ΕΛΛΑΔΑ

O δικαστικός γολγοθάς για έναν δίκαιο χωρισμό

ΙΩΑΝΝΑ ΦΩΤΙΑΔΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Εχουν περάσει δύο χρόνια που ζούμε χωριστά με τον άνδρα μου και ακόμα δεν έχουμε καταφέρει να γίνουμε “πρώην”». Η 45χρονη Κατερίνα δεν κρύβει την απογοήτευσή της όχι για τη σχέση που έληξε άδοξα, αλλά για τον κυκεώνα στον οποίο εισήλθε και αποφάσισε να ζητήσει διαζύγιο. «Είναι μια χρονοβόρος διαδικασία με μεγάλο κόστος», επισημαίνει, «δεν αναφέρομαι στο ψυχολογικό, αλλά στο οικονομικό». Σε αυτό το οικονομικό αδιέξοδο βρίσκονται όσοι επιλέγουν το διαζύγιο κατ’ αντιδικία, αφού έως ότου ολοκληρωθεί ανεβάζει τον λογαριασμό και για τις δύο πλευρές σε χιλιάδες ευρώ. Εν προκειμένω, οι γυναίκες –ιδίως οι μητέρες– αποτελούν τον πιο αδύναμο κρίκο, καθώς στην Ελλάδα εξακολουθούν να αμείβονται λιγότερο από τους άνδρες συναδέλφους τους, ενώ παραδοσιακά αναλαμβάνουν εξαρχής την ανατροφή των παιδιών, προτού καθοριστεί η καταβολή διατροφής από τον πατέρα. «Αρκεί να συνυπολογίσουμε ότι σύμφωνα με την Ενδιάμεση Εκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ επτά στους δέκα εργαζομένους έχουν μηνιαίες αποδοχές κάτω από χίλια ευρώ, τη στιγμή που το “οικονομικό” συναινετικό διαζύγιο κυμαίνεται, στην καλύτερη περίπτωση, στα 1.000 ευρώ», επισημαίνει στην «Κ» επαγγελματίας με μεγάλη πείρα στο αντικείμενο.

Η 45χρονη μητέρα δύο αγοριών, επτά και δώδεκα ετών, εκτιμά ότι στη δική της περίπτωση η αντιδικία είναι μονόδρομος. «Ωστόσο, πρόκειται για ένα βάρος δυσβάσταχτο για τους ώμους μου, έχουν περάσει περίπου δύο χρόνια και τα δικαστικά έξοδα φτάνουν στις 5.000 ευρώ και προβλέπεται να ανεβούν κι άλλο, καθώς εκκρεμεί έφεση και μια μήνυση για ψευδορκία». Επισημαίνεται ότι η εξέταση της υπόθεσης στον Αρειο Πάγο «κοστίζει» περίπου 2.000 ευρώ, ενώ και μόνον η επίδοση των αγωγών από τον δικαστικό επιμελητή είναι κάθε φορά περί τα 50 ευρώ. Παράλληλα, το διάστημα που απαιτείται έως ότου επιλυθούν όλοι οι «ανοικτοί λογαριασμοί» του ζεύγους ξεπερνά τα τέσσερα χρόνια: από 8 έως 10 μήνες για τα ασφαλιστικά μέτρα, ενάμιση χρόνο για την κύρια δίκη και άλλον ενάμιση χρόνο για το εφετείο, χωρίς να υπολογίζουμε πιθανές αναβολές της κάθε δίκης έως 8 μήνες. Σε πείσμα, όμως, όλων των παραπάνω εμποδίων, μεγάλο ποσοστό των διαζυγίων λαμβάνει χώρα σε δικαστικές αίθουσες.

«Δεν έχουμε εν γένει κουλτούρα συνεργασίας, γι’ αυτό ο αριθμός των διαζυγίων που εκδίδονται κατ’ αντιδικία παραμένει υψηλός», σημειώνει η δικηγόρος κ. Βάσω Τσούτση, καταρρίπτοντας τον μύθο ότι οι Ελληνες λόγω κρίσης και θεσμοθέτησης του «διαζυγίου-εξπρές» θα γυρνούσαν την πλάτη στα δικαστήρια. «Πολλοί θα μπορούσαν να αποφύγουν το δικαστήριο, αν είχαν μετριάσει τον εγωισμό τους και είχαν επιστρατεύσει τη λογική», τονίζει η κ. Τσούτση. «Ολα τα ακανθώδη ζητήματα μεταξύ δύο πρώην συντρόφων μπορούν να επιλυθούν με το συναινετικό», διευκρινίζει.

Τα «κρυφά» κίνητρα

Θεωρεί ότι η επιλογή της αντιδικίας κρύβει και άλλα κίνητρα των δύο πλευρών. Είναι ενδεικτικό ότι ακόμα και άτεκνα ζευγάρια που δεν αγωνιούν για τον καθορισμό της επιμέλειας και της διατροφής «τραβιούνται» για χρόνια στα δικαστήρια. Μεταξύ αστείου και σοβαρού, πολλοί δικαστικοί λειτουργοί σχολιάζουν ότι οι πρώην σύζυγοι και νυν αντίδικοι ενδέχεται να εθίζονται σε μια ατέρμονη δικαστική διαμάχη. «Η εξέταση των μαρτύρων εξελίσσεται εύκολα σε μια εξευτελιστική κατάσταση, κατά την οποία το ακροατήριο μαθαίνει κάθε λεπτομέρεια της συζυγικής ζωής, ακόμα και την πιο δυσάρεστη». Στις μαρτυρίες δεν απουσιάζουν υπερβολές και ηθελημένα ψέματα. «Οπότε συχνά προκύπτουν ψευδορκίες, που είναι ποινικό αδίκημα και μας οδηγούν σε νέες αγωγές και δικαστήρια», προσθέτει η κ. Τσούτση που αναλαμβάνει υποθέσεις του ποινικού και του οικογενειακού δικαίου. «Οι δεύτερες συχνά με δυσκολεύουν περισσότερο, καθώς ξεδιπλώνονται μπροστά μου οι χειρότερες πτυχές της ανθρώπινης φύσης».

Δεδομένου ότι τα πάθη είναι έντονα, οι αντίδικοι είναι εξαιρετικά επιρρεπείς στις συμβουλές τρίτων και ειδικά των δικηγόρων τους. Δεν αποκλείεται εκείνοι να «ρίξουν» λάδι στη φωτιά, προσβλέποντας σε μεγαλύτερες αμοιβές σε βάθος χρόνου...

«Οταν ήμουν φοιτήτρια στη Νομική, πριν από 20 χρόνια, οι καθηγητές μας έλεγαν με νόημα “Διαλέξτε το Οικογενειακό Δίκαιο, γιατί αυτό έχει ψωμί”», θυμάται χαρακτηριστικά η κ. Βάντα Βαλλιάνου, που τελικά επέλεξε το εμπορικό δίκαιο. «Οταν συνειδητοποιώ ότι οι άνθρωποι που έχω απέναντί μου δεν προτίθενται να βγάλουν συναινετικό, προσπαθώ να τους παραπέμψω αλλού», λέει η κ. Βαλλιάνου στην «Κ», που γίνεται συχνά μάρτυρας βίαιων λογομαχιών εντός του γραφείου της. Ωστόσο, ορισμένες φορές επικρατεί η λογική. «Είχα ένα ζευγάρι νέων ανθρώπων που έβγαλαν συναινετικό, ωστόσο συνέχισαν για λόγους οικονομίας να ζουν στο ίδιο σπίτι για αρκετό καιρό, μέχρι που ο ένας εκ των δύο αποφάσισε να “ξαναφτιάξει” τη ζωή του», αναφέρει χαρακτηριστικά. «Πολλοί αντιμετωπίζουν με δυσπιστία το συναινετικό, επειδή πολλοί δικηγόροι κάνουν απλώς copy-paste το κείμενο από την προηγούμενη υπόθεσή τους στους επόμενους πελάτες, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε περίπτωσης», σχολιάζει η κ. Βαλλιάνου, «αν κάποιος δουλέψει προσεκτικά, μπορεί να συμπεριλάβει στο κείμενο του συναινετικού όλες τις απαιτούμενες ασφαλιστικές δικλίδες».

Στην πεντάχρονη αυτή διαδικασία, «η γυναίκα δυστυχώς παραμένει πιο ευάλωτη κοινωνικά και οικονομικά, με συνέπεια να ωθείται σε υποχωρήσεις», σχολιάζει η δικηγόρος κ. Καίτη Πουλοπούλου, «ενώ ο ισχυρότερος οικονομικά είναι κατά κανόνα αυτός που θέτει στο τέλος τους όρους». Ουκ ολίγες φορές, επομένως, πολλοί εγκαταλείπουν τον δικαστικό αγώνα, όταν διαπιστώνουν ότι τα χρόνια περνούν και δεν κατορθώνουν να κατοχυρώσουν όσα δικαιούνται. «Πολλές φορές, δεν μπορεί να αποδειχθεί η καλή οικονομική κατάσταση του συζύγου και να καθοριστεί μια διατροφή για τα παιδιά ανάλογη των πραγματικών τους αναγκών».

Τα εισοδήματα

Καθώς, όμως, η μαύρη εργασία «ανθεί», δύσκολα παρουσιάζονται στο δικαστήριο τα πραγματικά εισοδήματα των αντιδίκων. Λόγω της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης οι διατροφές έχουν μειωθεί αισθητά, ενώ πληθαίνουν οι μαρτυρίες για πατεράδες που λόγω κρίσης ή με πρόσχημα την κρίση, δεν καταβάλλουν χρήματα για την επιβίωση των παιδιών τους. Πολλοί διακατέχονται από μένος για την πρώην σύζυγο και αρνούνται να της καταβάλουν τα χρήματα, με την πρόφαση ότι δεν καταλήγουν στα παιδιά τους. «Υπάρχουν μέτρα που σε ακραίες περιπτώσεις μπορούμε να λάβουμε, όπως δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών ή αυτοκινήτου, για να εξασφαλίσουμε μια βασική διατροφή», καταλήγει η ίδια.

«Ο μεγάλος χαμένος είναι πάντοτε το παιδί που γίνεται μάρτυρας απίστευτων σκηνικών, ενώ μετατρέπεται σε διαπραγματευτικό χαρτί», λέει με έμφαση η κ. Τσούτση. «Είναι αδιανόητο οι γονείς να τσακώνονται για το θέμα της διατροφής, δεν θα έπρεπε να τους αφήνει ο νομοθέτης το περιθώριο, θα μπορούσε να καθιερωθεί ένα σύστημα αυτόματου υπολογισμού της διατροφής βάσει των πραγματικών αναγκών του παιδιού», καταλήγει η κ. Βαλλιάνου, που θεωρεί ότι μια τέτοια νομοθετική ρύθμιση θα μείωνε σημαντικά τις τριβές και τις καθυστερήσεις.

Το σκληρό παζάρι για τη διατροφή

«Ο νόμος που εμμέσως ορίζει το κόστος και τον χρόνο έκδοσης των διαζυγίων κατ’ αντιδικία έχει και παιδευτικό χαρακτήρα, εξαναγκάζει δηλαδή τον ενδιαφερόμενο να σκεφθεί σοβαρά προτού προχωρήσει», σημειώνει ο κ. Αλκης Ευαγγελάτος, δικηγόρος. Μήλον της έριδος είναι τα οικονομικά και δη το ύψος της διατροφής. «Η κάθε πλευρά ξεκινάει με ένα διαμετρικά αντίθετο ποσό και αυτό αποτελεί την αφετηρία μιας διαπραγματευτικής θέσης». Αν το ποσό δεν «κλειδώσει», πολλοί σκέφτονται να συνεχίσουν στο δικαστήριο για να γεφυρωθεί ένα χάσμα 100 ή 200 ευρώ, διαφορά που συχνά υπερκαλύπτεται από τα δικαστικά έξοδα. «Οπως έχω πει κατά καιρούς σε εντολείς μου, “θεωρώ ότι είναι προς το συμφέρον σας να αποφύγετε την αντιδικία για διαφορά 100 ευρώ τον μήνα, αλλά αν θέλετε να προχωρήσουμε δικαστικά δεν έχω αντίρρηση”, άλλωστε, όπως συμπληρώνω αστειευόμενος, “με τέτοιες αντιδικίες μπορεί κάποιος να εξοπλίσει και να διακοσμήσει ολόκληρο δικηγορικό γραφείο”». «Με ειλικρινή προσέγγιση και ρεαλιστικά επιχειρήματα –έστω και υπερβολικά όπως το παραπάνω– τις περισσότερες φορές πείθονται και οι δύο πλευρές».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ