Ο Σαλβαδόρ Νταλί και η σύζυγός του Γκαλά απολαμβάνουν τον καφέ τους στην αυλή του ξενοδοχείου Ριτζ στη Μαδρίτη το 1955, στιγμή που απαθανατίζει ο «κομψός» φακός του Σλιμ Άαρονς. Ύστερα από πολύχρονη παραμονή στις Ηνωμένες Πολιτείες μετά το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το ζευγάρι επιστρέφει στην Ευρώπη τη δεκαετία του ’50 και ζει μεγάλο μέρος του χρόνου στην Ισπανία. 

Ο εμφύλιος πόλεμος έχει επισήμως τελειώσει και η χώρα διανύει το μακρύ «κεφάλαιο Φράνκο». Ο Νταλί δέχεται πυρά για την απόφασή του να περνά μεγάλα διαστήματα στην πατρίδα του, επιλογή που φαίνεται να υποστηρίζει το φασιστικό καθεστώς, αν και νεότερος ο ίδιος είχε συνδεθεί με αναρχικά και κομμουνιστικά ρεύματα. Πολλοί συμφωνούν ότι η πληθωρική προσωπικότητα του Ισπανού δεν χωρά σε πολιτικά «κουτιά», όμως ο ίδιος έρχεται συχνά σε αντιπαράθεση με «αδελφούς-καλλιτέχνες» του υπερρεαλισμού, κίνημα στο οποίο ανήκει δημιουργικά, αλλά το οποίο τον αποκηρύσσει.

Για τον παντοτινό προβοκάτορα Νταλί οι «σταθερές» μοιάζουν να έχουν ελάχιστο ενδιαφέρον. Εκτός από μία: εκείνη που αφορά τη σχέση του με την Γκαλά, τη Ρωσίδα σύντροφο ζωής που πρωτογνώρισε ως σύζυγο του καλού του φίλου, Γάλλου ποιητή Πολ Ελιάρ. Το 1982, ο βασιλιάς Χουάν Κάρλος χρίζει τον Νταλί μαρκήσιο. Την ίδια χρονιά πεθαίνει η Γκαλά και ο Νταλί βυθίζεται στη θλίψη. Θα ζήσει μερικά χρόνια χωρίς εκείνη, μέχρι τις 23 Ιανουαρίου του 1989, ημέρα που πεθαίνει ύστερα από καρδιακό επεισόδιο. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ