ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

Κορίτσια που γίνονται γυναίκες

ΜΑΡΩ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ

Στη Νάπολη του 1950 η μικρή Λενού και η Λίλα θα περάσουν τα παιδικά τους χρόνια και από έφηβες θα γίνουν γυναίκες. Σκηνή από τη σειρά του ΗΒΟ.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σχεδόν στο ξεκίνημα του βιβλίου «Η υπέροχη φίλη μου» (εκδ. Πατάκης) της Ελενα Φεράντε υπάρχει ένα καταπληκτικό επεισόδιο: μια κρίση ερωτικής μανίας μετατρέπει τον δρόμο της λαϊκής ναπολιτάνικης γειτονιάς σε πεδίο μάχης, καθώς κατσαρόλες, τηγάνια, ποτήρια, πιάτα, γλάστρες, και στο τέλος ένα ολόκληρο σίδερο σιδερώματος εκτοξεύονται από το μπαλκόνι της ερωτευμένης γυναίκας ενάντια στους περαστικούς. Η εξαιρετική γραφή της Φεράντε δίνει στο στιγμιότυπο την ένταση και τον ρυθμό μιας κινηματογραφικής σκηνής σε φιλμ δράσης.

Εξίσου συναρπαστική ήταν αυτή η σκηνή στο πρώτο επεισόδιο της νέας σειράς με τον τίτλο «My Brilliant Friend» παραγωγής HBO, που άρχισε από προχθές να προβάλλεται και στην Ελλάδα (CosmoteTV). Βασισμένη στην εξαιρετικά δημοφιλή «Τετραλογία της Νάπολης», η δημιουργία αυτής της σειράς ήταν μια πρόκληση για την αμερικανική καλωδιακή (συνδρομητική) τηλεόραση. Οχι μόνον επειδή η πιο πρόσφατη και τεράστια επιτυχία της ήταν το «Game of Thrones» με την καταιγιστική πλοκή μέσα σε φανταστικούς κόσμους που συνταράσσονται από πάθη, σεξ και βία. Ούτε επειδή είναι γνωστό στους βιβλιόφιλους ότι η Ελενα Φεράντε, –που μέχρι πρότινος απεχθανόταν τη δημοσιότητα και ουδείς γνώριζε το πρόσωπό της– θα ήταν αμείλικτη στις «διαπραγματεύσεις» της σχετικά με την τηλεοπτική μεταφορά των μυθιστορημάτων της, διεκδικώντας πιστότητα και αυθεντικότητα για τη δράση και τους χαρακτήρες. Ηταν ρίσκο και δοκιμασία γιατί έπρεπε να καταφέρει να σταθεί στο ύψος των προσδοκιών χιλιάδων φανατικών αναγνωστών της Ιταλίδας συγγραφέως ζωντανεύοντας στην οθόνη την περίπλοκη και αντιφατική φιλία δύο κοριτσιών σε μια φτωχική γειτονιά της Νάπολης στην αρχή της δεκαετίας του 1950. Με εσωτερικότητα και δύναμη ταυτόχρονα.

Μία από τις δυσκολίες που έπρεπε να αντιμετωπίσει ο Ιταλός σκηνοθέτης Σαβέριο Κονστάντσο ήταν ο σκηνικός χώρος των γυρισμάτων. Η τετραλογία περιγράφει χωρίς νοσταλγία αλλά με αίσθημα και σχολαστικότητα τη ζωή στη μεταπολεμική Νάπολη με τα στενά σοκάκια, τους βρώμικους δρόμους και τις ασφυκτικές γειτονιές όπου η συγκατοίκηση πνίγει τους ανθρώπους. Ο αμείλικτος αγώνας των ηρώων να επιβιώσουν, να προκόψουν και τελικά να φύγουν μακριά από την πόλη που καθορίζει τη ζωή τους, μετατρέπει τη σειρά σε ένα δράμα εσωτερικών χώρων. Ακάλυπτοι πολυκατοικιών, κλιμακοστάσια και διάδρομοι φτωχικών κι άσχημων διαμερισμάτων εγκλωβίζουν με τέχνη τη δράση, αυξάνοντας την ένταση. Σε αυτό το περιβάλλον η μικρή Λενού και η Λίλα θα περάσουν τα παιδικά τους χρόνια και από έφηβες θα γίνουν γυναίκες. Η ιστορία μιας φιλίας μετατρέπεται στην ιστορία μιας γειτονιάς, μιας πόλης κι εντέλει μιας χώρας που αλλάζει στο πέρασμα των δεκαετιών.

Το κλειστοφοβικό συναίσθημα που μεταδίδει στον αναγνώστη η αφήγηση της Φεράντε μεταφέρθηκε στη σειρά με επιτυχία. Εξίσου προσεκτικά έχουν επιλεγεί οι ηθοποιοί που ενσαρκώνουν τους βασικούς ρόλους. Η εσωτερικότητα και η ευαισθησία της Λενού αποδίδεται πλήρως από τις ηθοποιούς που ενσαρκώνουν τον λογοτεχνικό χαρακτήρα, ακόμη κι όταν είναι ακόμη παιδί. Το ίδιο συμβαίνει με τη Λίλα, ένα πρόσωπο αινιγματικό και εκρηκτικό, καταλυτικό στην εξέλιξη της υπόθεσης. Οι δεύτεροι ρόλοι αποδεικνύουν την εξαιρετική δουλειά του κάστινγκ, και χάρη σε αυτούς η ναπολιτάνικη φτωχογειτονιά παίρνει σάρκα και οστά. Μολονότι τα δύο κορίτσια –η αφηγήτρια Λενού και η καλύτερή της φίλη Λίλα– πρωταγωνιστούν, οι εξαιρετικοί ανδρικοί ρόλοι χτίζουν γύρω τους το πλαίσιο που τις ωθεί στη δράση.

Tρεις ακόμα κύκλοι

Αυτό που είδαμε προχθές ήταν το πρώτο επεισόδιο από τα οκτώ του πρώτου κύκλου, ο οποίος αντλεί το υλικό του από το ομώνυμο πρώτο βιβλίο της τετραλογίας. Θα ακολουθήσουν ακόμη τρεις κύκλοι σύμφωνα με τον προγραμματισμό του δικτύου HBO. Αν υπάρχει ένα σημείο στο οποίο θα προβληματιζόμασταν, είναι η υπερβολική προσήλωση στην πρόζα του μυθιστορήματος. Τα συνεχή voice-overs στερούν από τους ηθοποιούς τη δυνατότητα να υποδυθούν τους ρόλους τους. Ισως μάλιστα τους αδικούν λίγο. Καθώς η αφήγηση κατευθύνει τη δράση αριστοτεχνικά μέσω του λόγου, το σινεμά αναγκάζεται να περιορίσει τα δικά του εκφραστικά μέσα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ