ΘΕΑΤΡΟ

Η αξία του παρατηρητή

ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Το πείραμα, της Ζέτης Φίτσιου στο Μέγαρο Μουσικής. Οπως τα ηλεκτρόνια στο «πείραμα της διπλής σχισμής», αυτά τα «ανθρώπινα σωματίδια» αλλάζουν όταν γίνονται αντικείμενο παρατήρησης. Πόσο μεταβάλλεται η στάση τους; Ποια πτυχή του εαυτού τους προσπαθούν να κρύψουν και ποια να προβάλουν;

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Π​​ολλές φορές όταν σταματώ στα φανάρια μου αρέσει να παρατηρώ τους οδηγούς που βρίσκονται δίπλα μου. Οι άνθρωποι εκείνη την ώρα της αναμονής μπροστά σε έναν κόκκινο σηματοδότη βυθίζονται στις σκέψεις τους, στις αγωνίες τους ή συχνότερα συνομιλούν στο κινητό κάνοντας χειρονομίες ή γκριμάτσες. Δεν είναι λίγες οι φορές που πειράζουν τη μύτη τους ή το αυτί τους. Εκείνες τις στιγμές μόλις αντιληφθούν ότι κάποιος τους κοιτάζει κατεβάζουν το χέρι. Είναι η πιο αυθόρμητη αντίδραση. Αυτή η καθημερινή σκηνή που έχει συμβεί σε όλους μας είναι η πρώτη εικόνα που μου ήρθε στο μυαλό όταν διάβασα για το πείραμα της «διπλής σχισμής», ένα διάσημο πείραμα της Φυσικής, με αφορμή τη θεατρική παράσταση που παρακολούθησα πριν από λίγες μέρες.

Το πείραμα έχει ως εξής: οι Φυσικοί του 20ού αιώνα μελέτησαν πειραματικά τις κινήσεις μερικών από τα πιο μικρά σωματίδια της ύλης, των ηλεκτρονίων. Παρατήρησαν ότι τα ηλεκτρόνια είχαν την προβλεπόμενη συμπεριφορά όταν κανείς δεν τα παρατηρούσε. Μόλις όμως έμπαινε το βλέμμα ενός παρατηρητή, συμπεριφέρονταν με τελείως διαφορετικό τρόπο. Διατυπώθηκε τότε η σκέψη ότι αυτό το απειροελάχιστο σωματίδιο της ύλης έμοιαζε σαν να διέπεται από κάποια μορφή συνείδησης. Παρά τις αμφισβητήσεις, το πείραμα αυτό άνοιξε τον δρόμο στους επιστήμονες για τον κόσμο της κβαντομηχανικής.

Αυτό το πείραμα μεταφέρει στο Μέγαρο Μουσικής η Ζέτη Φίτσιου που υπογράφει το ομώνυμο έργο, τοποθετώντας μια σύγχρονη οικογένεια να ζει σε μια διάφανη σφαίρα. Εξω από τη σφαίρα κινείται ένας επιστήμονας που τους παρατηρεί. Αλλοτε αυτό γίνεται αντικείμενο συνείδησης για εκείνους και άλλοτε όχι. Η συμπεριφορά τους αλλάζει ανάλογα με το βλέμμα του ανθρώπου που τους παρατηρεί. Ενα άρτιο σύγχρονο ελληνικό έργο, με μια εξαιρετική ομάδα ηθοποιών (Αλικάκη, Ξυλά, Λαγούτης κ.ά.) αναδεικνύει πολύ εύστοχα μια πλευρά της σύγχρονης ζωής, που αφορά την προσωπική ζωή μιας οικογένειας αλλά και τον τρόπο που επιλέγει να προβληθεί προς τα έξω είτε κοινωνικά είτε στο αδηφάγο βλέμμα των social media.

Ποιοι γινόμαστε όταν μας κοιτάζουν; Και ποιοι πραγματικά είμαστε; Αυτό είναι ένα ερώτημα που θίγει η συγγραφέας του έργου. Με αφορμή τη Φυσική, η Φίτσιου αναδεικνύει τις κακοτεχνίες ενός ζευγαριού, τη δυσκολία ουσιαστικής επικοινωνίας με το παιδί τους καθώς και την επιλογή ενός κυρίαρχου μοτίβου ζωής. Ζωή λέγεται μόνο αυτό που φαίνεται προς τα έξω. Αν φαινόμαστε ευτυχισμένοι, είμαστε. Αν φαινόμαστε κοινωνικοί, είμαστε. Αν φαινόμαστε ότι τα έχουμε καταφέρει, τότε έτσι θα είναι. Το έργο κάνει ένα επίκαιρο σχόλιο για τον τρόπο που αυτοπροσδιορίζεται ο σύγχρονος άνθρωπος. Εχει μεγάλη ανάγκη την εξωτερική επιβράβευση και νομιμοποίηση, χωρίς να συνειδητοποιεί την εσωτερική του κατάσταση. Ασχετα από τη λιγότερο τέλεια πραγματικότητα, –η σφαίρα που ζουν ολοένα και βρωμίζει, χωρίς να μπορούν να την καθαρίσουν– η ενέργεια επενδύεται στο κέλυφος. Σε αυτό που φαίνεται. Ακόμα και αν αυτό αφορά και στενότερες σχέσεις, σχέσεις φιλικές, σχέσεις που θα έπρεπε να είναι ανθρώπινες.

Πολύ συχνά έχω συναναστραφεί ανθρώπους που ενώ το βλέμμα μου αντιλαμβάνεται το ζόρισμά τους, συνεχίζουν να μεταφέρουν μια εικόνα τελειότητας προς τα έξω. Και δεν αναφέρομαι φυσικά στην αξιοπρέπεια ή στη διακριτικότητα, στοιχεία που πάντα γοητεύουν. Αναφέρομαι στην ανάγκη κάποιων ανθρώπων να «πουλήσουν» μιαν άλλη εικόνα για τον εαυτό τους, ακόμα και στους φίλους τους, δυσκολευόμενοι να μιλήσουν γι’ αυτήν τη «βρωμιά» που τους έχει λεκιάσει και δεν καθαρίζεται, όσο και να προσπαθούν. Τις περισσότερες φορές αυτοί οι άνθρωποι πάσχουν και από έλλειψη ενσυναίσθησης, δυσκολεύεσαι και εσύ να τους μιλήσεις για τη δική σου «βρωμιά», από φόβο μην τους μολύνεις. Ετσι οι σχέσεις καταλήγουν άγονες, περιφερόμενοι καθρέφτες μιας φαντασιωσικής τελειότητας.

Δεν μπορεί, σκέφθηκα, το πείραμα πρέπει να έχει και άλλη εφαρμογή. Φεύγοντας από το θέατρο το διάβασα ανάποδα, θεραπευτικά. Αυτό το πείραμα δεν το ζούμε μόνο στα social media, εφαρμόζεται καθημερινά και μέσα στη θεραπευτική διαδικασία, για όσους το ζουν, για εκείνους που το επιλέγουν για τη ζωή τους. Εκεί ο θεραπευόμενος δεν συμμορφώνεται, δεν ζει επίπλαστα κάτω από την παρατήρηση του θεραπευτή, αλλά χρησιμοποιεί το βλέμμα του, την ενεργητική του παρατήρηση για να βρει εσωτερικό έρεισμα, για να βρει τις δικές του αλήθειες. Εκεί το πείραμα ίσως να έχει άλλη χρήση. Να αξιοποιεί ενεργητικά τον παρατηρητή. Το βλέμμα του να μη βιώνεται σαν κάποιου κριτή, αλλά ως συντρόφου και σηματοδότη. Που δεν απαγορεύει τον αληθινό εαυτό, αλλά τον ευνοεί, ανοίγει τον δρόμο για την εξεύρεσή του. Πάντα το βλέμμα αυτού του Αλλου που μας κοιτάζει με νόημα είναι ένα ζητούμενο για την ανθρώπινη φύση. Αυτό αναζητούν λανθασμένα οι άνθρωποι στα βλέμματα των πολλών. Εναπόκειται σε εμάς να διαλέξουμε τον παρατηρητή της ζωής μας. Οχι μόνο για τη συμπεριφορά αλλά για την ουσία. Αλλωστε, ποια θα ήταν η αξία της ίδιας μας της ζωής, αν δεν υπήρχε έστω και ένας αληθινά κοντά μας να την παρατηρεί.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ