ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μετά το δειλό ξεκίνημα του 2017 και την απροσδόκητα επιτυχημένη περασμένη σεζόν, το «Midnight Express», ο μοναδικός μεταμεσονύχτιος θεσμός στα κινηματογραφικά δρώμενα της Αθήνας, ανανεώνει το εβδομαδιαίο ραντεβού του στη σκοτεινή αίθουσα της Ααβόρας (κάθε Σάββατο προς Κυριακή, ώρα 00:30), προσφέροντας απλόχερα ανατριχίλες, γέλιο, νοσταλγία και διαδραστικές κινηματογραφικές εμπειρίες σε όσους αρέσκονται να βυθίζονται στο σκοτάδι μίας κινηματογραφικής αίθουσας τις πρώτες πρωινές ώρες. Με σεβασμό στην ουσία και την ιστορία των μεταμεσονύχτιων προβολών σε όλες τους τις εκφάνσεις, στα βαγόνια του «Midnight Express» επιβαίνουν αποκλειστικά Β-movies, κλασικές ταινίες τρόμου και επιστημονικής φαντασίας, ανένταχτες σινεφίλ δημιουργίες, ταινίες δράσης, cult «διαμάντια» και λατρεμένα κινηματογραφικά «σκουπίδια», συνυπάρχοντας αρμονικά σε ένα ιδιαίτερο σύνολο, στο οποίο ο Εντ Γουντ μπορεί να συνομιλεί με τον Τζον Κασσαβέτης και ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ να κάθεται δίπλα δίπλα με τον Σιλβέστερ Σταλόνε και τον Μπρους Λι.

Οι αμετανόητοι κινηματογραφόφιλοι και πρωτεργάτες της επιστροφής των μεταμεσονύχτιων προβολών στην αθηναϊκή νύχτα, ο κριτικός κινηματογράφου Άκης Καπράνος και η αρχαιολόγος και ιδιοκτήτρια της Ααβόρας, Πέγκυ Ρίγγα, μιλούν στο kathimerini.gr για τις μεσαμεσονύχτιες προβολές του χθες και του σήμερα, τις συναισθηματικές ανάγκες που τους ώθησαν σε αυτό το εγχείρημα, το σκεπτικό πίσω από την επιλογή των ταινιών και τις «περιπέτειες» για την απόκτηση των δικαιωμάτων τους, το μυημένο κοινό που «Εξπρές», τις δικές τους «πινελιές» σε έναν κινηματογραφικό θεσμό που προϋπήρχε αυτών και τη «μυσταγωγία» του σινεμά μετά τα μεσάνυχτα.

- Τι θυμόσαστε από το πρώτο «κύμα» των μεταμεσονύχτιων προβολών στην Ελλάδα;
- Πέγκυ Ρίγγα: Έγιναν και στην Ααβόρα, εγώ τότε πρέπει να ήμουν 14-15 ετών. Το είχε κυνηγήσει τότε ο πατέρας μου, είχε «μπει» ας πούμε σε αυτή την ομάδα. Δεν ήταν και οι πάντες μέσα…
- Άκης Καπράνος: Όχι, ξεκίνησαν από το Άμλετ, έγιναν και στο Ριάλτο, στο Φλερί, το Ελυζέ, μετά στο Άλφαβιλ, στην Ααβόρα και τη Δεξαμενή, εκεί πια στα τέλη των 90s. Μια περίοδο μάλιστα, ο Σπέντζος είχε «ανοίξει» σε μεταμεσονύχτιες Σαββάτου στο Ιντεάλ το «Pulp Fiction» και το «Από το Σούρουπο ως την Αυγή», που είχαν σκίσει.

- Γινόντουσαν και διπλές προβολές τότε, όπως είθισται στον μεταμεσονύχτιο κινηματογράφο;
-
Π.Ρ.: Ναι, έμπαινες στο σινεμά την ώρα που κοιμόντουσαν όλοι και έβγαινες όταν ξυπνούσε ο υπόλοιπος κόσμος. Και έβγαινες από ένα σινεμά, το τονίζω αυτό, δεν έβγαινες από τα μπουζούκια δηλαδή, έβγαινες από έναν άλλο κόσμο. Γιατί το σινεμά έχει αυτή την ιδιότητα: Βλέπεις μια ταινία που διαδραματίζεται στα χιόνια, πες. Και έξω έχει καλοκαίρι. Ε, εγώ θα κρυώσω! Γιατί αυτό κάνει το σινεμά, σε βυθίζει σε μια άλλη συνθήκη.
- Α.Κ.: Έβγαινες ζαλισμένος από εκείνα τα double-bills στο Άλφαβιλ. Θυμάμαι, ανήλικος κι εγώ, πως έβλεπα τις ίδιες φάτσες συνέχεια. Λες και ήμασταν «τρόφιμοι» λίγο… Αλλά ακόμα μεγαλύτερη εντύπωση μου έκανε η ελευθεριότητα με την οποία αντιδρούσε ο κόσμος στις ταινίες.

- Υπάρχει και κοινό βέβαια που ζητά την ησυχία κατά τη διάρκεια μίας προβολής, ακόμη και αν πρόκειται για το τελευταίο φτηνιάρικο B-movie. Λέτε να απομακρύνθηκε ένα κομμάτι του κόσμου από τις μεταμεσονύχτιες εξαιτίας αυτής της διαδραστικότητας;
- Α.Κ.:
Νομίζω καταλαβαίνεις με ποιους όρους συνδιαλέγεται ένας θεατής με μια ταινία. Και μένα, ο ευτελισμός δια του χαβαλέ με ξενερώνει.
- Π.Ρ.: Δε θυμάμαι να είδα κανέναν να ασχολείται με το κινητό του κατά τη διάρκεια των περσινών προβολών του «Midnight Express». Όλες οι αντιδράσεις του κοινού αφορούσαν το τι συνέβαινε στην ταινία. Ξέφευγαν βέβαια τα πράγματα που και που…
- Α.Κ.: Μερικές φορές ίσως, αλλά υπήρχε πάντα η αφετηρία του σεβασμού απέναντι στο φιλμ.

- Θα λέγατε δηλαδή πως αυτό μεγέθυνε την κινηματογραφική εμπειρία;
- Α.Κ.: Ναι, σίγουρα.
- Π.Ρ.: Έπεφταν και φοβερές ατάκες…

- Οι ταινίες προερχόντουσαν αποκλειστικά από το χώρο του Φανταστικού;
- Α.Κ.: Όχι, γινόντουσαν παράξενα πράγματα.

- Είχα την εντύπωση πως κυριαρχούσαν οι ταινίες τρόμου και επιστημονικής φαντασίας.
- Α.Κ.:
Έχουν γίνει μεταμεσονύχτιες και με Τόλη Βοσκόπουλο! «Αδέλφια μου, Αλήτες, Πουλιά» σε double-bill με ιταλικό «Μασίστα». Στο Άλφαβιλ αυτό, και η ουρά μπροστά από το ταμείο, τεράστια! Και σκέψου πως, το «trash» ας πούμε, δεν υπήρχε ακόμα ως ορολογία στην Ελλάδα. Δεν είχε «εγγραφεί» ακόμα στη κοινωνική συνείδηση το «βλέπουμε ένα σκουπίδι, ξεφτιλιζόμαστε και έχει πλάκα».
- Π.Ρ.: Σωστά, μιλάμε για τα χρόνια πριν την ιδιωτική τηλεόραση (γέλια).
- Α.Κ.: Ταυτόχρονα υπήρχαν και ταινίες δημιουργών που πέρασαν στο μεταμεσονύχτιο, ίσως και λόγω της ακραίας φύσης τους.

- Μιλάμε δηλαδή για Αντρέι Ζουλάφσκι, για Λαρς Φον Τρίερ…
- Α.Κ.: Ακριβώς. Και για Πίτερ Γκρίναγουέι επίσης, ή Ντέιβιντ Λιντς. Ταινίες δηλαδή ανένταχτες.
- Π.Ρ.: Το ανένταχτο άνετα βρίσκει την ένταξη του μετά τα μεσάνυχτα.


Το «Χαμός στην Τσάιναταουν» του Τζον Κάρπεντερ ανοίγει την αυλαία της νέας σεζόν για το «Midnight Express».

- Πότε ξεκίνησε ουσιαστικά το «Midnight Express»;
- Α.Κ.:
Ουσιαστικά η αρχή έγινε με τον θάνατο του Ντέιβιντ Μπόουι. Θυμάσαι Πέγκυ;
- Π.Ρ.: Τη μέρα του θανάτου του έστειλα ένα μήνυμα στον Άκη, ρωτώντας τον αν μπορούμε να κάνουμε κάτι. Ήταν μια άμεση αντίδραση σε ένα συμβάν που μας είχε χαράξει και τους δύο, ένα συναισθηματικό αντανακλαστικό, δεν κάτσαμε να οργανώσουμε κάτι, «επιχειρηματικά» μιλώντας. Εισιτήριο δεν είχαμε βάλει. Ακόμα και το μπαρ, μέσα στο σινεμά, δεν ανήκε στην επιχείρηση, δεν είχαμε κάποιο «μερίδιο». Ήταν μια τρέλα δηλαδή!
- Α.Κ.: Σωστά, είχα ξεχάσει πως κάποιοι μας κατηγόρησαν τότε πως «βγάζαμε λεφτά από το μπαρ»…
- Π.Ρ.: Εκεί πήγε το μυαλό μερικών. Είναι αστείο γιατί απευθύνθηκα αμέσως στον Άκη, γνωρίζοντας πως ήταν ο μόνος που δε θα σκεφτόταν αν θα προκύψει κάποιο «κέρδος»…
- Α.Κ.: Δυο τρελοί λοιπόν στήνουν μια βραδιά, με τρεις προβολές back-to-back («The Rise and Fall of Ziggy Stardust and the Spiders from Mars», «The Hunger», «The Man Who Fell to Earth»), και γίνεται ο χαμός. Έκλεισε η Ιπποκράτους. Είδα πιάτσα ταξί να σχηματίζεται έξω από την Ααβόρα.
- Π.Ρ.: Είχα καιρό να δω την Ααβόρα τόσο γεμάτη. Μιλάμε για 450 άτομα.
- Α.Κ.: Είναι η πρώτη φορά που αισθάνομαι μέσα μου μια παράξενη πληρότητα. Ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα. Να στο πω αλλιώς, εργάζομαι ως κριτικός κινηματογράφου 25 χρόνια, και μέσα σε αυτά, έχω γράψει κάποια κείμενα, που έχω αισθανθεί πως «τα έχω πει ωραία». Ε, δεν είναι το ίδιο με το να στήνεις κάτι αμιγώς κινηματογραφικό και να νιώθεις πως, ρε παιδί μου, έκανες κάτι καλό, άγγιξες έναν κόσμο, συναισθανθήκατε κάτι όλοι μαζί. Συγκινήθηκα πολύ. Και εκεί μου μπήκε το μικρόβιο. Εκεί είπα στην Πέγκυ, πάμε να κάνουμε κάτι μαζί. Πριν την ιστορία με τον Μπόουι είχαν προηγηθεί κάποιες απόπειρες επικοινωνίας με άλλους αιθουσάρχες είναι η αλήθεια, αλλά κανείς δεν «ψήθηκε» με την ιδέα…

- Οπότε το timing ήταν το σωστό.
- Α.Κ.:
Ναι, «κολλήσαμε» αμέσως με την Πέγκυ, αισθάνθηκα πως είχα απέναντι μου έναν άνθρωπο με τον οποίο μπορούσα να συνεννοηθώ. Ξεκινήσαμε δειλά με κάποια double-bill, ξεκινήσαμε με την «Αποστροφή» του Πολάνσκι, από κόπια 35 χιλιοστών μάλιστα.
- Π.Ρ.: Τρεις προβολές κάναμε μέσα σε μια χρονιά, έτσι, χωρίς σταθερό πρόγραμμα.

- Με άλλα λόγια, καταλαβαίνω πως δεν υπάρχει ένα κερδοσκοπικό ενδιαφέρον πίσω απ’ αυτό, μονάχα η ενέργεια δυο οπαδών και ένα «ακολουθείστε μας»…
- Α.Κ.:
Φυσικά. Σκέψου πως πληρώνουμε δικαιώματα για κάθε ταινία που προβάλουμε. Κάτι που δεν συνέβαινε τα χρόνια που ανθούσαν οι μεταμεσονύχτιες προβολές, μιας και ξεκινήσαμε από εκεί την κουβέντα μας.
- Π.Ρ.: Ήταν εντελώς διαφορετική η συνθήκη τότε, δεν υπήρχε το διαδίκτυο, δηλαδή δεν υπήρχε άμεση επαφή με το εξωτερικό, το ίδιο και με τα τότε αφιερώματα στα θερινά σινεμά, όπου έπαιζαν ό,τι σχεδόν υπήρχε στις αποθήκες, από κόπιες των οποίων τα δικαιώματα είχαν λήξει. Ήταν πιο χαλαρή η κατάσταση.

- Πως βρίσκει κανείς που ανήκουν τα δικαιώματα μιας ταινίας;
- Α.Κ.:
Είναι λίγο σαφάρι. Αυτός που έχει τα δικαιώματα μιας ταινίας φέτος, του χρόνου τα έχει παραχωρήσει κάπου αλλού και πάει λέγοντας. Πρέπει διαρκώς να είσαι σε επιφυλακή. Όταν ο δικαιούχος μιας ταινίας τυχαίνει να είναι Έλληνας, εκεί προφανώς η επικοινωνία είναι άμεση και εύκολη. Αλλά το ίδιο εύκολα τα βρίσκω και με Βρετανούς ή Ιταλούς διανομείς. Οι Γάλλοι όμως και οι Γερμανοί ζητούν «τρελά» λεφτά και εκεί πρέπει να παίξει δυνατό παζάρι. Έχει τύχει να μου ζητήσουν και 1000 ευρώ για μία προβολή! Εκεί πρέπει να τους εξηγήσεις την κατάσταση, γιατί οι άνθρωποι νομίζουν πως έχουμε κάποια επιχορήγηση και «βαράνε». Επίσης, δύσκολο είναι να βρεθούν και υλικά για προβολή. Πολλοί νομίζουν πως προβάλουμε Blu-Ray, αλλά αν ψάξεις να βρεις σε Blu-Ray το «Husbands» του Κασσαβέτη, μάλλον θα απογοητευθείς. Αλλά εμείς φέτος θα το παίξουμε από DCP. Το λατρεύω αυτό το φιλμ, είναι υπέροχα ανένταχτο, όπως οι ταινίες των δημιουργών που αναφέραμε πριν λίγο.
- Π.Ρ.: Πέρυσι παίξαμε το «Hardcore» του Πολ Σρέντερ, άλλη μια ταινία που δεν μπορείς να εντάξεις κάπου.
- Α.Κ.: Έχει όμως μια «βρωμιά» που ταιριάζει υπέροχα μετά τα μεσάνυχτα, με όλα αυτά τα τσοντάδικα, τη βία, τους «προστάτες»… Και όλες αυτές είναι ταινίες που πρέπει να θεαθούν στη μεγάλη οθόνη. Υπάρχουν γενιές κινηματογραφόφιλων που δεν έχουν δει το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» σε αίθουσα – αλλά είναι μια ταινία που έχουν δει πολλές φορές στο σπίτι τους, μιλούν για αυτή ξανά και ξανα… Ε, κρίμα δεν είναι που δεν την έχουν δει στο σινεμά; Η εμπειρία αυτή πρέπει να ανανεώνεται.

- Την περασμένη σεζόν παίξατε και το «Plan 9 from Outer Space» του Εντ Γουντ, ενά φιλμ που έχει τη φήμη της «χειρότερης ταινίας που έγινε ποτέ», ενός σκηνοθέτη που έχει μείνει γνωστός ως ο «πιο κακός σκηνοθέτης όλων των εποχών». Πως γίνεται να συνυπάρχει αρμονικά ο Εντ Γουντ και ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ;
- Α.Κ.:
Αυτό είναι και το στοιχείο που λατρεύω στις μεταμεσονύχτιες. Καταρχάς, ανέφερες δύο σκηνοθέτες που είναι άμεσα αναγνωρίσιμοι: Στο πεντάλεπτο καταλαβαίνεις αμέσως μια ταινία του Εντ Γουντ ή του Κιούμπρικ, είναι auteur και οι δυο με τον τρόπο τους! Επίσης, το σινεμά αποκτά μια άλλη διάσταση μετά τα μεσάνυχτα, μια ιερότητα – και αναφέρομαι στο σινεμά ως γεγονός.

- Και αυτό «περνάει» και στην επιλογή των ταινιών.
- Α.Κ.:
Ναι, φέτος περισσότερο από ποτέ: Έχουμε Κασσαβέτη και Μπρους Λι στο ίδιο πρόγραμμα (γέλια).
- Π.Ρ.: Και φυσικά υπάρχει και το ζήτημα του τι θέλουμε εμείς να δούμε.


Πέγκυ Ρίγγα και Άκης Καπράνος, οι δύο άνθρωποι πίσω από την επιστροφή του θεσμού των μεταμεσονύχτιων προβολών στην Αθήνα.

- Υπάρχει δηλαδή και ένας αυθορμητισμός σε όλο αυτό, ξεκινάτε από πράγματα που αγαπάτε εσείς.
- Α.Κ.:
Και με το παραπάνω. Η προβολή της «Νύχτας των Ζωντανών Νεκρών» στη Ριβιέρα πέρυσι ήρθε λίγες μέρες μετά το θάνατο του Τζορτζ Ρομέρο. Τολμώ εδώ να πω πως πρώτα ανακοίνωσα την προβολή στο γκρουπ μας στο Facebook και μετά θυμήθηκα να το πω στην Πέγκυ. «Ξέρεις, ανακοίνωσα να κάνω κάτι στην αίθουσα σου, συγνώμη που βιάστηκα, γίνεται»; (γέλια)
- Π.Ρ.: Αν τσεκάρεις, σε μερικά από τα ποστ που ανεβάζει στο γκρουπ του «Midnight Express», γράφω από κάτω «ρε συ, ευτυχώς που τα γράφεις εδώ πέρα και ενημερώνομαι κι εγώ για το τι θα γίνει την επόμενη βδομάδα!». Τρέχει το κεφάλι του τόσο πολύ που κάποια τα μαθαίνω από εκεί!
- Α.Κ.: Πωπω, ναι, τα χω κάνει αυτά στο παρελθόν, νομίζω είμαι πιο συγκεντρωμένος τώρα. Η αρχική ιδέα πάντως ήταν αυτή: Ποιες ταινίες θέλουμε να δούμε στη μεγάλη οθόνη. Εγώ ας πούμε, ήθελα να δω την «Κριστίν» του Τζον Κάρπεντερ. Η Πέγκυ ήθελε να δει τον «Λαβύρινθο» του Τζιμ Χένσον…
- Π.Ρ.: Ήθελα πολύ να το δω, ήταν μια ταινία της εποχής μου αλλά δεν την είχα δει σινεμά, την είχα «λιώσει» στο βίντεο. Όλα αυτά, διατηρώντας ταυτόχρονα το εισιτήριο στα πέντε ευρώ, που είναι πολύ μικρό σε σχέση με όλο το τρέξιμο που κατά κύριο λόγο το κάνει ο Άκης, για να βρει τα δικαιώματα των ταινιών, να φτιάξει τους υπότιτλους με εκείνη τη χαρακτηριστική γραμματοσειρά…
- Α.Κ.: …που είναι ακριβώς η ίδια που είχαν οι «καμένοι» σε φιλμ υπότιτλοι της εποχής – τους «τεντώνω» μάλιστα, όταν η κόπια είναι σινεμασκόπ, ακριβώς για αυτή την έξτρα δόση νοσταλγίας. Έχει έρθει κόσμος και μου έχει πει «οι υπότιτλοι είναι το μισό εισιτήριο»…
- Π.Ρ.: Δεν είναι εύκολο αυτό που κάνει, μιλάμε για άπειρες εργατοώρες. Οπότε τον κατανοώ που ξεχνιέται μερικές φορές.

- Κάποιες ταινίες στο φετινό πρόγραμμα πάντως είναι άμεσα αναγνωρίσιμες και όχι χαρακτηριστικές αυτού που χαρακτηρίζουμε «μεταμεσονύχτιο κινηματογράφο»: Βλέπω στο γκρουπ στο Facebook, ότι θα προβληθούν το «Alien», το «Terminator», το «Ghostbusters»…
- Α.Κ.: Ναι, αλλά θα τα δεις ποτέ σε μία, ας πούμε, καλοκαιρινή επανέκδοση; Κανείς δε πρόκειται να τα φέρει. Όλοι ακολουθούν την πεπατημένη. Φέρε λίγο Αντονιόνι, μια δόση Φελίνι, μισή οκά Μελβίλ – συμπληρώνοντας βέβαια το κενό που αφήνει η Ταινιοθήκη…
- Π.Ρ.: Είναι και «fun» ταινίες, θα είναι ιδανική συνθήκη να τις παίξουμε και να δούμε τις αντιδράσεις και αυτών που δεν τις έχουν δει καθόλου, και αυτών που ενώ μεγάλωσαν με αυτές, έχουν πολύ καιρό να τις δουν – και ειδικά σε μια αίθουσα που είναι δεκτική ανάμεσα στον θεατή και στη ταινία.
- Α.Κ.: Αυτός είναι και ένας λόγος που θα παίξουμε το «Ρόκι 4»!
- Π.Ρ.: Οι άλλοι θα παίζουν τον «Ψυχρό Πόλεμο», εμείς θα παίζουμε αυτό!
- Α.Κ.: Μη ξεχνάς πως εμφανίζεται και ένας σωσίας του Γκορμπατσόφ στην ταινία! (γέλια)


«Λαϊκά θεάματα», όπως το «The Way of the Dragon» με τον Μπρους Λι και το ψυχροπολεμικό «Ρόκι 4» με τον Σιλβέστερ Σταλόνε, αποτελούν μέρος του φετινού προγράμματος του «Midnight Express».

- Είναι και ταινίες «παρέας» αυτές, μπορείς εννοώ να φέρεις κάποιο φίλο σου – σε αντίθεση με κάποιες πιο «ψαγμένες» ταινίες.
- Α.Κ.:
Είχες έρθει πέρυσι στην προβολή του «Carnival Of Souls»;

- Μόνος μου…
- Α.Κ.:
Δεν σου έκανε εντύπωση το πόσος κόσμος είχε έρθει να τη δει;

- Μου έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση, ναι…
- Α.Κ.:
Είχα πάθει πλάκα εκείνη τη βραδιά. Δημιουργούνται τελικά παρέες και εδώ μέσα. Υπάρχει πλέον κόσμος που έρχεται όχι μόνο για την ταινία, αλλά και για την κατάσταση, την ατμόσφαιρα, το κλίμα. Δεν μπορεί να συγκριθεί αυτό που συμβαίνει εδώ μέσα με κάτι άλλο. Είναι μια γιορτή πραγματική.
- Π.Ρ.: Προσπαθούμε να φτιάχνουμε και ένα κλίμα κάθε φορά, να κάνουμε κάτι διαφορετικό. Στον «Λαβύρινθο» είχαμε βρει την αυθεντική αφίσα, ένας καλός μας φίλος είχε φέρει και το επιτραπέζιο παιχνίδι που είχε προκύψει από την ταινία και το είχαμε εκθέσει σε ένα stand, είχα κλείσει όλα τα φώτα και είχα ανάψει κεράκια, είχε ένα ονειρικό κλίμα. Στο «Plan 9 from Outer Space» πέταγα χάρτινα πιατάκια από τον εξώστη, σε μία αναφορά στα εφέ της ταινίας, στην οποία χρησιμοποιήθηκαν τέτοια για τους ιπτάμενους δίσκους...
- Α.Κ.: Θα έχουμε και ειδικούς καλεσμένους που θα προλογίσουν κάποιες ταινίες. Κριτικοί αλλά και όχι: Ο Φοίβος Δεληβοριάς θα προλογίσει το «Ghostbusters», ο Ηλίας Φραγκούλης τον «Ψαλιδοχέρη», ο Κώστας Κοστάκος το «Husbands», η Λίνα Ρόκκου το «The Swimmer», ο Ηλίας Δημόπουλος το «Dracula, Prince of Darkness», ο Αντώνης Κοτζιάς, ο δικός μας μάγος των ειδικών εφέ, τον «Εξολοθρευτή»… Το ωραίο είναι, πως ο κόσμος που έρχεται εδώ, για να δει ταινίες, γνωστές ή άγνωστες, έρχεται για να τις πρωτοδεί στο σινεμά. Θέλω να πω, δες σε τι εποχή ζούμε. Όλα είναι προσβάσιμα. Φυσικά δεν είναι όλες οι ταινίες που προβάλουμε διαθέσιμες διαδικτυακά στα «τορρεντάδικα», οι περισσότερες όμως, κακά τα ψέματα, είναι. Και κάθε φορά που παρουσιάζω μια ταινία, ρωτάω το κοινό, πόσοι δεν την έχουν δει. Ε, κάθε φορά, η πλειοψηφία σηκώνει το χέρι της. Αυτό με συγκινεί πολύ. Επαναφέρει αν θες μέσα μου μια ελπίδα για την ανθρωπότητα – δεν κάνω πλάκα! Μου αρέσει που συνεισφέρουμε ένα λιθαράκι στην εδραίωση αυτής της νοοτροπίας. Ξεκινάμε αυτό το Σάββατο με το «Χαμός στην Τσάιναταουν» του Τζον Κάρπεντερ, μία εκπληκτική ταινία που δεν «άρεσε» στην κριτική τότε και έπρεπε να περάσουν χρόνια μέχρι να πάρει τη θέση που της αξίζει στη φιλμογραφία του σκηνοθέτη.

- Υπάρχει μία απελευθέρωση στη σχέση του κοινού με την ταινία στο «Midnight Express»;
- Α.Κ.:
Αυτό είναι το σημαντικότερο όλων. Μιλούσαμε για το σεβασμό απέναντι στη ταινία πριν, ε, κι αυτό είναι μια σχετική έννοια. Θυμάμαι την πρώτη φορά που είδα τον «Κυνόδοντα» σε μια «σοβαρή» arthouse αίθουσα της Αθήνας: Όποτε γελούσα με τα αστεία της ταινίας, άρχιζαν από δίπλα τα «σσσς» και τα «μα με τι γελάτε;», λες και η ταινία η ίδια δεν είχε χιούμορ – με άλλα λόγια, ούτε που καταλάβαιναν τι έβλεπαν. Και αυτομάτως, «κουμπώθηκα»! Υπάρχει βλέπεις μια πλαστή, «δηθενάδικη» σοβαροφάνεια απέναντι στο σινεμά, που για μένα είναι εξίσου επικίνδυνη, όσο και η πλήρης αδιαφορία εκείνων που «παρλάρουν» στα κινητά τους μέσα στα multiplex λες και δεν τρέχει τίποτα. Στο Midnight Express είχαμε «τελειώσει» και με τα δυο αυτά φαινόμενα από τη πρώτη νύχτα…

- Πόσο σας ενδιαφέρει να υπάρχει το προσωπικό σας στίγμα ως σημείο αναφοράς στην ιστορία των μεταμεσονύχτιων προβολών στην Ελλάδα; Σας ενδιαφέρει μετά από κάποια χρόνια να λέει ο κόσμος, «Α, ο Άκης και η Πέγκυ έκαναν αυτό»…
- Α.Κ.: Καθόλου. Καθόλου, ούτε στο ελάχιστο – δεκάρα δε δίνω προσωπικά. Να περνάμε καλά θέλουμε εδώ, όλοι μαζί.


«Δράκουλας, ο Αρχών του Σκότους» της Hammer Films. Η πρώτη ταινία του θρυλικού βρετανικού οίκου του φανταστικού κινηματογράφου που προβάλει το «Midnight Express».

Η πρώτη πεντάδα προβολών του «Midnight Express» είναι ενδεικτική του κινηματογραφικού εύρους του, αποτελούμενη από πέντε ταινίες από πέντε διαφορετικές δεκαετίες, καθώς και από διαφορετικές κινηματογραφικές «οικογένειες». Συγκεκριμένα, η σεζόν ξεκινάει το Σάββατο 24 Νοεμβρίου, με την φανταστική ταινία δράσης του Τζον Κάρπεντερ, «Χαμός στην Τσάιναταουν» (1986), για να ακολουθηθεί μία εβδομάδα αργότερα, το Σάββατο 1 Δεκεμβρίου, από μία κλασική παραγωγή του βρετανικού οίκου της Hammer Films, το «Δράκουλας - ο Αρχών του Σκότους» (1966) με τον Κρίστοφερ Λι, στην δεύτερη κινηματογραφική εμφάνιση του στον ρόλο του αιμοσταγή κόμη. Στις 8 Δεκεμβρίου, τη σκυτάλη θα πάρει ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ, με το δυστοπικό αριστούργημα του, «Το Κουρδιστό Πορτοκάλι» (1971), ενώ στις 15 του ίδιου μήνα, το «Midnight Express» θα φιλοξενήσει την «Ψυχή στο Στόμα» (2006) του Γιάννη Οικονομίδη, την πρώτη ελληνική ταινία που προβάλει το «Μεταμεσονύχτιο Εξπρες». Τέλος, παραμονές Χριστουγέννων, και συγκεκριμένα στις 22 Δεκεμβρίου, σειρά έχει «Ο Ψαλιδοχέρης» (1990) του Τιμ Μπάρτον, η ίσως πιο «family-friendly» ταινία που θα προβληθεί μετά τα μεσάνυχτα στη σκοτεινή αίθουσα της Ααβόρας.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ