ΒΙΒΛΙΟ

Ενα ασήμαντο, ατίθασο γρανάζι

ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΤΖΙΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΥΜΠΑΡΔΗΣ
Αδέλφια
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 306

Ν​​α λοιπόν που ο Γιώργος Συμπάρδης δημιουργεί ιστορίες με σασπένς! Τα προηγούμενα μυθιστορήματά του θεωρήθηκαν χαμηλών τόνων, αργά έργα (αν και στην πραγματικότητα περιλάμβαναν πυκνότατη δράση, υφασμένη όμως στη φόδρα του κειμένου). Στα «Αδέλφια» συμβαίνει ένα πλήθος από εξελίξεις και οι απορίες ηρώων και αναγνωστών είναι οξύτατες από τις πρώτες κιόλας σελίδες. Πού εξαφανίζεται για μερικές ώρες κάθε τόσο ο όμορφος ανήλικος Θανάσης; Γιατί αποφασίζει να μην πάει στο γυμνάσιο παρότι αριστούχος; Γιατί καταστρέφει τις σχέσεις του ενώ είναι αρχικά δημοφιλής; Και τι καταμαρτυρεί στον μικρότερό του αδελφό, απέναντι στον οποίο αναπτύσσει θαυμασμό και μίσος;

Βρισκόμαστε στις υποβαθμισμένες περιοχές της δυτικής Αττικής στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Η τετραμελής οικογένεια του Θανάση αποτελείται από τον σκληρότατο βιοπαλαιστή πατέρα, από την αφοσιωμένη στην οικογένεια ωραία μητέρα και από τον κατά τρία χρόνια μικρότερο αδελφό και κατοπινό αφηγητή. Είναι η περίοδος που ύστερα από την καταστροφική δεκαετία του ’40 η χώρα αρχίζει να ανοικοδομείται. Ψημένος στη δουλειά και περιστασιακός μαθητής της Σιβιτανιδείου Σχολής εργοδηγών, ο νεαρός Θανάσης στήνει τα δικά του συνεργεία, παίρνει δουλειές, χτίζει. Και σταθερά, αφού στρώσει τα πράγματα, κάποια απροσδόκητη στιγμή αρχίζει να γκρεμίζει – τις επαγγελματικές και τις προσωπικές του σχέσεις με επιστήθιους φίλους, παθιασμένες φιλενάδες, αφεντικά, μαστόρους και τον έκπληκτο αδελφό του.

Σε αντίθεση προς τα υπόλοιπα πεζογραφήματα του Γιώργου Συμπάρδη –«Μέντιουμ» (1987), «Ο άχρηστος Δημήτρης» (1998), «Υπόσχεση γάμου» (2011) και «Μεγάλες γυναίκες» (2015)– τα «Αδέλφια» δεν διαθέτουν μόνο σασπένς αλλά είναι και ένα βαθιά πολιτικό έργο. Σε αντίθεση ακόμα με τα περισσότερα έργα της ελληνικής μυθοπλασίας, τα δικά του μυθιστορήματα δείχνουν τους ήρωες εν ώρα εργασίας. Η οικονομική μηχανή της Ελλάδας έχει πάρει μπρος από τις αρχές της δεκαετίας του ’60. Είναι η εποχή η οποία συνήθως ονομάζεται «περίοδος στρεβλής ανάπτυξης», καθώς χωρίς σχεδιασμό και χωρίς πρόγραμμα, πολιτικοί ιθύνοντες, επιχειρηματίες και εργολάβοι φρόντισαν να βγάλουν γρήγορα κι εύκολα χρήματα με δάνεια, αυθαίρετες κατασκευές και λογής λογής πτωχεύσεις. Και αυτό που κάνει στο μυθιστόρημά του ο Γιώργος Συμπάρδης είναι ότι αναπλάθει ένα ασήμαντο γρανάζι, τον ατίθασο ακαταλόγιστο Θανάση, μέσα στον μηχανισμό που έκτισε τη μεταπολεμική Ελλάδα – στήνοντας εκ των ενόντων συνεργεία, καλουπώνοντας στο άψε σβήσε και χύνοντας τσιμέντα μες στη νύχτα. Εισάγει έτσι τη στρεβλότητα μέσα σε ένα από τα κύτταρα του τεράστιου οργανισμού που υπήρξε ο κόσμος των δεκαετιών ’50 και ’60 – για να παρακολουθήσει το παρεκκλίνον στη μικροσκοπική κλίμακα της προσωπικότητας, της οικογένειας και της καθημερινής εργασίας μαζί με την αναπόδραστη βία που παράγει.

Από τους σημαντικότερους μεταπολιτευτικούς συγγραφείς, ο Συμπάρδης έχει δημιουργήσει με τα πέντε έργα του μιαν ατμόσφαιρα, τους ανθρώπους και τον κόσμο εκθέτοντας συνολικές αντιλήψεις για τον χρόνο, για τα κίνητρα και τους σκοπούς (ή για την έλλειψη κινήτρων και σκοπών) που χαρακτήρισαν το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, επιτυγχάνοντας το μέγιστο: μιαν εκδοχή της θεωρίας και του ρυθμού της ανθρωπότητας με τα μέσα της τέχνης. Ο αφηγηματικός του τρόπος συνίσταται στη σχολαστική ανάπλαση, στο ενδελεχές στήσιμο, στη λεπτομερή παρακολούθηση χαρακτήρων ωσάν ένα πείραμα το οποίο περιλαμβάνει ποικίλες υποθέσεις εργασίας: όταν ο Α πράττει αυτό, πώς αντιδρά ο Β; Οταν ο Β φεύγει, πώς σκέφτεται ο Γ; Οταν πιάνει δουλειά ο Χ, πώς τον υποδέχεται ο Ψ; Και όταν ο Ψ οργίζεται, πώς τον αντιμετωπίζει ο Ω; – και αποτέλεσμα τη δημιουργία μυθιστορημάτων, που αποτελούν εδραίες μεγάλες κατασκευές με πνοή, παλμό, σφυγμό και σφρίγος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ