ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι 3 στόχοι του σχεδίου μείωσης των κόκκινων δανείων της ΤτΕ

ΕΥΓΕΝΙΑ ΤΖΩΡΤΖΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Να καθαρίσει το προβληματικό χαρτοφυλάκιο των τραπεζών ώστε να μπορέσουν να χρηματοδοτήσουν την οικονομία, να «ξορκίσει» τον φόβο των επενδυτών για το ενδεχόμενο μιας κρατικοποίησης των τραπεζών και να τις βοηθήσει να βγουν με νέα «εργαλεία» στις αγορές έχει ως στόχους το σχέδιο της ΤτΕ για τη μείωση των κόκκινων δανείων.
 
Το σχέδιο προβλέπει τη μεταφορά 40 δισ. ευρώ κόκκινων δανείων που έχουν καταγγελθεί, τα οποία έχουν στα χαρτοφυλάκιά τους οι τράπεζες, σε ένα όχημα ειδικού σκοπού (SPV). Στον πυρήνα της πρότασης είναι, επίσης, η μεταφορά στο SPV μέρους από τον αναβαλλόμενο φόρο (DTC) που έχουν στα κεφάλαιά τους οι τράπεζες, ύψους 7,5 δισ. ευρώ. Ο αναβαλλόμενος φόρος αποτελεί σήμερα βασικό τμήμα των ιδίων κεφαλαίων τους και είναι ουσιαστικά η παραίτηση του Δημοσίου από τον φόρο επί μελλοντικών κερδών των τραπεζών, προκειμένου να αντισταθμιστεί η ζημία που υπέστησαν από το «κούρεμα» των ομολόγων στο πλαίσιο του PSI. Στον βαθμό που δεν είναι «φρέσκο» χρήμα θεωρείται κακής ποιότητας κεφάλαιο. Η νομοθεσία προβλέπει ότι σε περίπτωση που οι τράπεζες είναι κερδοφόρες δεν θα καταβάλλουν τον αναλογούντα φόρο στο Δημόσιο. Αντίθετα, σε περίπτωση που έχουν ζημίες, το Δημόσιο θα καταβάλλει ποσό ίσο με το 30% της ζημίας, παίρνοντας μετοχές.
 
Η πρόταση της ΤτΕ παρουσιάστηκε την εβδομάδα που μας πέρασε στις διοικήσεις των ελληνικών τραπεζών, από την πλευρά των οποίων σημειώνεται ότι πρόκειται για ένα πρόσθετο εργαλείο στην προσπάθεια μείωσης των κόκκινων δανείων, που σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να ατονήσει. Η λύση που προτείνει η ΤτΕ:
 
• Επιτρέπει τη δραστική μείωση κατά 46% του δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPEs) και συγκεκριμένα στο 33% από 48% σήμερα, ενώ σε απόλυτα νούμερα τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια θα υποχωρήσουν από 85,9 στα 45,8 δισ.
• Περιορίζει την πιθανότητα ενεργοποίησης του αναβαλλόμενου φόρου στην περίπτωση που οι τράπεζες εμφανίσουν ζημίες και έτσι αποτρέπει μια κρατικοποίηση των τραπεζών.
• Βελτιώνει τη σύνθεση των κεφαλαίων των τραπεζών, οι οποίες στη συνέχεια θα προσφύγουν στις αγορές για να καλύψουν το μέρος των κεφαλαίων που χάνουν από τον αναβαλλόμενο φόρο με την έκδοση ομολόγων Tier ΙΙ. Οι υπολογισμοί ανεβάζουν τις κεφαλαιακές ανάγκες στις 3 ποσοστιαίες μονάδες (περί τα 3-5 δισ. ευρώ για όλο το τραπεζικό σύστημα) και η επίπτωση διαφοροποιείται ανά τράπεζα.
 
Το σχέδιο της ΤτΕ προβλέπει ότι τα κόκκινα δάνεια θα μεταφερθούν στο SPV σε μειωμένες τιμές σε σχέση με την ονομαστική τους αξία. Τα καταναλωτικά θα μεταφερθούν στο 4% της αξίας τους, τα στεγαστικά στο 30%, τα δάνεια των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στο 27,5%, των πολύ μικρών επιχειρήσεων στο 22,5% και τα ναυτιλιακά στο 30%. Αγοράζοντας αυτά τα δάνεια το SPV θα εκδώσει ομόλογα υψηλής διαβάθμισης (senior), μεσαίας (mezzanine) και μειωμένης εξασφάλισης (subordinated), ανάλογα με το ρίσκο που έχει κάθε κατηγορία δανείων. Τα ομόλογα θα επιδιωχθεί να πωληθούν σε επενδυτές, ενώ ένα μέρος τους –αυτό με την υψηλή διαβάθμιση– θα το πάρουν οι τράπεζες στους ισολογισμούς τους.
 
Το SPV θα αναθέσει αυτά τα δάνεια σε διαχειριστές, οι οποίοι θα αναλάβουν να ανακτήσουν μέρος των οφειλών. Τη διαφορά από τα ποσά που θα μπορέσουν να εισπράξουν, σε σχέση με την τιμή που κατέβαλε το SPV για την αγορά αυτών των δανείων, θα την καλύψει το Δημόσιο μέσω του αναβαλλόμενου φόρου. Το Δημόσιο θα υποχρεωθεί να καταβάλει μετρητά, εγγυήσεις ή ομόλογα, μετασχηματίζοντας ουσιαστικά μια υποσχετική σε φρέσκο χρήμα. Με δεδομένο ωστόσο ότι ο αναβαλλόμενος φόρος έχει εγκριθεί ότι δεν συνιστά κρατική ενίσχυση, θεωρείται ότι το μοντέλο που προωθείται μπορεί να τύχει της θετικής υποδοχής της Διεύθυνσης Ανταγωνισμού της Ε.Ε. H ΤτΕ θα έχει τις προσεχείς μέρες διαδοχικές επαφές για το θέμα με όλες τις αρμόδιες αρχές.
Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ