Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Και οι έξι είναι υπέροχες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Δ​​εν υπάρχει κάτι που δεν ξέρουμε για τους αδελφούς Κοέν στην καινούργια σπονδυλωτή ταινία τους «Η Μπαλάντα του Μπάστερ Σκραγκς» που προβάλλεται στο Netflix, αφού έκανε την πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ Βενετίας αποσπώντας και το βραβείο σεναρίου. Oμως είναι κάπως διαφορετική η υφή του σαρκασμού, του παραλογισμού, του κυνισμού τους, η περιπλάνηση στην ανθρώπινη φύση, ο φιλοσοφικός στοχασμός τους περιπαικτικός και την ίδια στιγμή σκοτεινός, σχεδόν ζοφερός.

Σε αυτήν, την τελευταία ταινία τους, με τις έξι αυτοτελείς και αυτόνομες ιστορίες της «Aγριας Δύσης», ο κινηματογράφος των Iθαν και Τζόελ Κοέν απογειώνεται στην πύκνωσή του. Δεν έχει καμία σημασία αν αγαπάει κανείς το «γουέστερν» ως είδος ή όχι. Γιατί από το «είδος» (genre) οι Κοέν κρατούν το σκληρό και αμείλικτο του περιβάλλοντος, το δίχως νόμο - δίχως τάξη, τα έρημα και άνυδρα (όχι σε όλες τις ιστορίες) τοπία, τον γεμάτο αντιθέσεις μύθο του Γουέστ και δημιουργούν τον δικό τους κόσμο. Δεν λείπουν τα πάθη και οι δοκιμασίες των χαρακτήρων, αλλά στο «The Ballad of Buster Scruggs», το σενάριο είναι ένα σεμινάριο για τη θνητότητα, την ανατροπή των στερεοτύπων και του αναμενομένου.

Eνας τραγουδιστής - χορευτής και αήττητος πιστολέρο (ώσπου εμφανίζεται ο ακόμη ταχύτερος και ικανότερος)· ένας ληστής τραπεζών που βρίσκεται διαρκώς με μια θηλιά τυλιγμένη στον λαιμό του· μια νέα γυναίκα «εξάρτημα» στη ζωή του αδελφού της, ώς τη στιγμή που, στη μακρά πορεία ενός καραβανιού, εκείνος πεθαίνει· ένας περιπλανώμενος θιασάρχης που παρουσιάζει ως μοναδική ατραξιόν έναν άνδρα δίχως χέρια και πόδια, ο οποίος απαγγέλλει Πέρσι Σέλεϊ και Σαίξπηρ, σε αφιλόξενα μέρη και σε ένα όλο και μικρότερο κοινό· ένας ηλικιωμένος χρυσοθήρας που μόνος του, σε ένα παραδεισένιο φαράγγι, καταπράσινο με κρυστάλλινα νερά, αναζητεί μια φλέβα χρυσού· πέντε αλλόκοτοι επιβάτες μιας άμαξας με προορισμό μια πόλη-φάντασμα.

Οι δύο από τις έξι ιστορίες, του περιπλανώμενου θιασάρχη και, η τελευταία, των επιβατών της άμαξας, δηλώνουν, ίσως, πιο μεστά και ώριμα, την επιθυμία των Κοέν να δοκιμάσουν τα όρια της ανθρώπινης συνύπαρξης. Είναι σα να λένε στον θεατή ότι οι άνθρωποι αφηγούνται ιστορίες όχι αναζητώντας λύσεις αλλά για να δαμάσουν τον χρόνο ανάμεσα στο παρόν και στον θάνατο. Πριν αρχίσει ο θιασάρχης την περιπλάνησή του, στις σελίδες του βιβλίου, που χρησιμεύουν για τη διαδοχή από το ένα επεισόδιο - νουβέλα στο άλλο, εμφανίζεται η φράση: «Η ποιότητα του ελέους δεν εκβιάζεται, πέφτει σαν ήπια βροχή από τα ουράνια». Τίτλος της ιστορίας: «Πηγή εισοδήματος». Πράγματι· Ο άνδρας δίχως χέρια και πόδια, ζει από τον «ελεήμονα» θιασάρχη, ο οποίος τον ταΐζει (υποτυπωδώς, αφού τα έσοδά τους είναι ελάχιστα) και φροντίζει να τον κρατάει ζωντανό. Εκείνος στη σκηνή μεταμορφώνεται. Ξεκινάει απαγγέλλοντας τους πρώτους στίχους από τον «Οζυμανδία» του Πέρσι Μπις Σέλεϊ: «Συνάντησα ένα ταξιδιώτη σε χώρα αρχαία/είπε: Δύο πόδια από πέτρα, θεόρατα, δίχως το σώμα/Στέκουν στην έρημο...». Συνεχίζει με σονέτα του Σαίξπηρ, με θέματα της Βίβλου... Εχει δύναμη ο λόγος του, ο ίδιος μοιάζει να απολαμβάνει την έκθεση. Αλλοτε το λιγοστό κοινό δείχνει συνεπαρμένο, άλλοτε εντελώς αδιάφορο. Στο βλέμμα του άνδρα κατοικεί ο φόβος μιας ζωής που βρίσκεται διαρκώς στο νήμα. Κι έχει δίκιο. Ο θιασάρχης θα τον αντικαταστήσει με μια κότα που... εκτελεί αριθμητικές πράξεις. Το τέλος ωμό και τραγικό. Χωρίς έλεος.

«Τα θνητά λείψανα» επιγράφεται η τελευταία ιστορία. Δύο κυνηγοί επικηρυγμένων από τη μία πλευρά της άμαξας και απέναντί τους μια γυναίκα βαθιά θρησκευόμενη που κάθεται στριμωγμένη ανάμεσα σε ένα κυνηγό άγριων ζώων, ερημίτη, και ένα Γάλλο. Συζητούν –και οι πέντε– αν οι άνθρωποι είναι ίδιοι ή όχι μεταξύ τους. Ο κυνηγός υποστηρίζει ότι είμαστε όλοι ίδιοι («νυφίτσες» για την ακρίβεια), η γυναίκα ότι χωριζόμαστε σε «ενάρετους και αμαρτωλούς». Η κουβέντα κυλάει με μεγάλες εντάσεις και υφέσεις. Οταν φτάνουν στον προορισμό τους, σε ένα ξενοδοχείο στη μέση του πουθενά, η άμαξα εξαφανίζεται. Παρότι στο τέλος αυτής της ιστορίας δεν υπάρχει βίαιος θάνατος, όπως στις προηγούμενες πέντε, το πέρασμα σε έναν άλλο κόσμο έχει ήδη συντελεστεί.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ