ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Η θηλυκή συμμορία του Σικάγου

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ

Τέσσερις πολύ διαφορετικές μεταξύ τους γυναίκες συμμαχούν προκειμένου να φέρουν εις πέρας μια τολμηρή ληστεία.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Οι χήρες» ***½
ΘΡΙΛΕΡ (2018)
Σκηνοθεσία: Στιβ Μακουίν
Ερμηνείες: Βαϊόλα Ντέιβις, Μισέλ Ροντρίγκεζ, Ελίζαμπεθ Ντεμπίκι, Κόλιν Φάρελ

Προκαλεί πάντα θαυμασμό –όχι όμως και έκπληξη– το πώς ορισμένες φορές ένας εξωτερικός (κινηματογραφικός) παρατηρητής καταφέρνει να συλλάβει τον παλμό μιας κοινωνίας καλύτερα από εκείνους που ζουν την καθημερινότητά της. Κάπως έτσι ο Βρετανός Μάρτιν Μακντόνα μας έδωσε πέρυσι τις εξαιρετικές «Τρεις πινακίδες», με τον συμπατριώτη του και κάτοικο Αμστερνταμ Στιβ Μακουίν («12 χρόνια σκλάβος») να κινείται στο ίδιο μονοπάτι με τις «Χήρες», που βλέπουμε αυτή την εβδομάδα και στη χώρα μας.

Βασισμένη σε μια τηλεοπτική σειρά της δεκαετίας του 1980, η ταινία μάς μεταφέρει στο Σικάγο του σήμερα με ένα σενάριο το οποίο υπογράφει ο ίδιος ο Μακουίν, αλλά και η συγγραφέας Τζίλιαν Φλιν («Το κορίτσι που εξαφανίστηκε»). Μια συμμορία αδίστακτων ληστών εξολοθρεύεται στη διάρκεια μιας «δουλειάς» που πάει στραβά. Οι τρεις γυναίκες τους, που μένουν χήρες, έχουν ξαφνικά να αντιμετωπίσουν τη σκληρή καθημερινότητα αλλά και τα μεγάλα χρέη προς τον υπόκοσμο, που απειλούν τις ζωές τους. Εκείνες, κόντρα σε κάθε λογική, αποφασίζουν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους και να φέρουν οι ίδιες εις πέρας το επόμενο... κόλπο.

Δυνατό καστ

Ο Μακουίν έχει στη διάθεσή του ένα all-star καστ ηθοποιών, με προεξάρχουσα τη Βαϊόλα Ντέιβις, η οποία υποδύεται τη σύζυγο του αρχηγού της συμμορίας (Λίαμ Νίσον), μαζεύοντας γύρω και τις υπόλοιπες. Η ιστορία, ωστόσο, δεν είναι (μόνο) αυτή των δυνατών γυναικών που καταφέρνουν να επιβιώσουν, ανεξάρτητα από τα σχέδια των αντρών. Το περιφερειακό Σικάγο, όπου τοποθετείται η δράση, παρουσιάζεται σαν μια πόλη βουτηγμένη στη διαφθορά και στην παρακμή, όπου δύο υποψήφιοι δήμαρχοι διαγκωνίζονται για τις ψήφους της υποβαθμισμένης μαύρης κοινότητας· ο ένας είναι ο αμοραλιστής λευκός απόγονος ενός παραδοσιακού πολιτικού τζακιού και ο άλλος ένας ντόπιος Αφροαμερικανός μαφιόζος, που έχει για δεξί χέρι τον κτηνώδη αδελφό του.

Είναι φανερό πως οι σχηματικοί διαχωρισμοί καλού - κακού, λευκού - μαύρου, πλούσιου - φτωχού εδώ ελάχιστα λαμβάνονται υπ’ όψιν. Αυτό που απεικονίζεται είναι η βαθιά κοινωνική σήψη, η απληστία και η απαξίωση του ηθικού και πολιτικού κώδικα που συνέχει την οποιαδήποτε κοινότητα. Ο ίδιος ο Μακουίν το θέτει ως εξής: «To πολιτικό κομμάτι της ταινίας αφορά στην πραγματικότητα τον τρόπο που ζούμε, ανεξάρτητα από τις τουριστικές εντυπώσεις. Ηθελα να φέρω την καθημερινότητά μας ή την καθημερινότητα του Σικάγου μέσα στην πλοκή. Πώς ζουν οι άνθρωποι· πώς ανοίγουν τον δρόμο τους μέσα στον κυκεώνα του σημερινού κόσμου και τις δυνατότητες που έχουν να τον αλλάξουν. Μερικές φορές νιώθουμε τόσο ανήμποροι από όσα μας περιβάλλουν, που απελπιζόμαστε. Και όμως υπάρχουν λύσεις. Αν βρέξει, τουλάχιστον μπορείς να διαλέξεις το χρώμα του αδιάβροχου που θα φορέσεις. Ακόμη και αυτή είναι μια απόφαση, είναι κάτι χειροπιαστό...».

Το βαρόμετρο της εβδομάδας

Στο «Dogman», ο δημιουργός του εξαιρετικού «Gomorra», Ματέο Γκαρόνε, επιστρέφει με ένα πιο χαμηλότονο αλλά εξίσου μεγάλης τραγικότητας φιλμ, που εξερευνά τις παρυφές της ιταλικής κοινωνίας. Σε κάποιο φτωχικό προάστιο, ο μικρόσωμος και αγαθός Μαρσέλο διατηρεί κατάστημα περιποίησης σκύλων, τους οποίους λατρεύει. Παράλληλα, βρίσκεται μπλεγμένος στις μικροπαρανομίες του Σιμόνε, ενός πρώην πυγμάχου που τρομοκρατεί την περιοχή. Οταν η κατάσταση φτάσει στο απροχώρητο, ο «ανθρωπάκος» θα αντιδράσει με τον δικό του τρόπο. Καλοστημένο δράμα με αρκετές υπερβολές και έναν καταπληκτικό Μαρσέλο Φόντε.

Στο «Tuftland» το φινλανδικό θρίλερ συναντά τις σέκτες, σε μια ιστορία που την έχουμε δει και πολύ καλύτερα. Η νεαρή Ιρίνα, ύστερα από μια σειρά τραυματικών εμπειριών, αποφασίζει να αποδεχθεί μια καλοκαιρινή δουλειά σε κάποιο απομονωμένο χωριό της Φινλανδίας. Σύντομα, ωστόσο, θα διαπιστώσει πως η κοινότητα κρύβει ένα εφιαλτικό μυστικό.

Στο «Ξεκίνημα της μέρας» παρακολουθούμε μια ανθρώπινη ιστορία που ξεπηδά από το δράμα της καθημερινότητας. Η 30άρα Λέτα βρίσκεται στον δρόμο μαζί με τον ενός έτους γιο της, αφού αδυνατεί να πληρώσει το ενοίκιο του σπιτιού της. Ετσι καταφεύγει στο σπίτι της Σοφίας, μιας κατάκοιτης ηλικιωμένης, την οποία φροντίζει και πλέον γίνεται απαραίτητο να την κρατήσει στη ζωή. Η αλβανική ταινία του Γκέντιαν Κότσι έχει στο επίκεντρο την προσωπική ιστορία, τοποθετώντας την παράλληλα σε έναν κοινωνικό καμβά με μεγάλες ανισότητες, διαφθορά και δυστυχία. Εξαιρετική η Ορνέλα Καπετάνι στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ