ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Λίγες οι ελπίδες για συμφωνία ΗΠΑ - Κίνας στη σύνοδο G20

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ θα επιδιώξει να παρουσιάσει μια νίκη έξι μήνες πριν από τις προεδρικές εκλογές. Εξάλλου, οι τελευταίες δημοσκοπήσεις στις ΗΠΑ καταδεικνύουν πως οι Αμερικανοί συντάσσονται με την πολιτική Τραμπ στην οικονομία.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ουάσιγκτον και Πεκίνο θα επιχειρήσουν τη μεταξύ τους προσέγγιση ενόψει της συνόδου του G20 που θα πραγματοποιηθεί την επόμενη εβδομάδα στην Αργεντινή. Οι πρόεδροι των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου θα συναντηθούν στο Μπουένος Αϊρες, αλλά οι εκτιμήσεις για την πιθανότητα να καταλήξουν σε εμπορική συμφωνία δεν είναι αισιόδοξες. Ο Αμερικανός πρόεδρος δηλώνει πρόθυμος μεν να συνάψει συμφωνία με τον ομόλογό του Τζινπίνγκ, αλλά την ίδια στιγμή εντείνει τις πιέσεις προς τις κινεζικές βιομηχανίες υπονομεύοντας τη συνεργασία τους με τις αμερικανικές επιχειρήσεις.

«Η Κίνα θέλει πάρα πολύ μια εμπορική συμφωνία εξαιτίας των δασμών», σχολίασε χθες ο Ντόναλντ Τραμπ μιλώντας σε δημοσιογράφους από τη Φλόριντα και προσέθεσε πως, «αν μπορούμε να συνάψουμε συμφωνία, θα το κάνουμε. Σύμφωνα, όμως, με ρεπορτάζ της αμερικανικής εφημερίδας Wall Street Journal, η Ουάσιγκτον έχει προσεγγίσει τις εταιρείες παροχής Ιντερνετ αλλά και τις κυβερνήσεις φιλικών και συμμαχικών χωρών και προσπαθεί να τις πείσει να μη συνεργάζονται με την κινεζική εταιρεία Huawei Technologies. Σύμφωνα πάντα με την αμερικανική εφημερίδα, τις προειδοποιούν πως η συνεργασία με την εταιρεία τις εκθέτει σε κινδύνους στον κυβερνοχώρο. Η Huawei βρίσκεται στο επίκεντρο ερευνών που διεξάγουν οι αμερικανικές αρχές, καθώς στελέχη των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ έχουν εκφράσει προβληματισμό για τη συνεργασία των κινεζικών εταιρειών με την ηγεσία της Κίνας και το ενδεχόμενο να λειτουργούν ως όχημα κατασκοπείας από το Πεκίνο.

Από κινεζικής πλευράς, ο Κινέζος υφυπουργός Εμπορίου Γουάνγκ Σουβέν τόνισε χθες πως οι εμπορικές συνομιλίες με την Ουάσιγκτον πρέπει να γίνουν σε ισότιμη βάση και να είναι αμοιβαία επωφελείς. Εξέφρασε, άλλωστε, την ελπίδα πως θα βρουν οι δύο χώρες τον τρόπο για να διευθετήσουν τις μεταξύ τους διαφωνίες με τον διάλογο. Οικονομικοί αναλυτές που παρακολουθούν την ένταση ανάμεσα στις δύο χώρες δεν βλέπουν με αισιοδοξία τις εξελίξεις. Σύμφωνα με την τράπεζα Standard Chartered Private Bank, οι εμπορικές εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες ενδέχεται να αποκλιμακωθούν κάπως τους επόμενους μήνες, αλλά θα παραμείνει σε εκκρεμότητα μέχρι τις προεδρικές εκλογές του 2020. «Νομίζω ότι η απόφαση θα ληφθεί με πολιτικά κριτήρια», εκτιμά ο Στιβ Μπράις, επικεφαλής του τομέα στρατηγικών επενδύσεων της Standard Chartered, που υπογραμμίζει πως ο Αμερικανός πρόεδρος θα επιδιώξει να παρουσιάσει μια νίκη έξι μήνες πριν από τις προεδρικές εκλογές.

Εξάλλου, οι τελευταίες δημοσκοπήσεις στις ΗΠΑ καταδεικνύουν πως οι Αμερικανοί συντάσσονται με την πολιτική Τραμπ στην οικονομία. Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν έχει, όμως, αυξήσει τα ποσοστά δημοτικότητάς του και ενδέχεται να δυσκολευθεί όταν θα επιδιώξει την επανεκλογή του. Σε ό,τι αφορά την Κίνα, η παράταση της έντασης με την Ουάσιγκτον εξακολουθεί να επηρεάζει αρνητικά τα κινεζικά χρηματιστήρια. Η αγορά της Σαγκάης έκλεισε χθες με απώλειες 2,5%, με τη μεγαλύτερη πτώση να σημειώνουν η Huawei Technologies και ο κλάδος των εταιρειών υψηλής τεχνολογίας.

Πλήγμα στις επενδύσεις

Ο εμπορικός πόλεμος ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη έχει επηρεάσει τις άμεσες ξένες επενδύσεις, που έχουν μειωθεί κατά 40% το πρώτο εξάμηνο του έτους. Η εικόνα προκύπτει από σχετική έκθεση της Υπηρεσίας των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη (UNCTAD). Η έκθεση φέρει την Κίνα να έχει μειώσει φέτος τους περιορισμούς στις ξένες επενδύσεις, ενώ προς την ίδια κατεύθυνση έχουν κινηθεί και αναπτυσσόμενες χώρες όπως η Ινδία, η Ινδονησία και η Νότια Αφρική. Στον αντίποδα, όμως, βρίσκονται οι ΗΠΑ, που έχουν επιβάλει περιορισμούς στις ξένες επενδύσεις και έχουν ανακόψει ιδιαιτέρως την επέλαση του κινεζικού κεφαλαίου. Οπως τονίζει στην έκθεσή της η UNCTAD, οι ΗΠΑ και η Βρετανία έχουν επεκτείνει το εύρος των ξένων επενδύσεων που μπορούν να εμποδίσουν για λόγους εθνικής ασφαλείας, σε αντίθεση με τη Ρωσία, που το έχει περιορίσει. Σε ό,τι αφορά ειδικότερα τις ΗΠΑ, που παραδοσιακά προσείλκυαν ξένες επενδύσεις και παράλληλα ήταν πηγή ξένων επενδύσεων, φέτος εμφανίζουν την αντίθετη εικόνα. Αιτία είναι, όμως, κυρίως ο επαναπατρισμός κεφαλαίων που είχαν συγκεντρώσει στο εξωτερικό μεγάλες αμερικανικές επιχειρήσεις.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ