσάρτηση της παλαιάς πόλης της Ιερουσαλήμ «καταφώρως παράνομον και απαράδεκτον». Στο πλαίσιο αυτό, η ελληνική αντιπροσωπεία στον ΟΗΕ υποστήριξε σχέδιο πρότασης που υποβλήθηκε από τη Γιουγκοσλαβία, το οποίο απαιτούσε την επιστροφή στα προπολεμικά σύνορα.

Τα επόμενα χρόνια, οι δημόσιες τοποθετήσεις του δικτατορικού καθεστώτος εμπέδωσαν την αίσθηση ότι αποσκοπούσε στην αποφυγή κάθε ενέργειας που θα μπορούσε να προκαλέσει τη δυσαρέσκεια του αραβικού κόσμου. Ετσι, όταν τον Δεκέμβριο του 1968 Παλαιστίνιοι κομάντος επιτέθηκαν εναντίον ισραηλινού αεροσκάφους στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, η κυβέρνηση Παπαδόπουλου καταδίκασε την επίθεση, αλλά απέφυγε να χαρακτηρίσει τους Παλαιστινίους τρομοκράτες. Αντίστοιχα, τον Αύγουστο του 1973, η ελληνική πλευρά καταδίκασε την επίθεση μαχητών της παλαιστινιακής οργάνωσης «Μαύρος Σεπτέμβρης» εναντίον επιβατών στο αεροδρόμιο του Ελληνικού ως έγκλημα κοινού δικαίου και όχι ως πολιτικό έγκλημα. Επιπλέον, από τον Φεβρουάριο του 1971 έως τον Ιούνιο του επόμενου έτους, ο Παττακός πραγματοποίησε σειρά επίσημων επισκέψεων στην Αίγυπτο, στη Λιβύη, στη Συρία και στον Λίβανο με σκοπό την περαιτέρω σύσφιγξη των ελληνοαραβικών σχέσεων.

Σταδιακά «ανοίγματα» και προς το Τελ Αβίβ

Την ίδια περίοδο, όμως, το δικτατορικό καθεστώς κινήθηκε και προς την κατεύθυνση της ομαλοποίησης των σχέσεων με το Ισραήλ. Βέβαια, ο Παπαδόπουλος δεν ήταν διατεθειμένος να υποκαταστήσει τους παραδοσιακούς δεσμούς με τον αραβικό κόσμο με τη δημιουργία ενός άξονα Αθηνών - Τελ Αβίβ, προορισμένου να θέσει σε κίνδυνο τα ελληνικά συμφέροντα στη Μέση Ανατολή. Παρ’ όλα αυτά, η προσπάθεια της δικτατορίας να μην επιδεινωθούν περαιτέρω οι σχέσεις με το Ισραήλ διαφάνηκε ήδη κατά τη διάρκεια του Πολέμου των Εξι Ημερών, όταν ο Παττακός συναντήθηκε με τον Αμερικανό πρεσβευτή στην Αθήνα, Phillips Talbot, και έθεσε στη διάθεση των ΗΠΑ τις ελληνικές υπηρεσίες «με οποιονδήποτε τρόπο ήθελε η Ουάσιγκτον». Πράγματι, παρά τις δημόσιες τοποθετήσεις της, η κυβέρνηση Κόλλια επέτρεψε τη χρήση της Σούδας από τον αμερικανικό 6ο Στόλο, του Ελληνικού από αεροπλάνα ανεφοδιασμού, μεταφορών και ηλεκτρονικής παρακολούθησης και του αεροδρομίου της Ρόδου για προσγείωση ισραηλινών ελικοπτέρων. Επιπλέον, τον Ιούνιο του 1967 η ελληνική αντιπροσωπεία στον ΟΗΕ υιοθέτησε το σχέδιο πρότασης της Γιουγκοσλαβίας, όχι όμως και της Αλβανίας που κατηγορούσε το Ισραήλ για «ιμπεριαλιστική επιθετικότητα» κατά των Αράβων.

Το 1968 η κυβέρνηση Παπαδόπουλου φέρεται να εξέτασε για πρώτη φορά το ενδεχόμενο de jure αναγνώρισης του Ισραήλ. Το 1969 οι δύο χώρες διόρισαν για πρώτη φορά διπλωματικούς αντιπροσώπους με το αξίωμα και τον ρόλο του πρέσβη. Το 1972 ο αρχηγός της ελληνικής αντιπροσωπείας στον ΟΗΕ, Κωνσταντίνος Παναγιωτάκος, προσπάθησε εκ νέου να προωθήσει την de jure αναγνώριση του Ισραήλ. Αν και οι προσπάθειες αυτές δεν οδήγησαν στο επιθυμητό αποτέλεσμα, ήταν ασφαλώς ενδεικτικές των θετικών διαθέσεων του δικτατορικού καθεστώτος έναντι του Τελ Αβίβ, δεδομένου μάλιστα ότι αντίστοιχες πρωτοβουλίες που είχαν ληφθεί πριν από το 1967 από την ισραηλινή πλευρά είχαν επανειλημμένως προσκρούσει στην κατηγορηματική άρνηση των ελληνικών αρχών να συζητήσουν το θέμα. Τέλος, το 1972 η ελληνική κυβέρνηση επέτρεψε στον ισραηλινό στρατό να διεξαγάγει ασκήσεις σε ελληνικό έδαφος, κάτι που φάνταζε αδιανόητο τις δεκαετίες του 1950 και του 1960.

Τα κίνητρα της νέας πολιτικής απέναντι στους Αραβες και στο Ισραήλ

Τα διαθέσιμα στοιχεία, λοιπόν, καταδεικνύουν ότι η δικτατορία των συνταγματαρχών επεδίωξε τη σταδιακή αναβάθμιση των ελληνοϊσραηλινών σχέσεων, δίχως όμως να θέσει σε κίνδυνο τους παραδοσιακούς δεσμούς με τον αραβικό κόσμο. Αυτό συνέβη για μία σειρά από λόγους:
Πρώτον, το «άνοιγμα» της δικτατορίας των συνταγματαρχών όχι μόνο στο Ισραήλ, αλλά και στα κράτη του σοβιετικού συνασπισμού, στην Αλβανία και στην Κίνα, υπαγορεύθηκε πρωτίστως από την ανάγκη διεθνούς νομιμοποίησης του καθεστώτος μετά την απομόνωση στην οποία είχε περιέλθει ως συνέπεια της καταδίκης του από το Συμβούλιο της Ευρώπης, του «παγώματος» της Συμφωνίας Σύνδεσης με την ΕΟΚ και της υποβάθμισης των πολιτικών σχέσεων με τα κράτη της Δυτικής Ευρώπης.

Δεύτερον, σημαντικό ρόλο στην αλλαγή στάσης έναντι του Ισραήλ έπαιξε ο αμερικανικός παράγοντας. Σε μία περίοδο κατά την οποία η εμπέδωση ισχυρών δεσμών με το Τελ Αβίβ είχε αναδειχθεί σε μείζονα στρατηγική προτεραιότητα του State Department (ιδιαίτερα επί υπουργίας Χένρι Κίσινγκερ), οι πιέσεις της Ουάσιγκτον προς το δικτατορικό καθεστώς για αποκατάσταση των ελληνοϊσραηλινών σχέσεων δεν μπορούσαν να αγνοηθούν. Δεδομένης της μεγάλης σημασίας που απέδιδε η ελληνική δικτατορία στη διατήρηση στενών σχέσεων με την Ουάσιγκτον, η στρατηγική των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή είχε μοιραία αντίκτυπο και στην ελληνική πολιτική στην περιοχή.

Τρίτον, το 1967-73 υπήρχαν πλέον οι προϋποθέσεις εκείνες που καθιστούσαν πιο πιθανή την ομαλοποίηση των σχέσεων Ελλάδας - Ισραήλ σε σχέση με το παρελθόν. Η φιλοαραβική πολιτική που είχαν ακολουθήσει σταθερά οι ελληνικές κυβερνήσεις από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου έως την επιβολή της δικτατορίας υπαγορευόταν από δύο βασικές προτεραιότητες: την προστασία της ελληνικής κοινότητας της Αιγύπτου και την εξασφάλιση της υποστήριξης των αραβικών κρατών στον ΟΗΕ για το Κυπριακό. Ωστόσο, έως τα μέσα της δεκαετίας του 1960 το μεγαλύτερο μέρος του αιγυπτιώτη ελληνισμού είχε αναγκαστεί να εγκαταλείψει τις εστίες του εξαιτίας των μέτρων που είχε λάβει το 1957 και το 1961 ο Νάσερ. Παράλληλα, από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 ο ρόλος του ΟΗΕ στη διευθέτηση του Κυπριακού ζητήματος είχε περιοριστεί σημαντικά, ενώ μετά το 1968 η πρωτοβουλία πέρασε στις δύο κοινότητες της νήσου. Με άλλα λόγια, οι εξελίξεις σε Αίγυπτο και Κύπρο υποβάθμισαν τη σημασία του αραβικού κόσμου για τα ευρύτερα συμφέροντα του Ελληνισμού, καθιστώντας την Ελλάδα λιγότερο ευάλωτη στις πιέσεις των αραβικών κρατών, τα οποία κατά το παρελθόν είχαν αντιδράσει έντονα στο ενδεχόμενο de jure αναγνώρισης του Ισραήλ.

Σε κάθε περίπτωση, το «άνοιγμα» της δικτατορίας των συνταγματαρχών προς το Ισραήλ είχε τα όριά του: η Ελλάδα δεν αναγνώρισε de jure το Ισραήλ, ενώ οι σχέσεις με τον αραβικό κόσμο παρέμειναν σε αρκετά ικανοποιητικό επίπεδο. Εξάλλου, έως τον Νοέμβριο του 1973 στην ηγεσία του υπουργείου των Εξωτερικών ήταν δύο προσωπικότητες, ο Παναγιώτης Πιπινέλης και ο Χρήστος Ξανθόπουλος-Παλαμάς, που διαχρονικά υποστήριζαν την ανάγκη διατήρησης φιλικών επαφών με τα αραβικά κράτη. Μετά την κυπριακή τραγωδία και την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, οι κυβερνήσεις της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ προσπάθησαν να ενισχύσουν τους ελληνικούς δεσμούς με τα αραβικά κράτη, με αποτέλεσμα η ομαλοποίηση των ελληνοϊσραηλινών σχέσεων να μην επέλθει παρά μόνο το 1990, όταν η κυβέρνηση Μητσοτάκη αναγνώρισε και de jure το κράτος του Ισραήλ, 42 χρόνια μετά την ίδρυσή του.

* Ο κ. Μανόλης Κούμας είναι διδάκτωρ Ιστορίας του ΕΚΠΑ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ