Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος: Αμνοί

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Ο αιφνιδιασμός ήταν διπλός. Το προσύμφωνο Τσίπρα - Ιερωνύμου αιφνιδίασε επειδή η κυοφορία του είχε κρατηθεί μυστική. Αιφνιδίασε όμως και σε δεύτερο χρόνο, όταν φάνηκε ότι μπορεί να προκαλέσει ενδοεκκλησιαστικό σχίσμα. Ηταν ένα ντιλ που έδινε όλη την εξουσία και όλα τα αργύρια στην Ιεραρχία, αφήνοντας για την Πολιτεία μόνο έναν λογιστικό συμβολισμό: την εικονική απαλλαγή της από τη μισθοδοσία του κλήρου. Κανείς δεν είχε προβλέψει ότι μια διευθέτηση τόσο επωφελής για την Εκκλησία θα έβρισκε αντίθετη την ίδια την Εκκλησία. Δεν το είχε προβλέψει το δίδυμο που τη συμφώνησε. Δεν το είχε προβλέψει βεβαίως ούτε η Νέα Δημοκρατία, που αρχικώς χαιρέτισε τη συμφωνία ως όψιμη προσχώρηση στις δικές της απόψεις.

Κατά την πάγια περιγραφή της Αρχιεπισκοπής, η σχέση Τσίπρα - Ιερωνύμου είναι «λειτουργική». Μια παράπλευρη συνέπεια αυτής της λειτουργικότητας ήταν ότι βραχυκύκλωνε πάντα τη Ν.Δ. Σε δογματικά ζητήματα, που ο Αρχιεπίσκοπος χειριζόταν με πολύτιμη για την κυβέρνηση διακριτικότητα, η Ν.Δ. δεν μπορούσε να εμφανίζεται δογματικότερη του προκαθημένου. Στις πολιτικές συμφωνίες του Ιερωνύμου με το Μαξίμου, η Ν.Δ. δεν μπορούσε εύκολα να αντιταχθεί, χωρίς να δώσει την εντύπωση ότι αντιτάσσεται και στον ίδιο τον Ιερώνυμο.

Σε αυτήν την πολιτικώς ζυγισμένη ευλάβεια μπορεί να αποδοθεί και η συγκαταβατική υποδοχή του ντιλ από τη Ν.Δ. Το κόμμα λέει ότι ο πρόεδρός του δεν είχε ενημερωθεί. Ακόμη κι αν είχε εμπιστευτικώς ενημερωθεί, δεν θα είχε αντιδράσει διαφορετικά. Δεν θα είχε καταγγείλει μια συμφωνία που έφερε αρχιεπισκοπική βούλα.

Μετά τις ανέλπιστες αντιδράσεις του κλήρου και της Ιεραρχίας, τα ευσεβή χείλη της Δεξιάς δεν μπορούσαν πια να μείνουν άλαλα. Μεταξύ Εκκλησίας και Αρχιεπισκόπου, η Ν.Δ. προτίμησε να ταχθεί με την Εκκλησία. Διοχετεύοντας το σενάριο της συνάντησης Μητσοτάκη - Ιερωνύμου, το Μαξίμου προσπαθεί τώρα να παρουσιάσει τον πρόεδρο της Ν.Δ. ως συμμέτοχο σε κρυφές διαβουλεύσεις με την κεφαλή της Εκκλησίας. Προσπαθεί δηλαδή να τον παρουσιάσει σαν Τσίπρα, μήπως και μπορέσει να παρουσιάσει τον Τσίπρα, ξαφνικά, σαν αντικληρικαλιστή.

Ομως, το ναυάγιο του προσυμφώνου σηματοδοτεί μιαν άλλη στροφή: Η σχέση του πρωθυπουργού με τον Αρχιεπίσκοπο από πολιτικό ατού κατέληξε βάρος. Αμφότερες οι πλευρές υπερεκτίμησαν τον δεσμό τους. Αυτό που ο Αρχιεπίσκοπος παρουσίασε ως σχέση πνευματικής διαβουκόλησης, εκτέθηκε σαν πολιτικός συνεταιρισμός. Και κάηκε.

Αποκαθηλώνεται έτσι άλλος ένας πυλώνας της τσιπρικής διακυβέρνησης – ένα αντέρεισμα πολύτιμο ακριβώς επειδή βρισκόταν εκτός μάχιμης πολιτικής. Ο Μακαριώτατος δεν μπορεί πια να υπολογίζει ότι βρήκε στον Τσίπρα έναν χρυσόμαλλο αμνό. Και ο πρωθυπουργός δεν μπορεί να φαντάζεται ότι βρήκε στον Ιερώνυμο έναν «Παυλόπουλο» με ράσα. Ποιμαντικά η σχέση μπορεί να είναι «λειτουργική». Προεκλογικά εξαγρίωσε το ποίμνιο που σκόπευε να μαντρώσει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ