ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μονόδρομο αποτελεί η δημιουργία ενός σχήματος στο οποίο θα μεταβιβαστούν κόκκινα δάνεια, καθώς θα επιτρέψει στις τράπεζες να εξυγιάνουν τους ισολογισμούς τους και να διαχειριστούν αποτελεσματικά τα ίδια κεφάλαιά τους. Αυτό επισημαίνει η ΤτΕ στην έκθεση για τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, σημειώνοντας ότι ακόμη και αν οι δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει οι τράπεζες για τη μείωση των κόκκινων δανείων τηρηθούν στο ακέραιο, το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs) θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα, στερώντας πόρους από την οικονομία και τις παραγωγικές επενδύσεις. Η πρόταση που έχει επεξεργαστεί η ΤτΕ για τη μεταφορά κόκκινων δανείων σε ένα όχημα ειδικού σκοπού, στο οποίο θα μεταφερθεί και τμήμα του αναβαλλόμενου φόρου, δημοσιοποιήθηκε χθες επίσημα και φέρει την υπογραφή του κ. Σπύρου Παντελιά, ο οποίος σε δηλώσεις του στους Financial Times υπογράμμισε ότι «η συναλλαγή θα βοηθήσει στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα μειώνοντας το χαρτοφυλάκιο των επισφαλών δανείων στο ήμισυ».

Οπως σημειώνεται στην έκθεση, σε συνδυασμό με τη συνέχιση των προσπαθειών για την επίτευξη των στόχων που έχουν θέσει οι τράπεζες έναντι του SSM, στοχεύει στη μείωση των NPEs σε μονοψήφιο ποσοστό. Παράλληλα, περιορίζει σημαντικά τον κίνδυνο κρατικοποίησης των τραπεζών μέσα από τη μετατροπή των ζημιών, που ενδεχομένως θα υποχρεωθούν να εγγράψουν κάθε φορά που προχωρούν σε διαγραφές, απομειώσεις ή πωλήσεις κόκκινων δανείων. Στο παράδειγμα που χρησιμοποιεί στην έκθεσή της η ΤτΕ, προβλέπεται η μεταφορά καταγγελμένων δανείων ύψους 40 δισ. ευρώ σε ένα όχημα ειδικού σκοπού (SPV) και παράλληλα η μεταφορά 7,4 δισ. ευρώ της φορολογικής απαίτησης του Δημοσίου.

Να σημειωθεί ότι σήμερα το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων ανέρχεται σε 86 δισ. ευρώ και η φορολογική απαίτηση του Δημοσίου διαμορφώνεται στα 16 δισ. ευρώ. Το σχέδιο επιτυγχάνει:

• Μείωση αποθέματος των NPEs κατά 47%.

• Μείωση του δείκτη κάλυψης NPEs από συσσωρευμένες προβλέψεις στο 41% από 49%.

• Βελτίωση του πλαισίου διαχείρισης των NPEs αφού στην εταιρεία ειδικού σκοπού μεταβιβάζεται το πλέον προβληματικό μέρος τους, δηλαδή οι καταγγελμένες απαιτήσεις.

• Διατήρηση του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας σε διψήφιο επίπεδο και για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες.

• Περιορισμό συμμετοχής του αναβαλλόμενου φόρου στα εποπτικά κεφάλαια στο 30% από 57%.

Για την κάλυψη του τιμήματος της μεταβίβασης των 40 δισ. ευρώ, η εταιρεία ειδικού σκοπού θα εκδώσει τρεις τάξεις τίτλων (senior, mezzanine, junior/equity). H κατώτερη τάξη τίτλων (equity) θα καλυφθεί από τις τράπεζες (σε ποσοστό 20% κατά ανώτατο όριο από κάθε τράπεζα), καθώς και από το Δημόσιο. Εκτιμάται ότι επενδυτές θα απορροφήσουν μέρος της ανώτερης τάξης τίτλων (senior) και σημαντικό ποσοστό της ενδιάμεσης τάξης (mezzanine).

Η δυνατότητα απορρόφησης πρόσθετων ζημιών από τη συμμετοχή του ελληνικού Δημοσίου (μέσω του μετασχηματισμού της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης σε απαίτηση της εταιρείας ειδικού σκοπού), όπως παρατηρεί η ΤτΕ, ενισχύει σημαντικά την πιθανότητα αποπληρωμής των ομολόγων υψηλής διαβάθμισης (senior, mezzanine).

Η διαχείριση του σχήματος θα γίνεται αποκλειστικά από ιδιώτες, δηλαδή εταιρείες διαχείρισης, ενώ θα υπάρξει διαχωρισμός συναλλαγών και διαχείρισης ανά κατηγορία δανείων. Το σχέδιο της ΤτΕ προβλέπει ότι τα κόκκινα δάνεια θα μεταφερθούν στο SPV σε μειωμένες τιμές σε σχέση με την ονομαστική τους αξία. Ενδεικτικά με βάση τους υπολογισμούς της ΤτΕ, τα καταναλωτικά θα μεταφερθούν στο 4% της αξίας τους, τα στεγαστικά στο 30%, τα δάνεια των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στο 27,5%, των πολύ μικρών επιχειρήσεων στο 22,5% και τα ναυτιλιακά στο 30%.

Οπως σημειώνεται στην έκθεση της ΤτΕ, παρά το γεγονός ότι οι τράπεζες έχουν πετύχει μέχρι σήμερα τη μείωση των κόκκινων δανείων, σημαντικό μέρος της μείωσης αποδίδεται κυρίως στις διαγραφές ύψους 3,3 δισ. ευρώ που σωρευτικά διενεργήθηκαν κατά τη διάρκεια του α΄ εξαμήνου του 2018, καθώς και σε πωλήσεις ύψους σχεδόν 2 δισ. ευρώ που πραγματοποιήθηκαν. Η ταχεία αποκλιμάκωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων εφεξής καθίσταται πλέον καθοριστικής σημασίας, καθώς η επιτυχής αντιμετώπιση του προβλήματος θα ελαφρύνει το βάρος για τους δανειολήπτες και θα επιτρέψει κυρίως στις τράπεζες να απελευθερώσουν κεφάλαια, τα οποία θα μπορέσουν να κατευθυνθούν στις πιο δυναμικές και εξωστρεφείς επιχειρήσεις, συμβάλλοντας στη συνολική αναδιάρθρωση της οικονομίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ