ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οπως αναφέρει ο Θάνος Βερέμης, στις πνευματικές ρίζες των χουντικών, ειδικά στην ΕΕΝΑ (Εθνική Ενωσις Νέων Αξιωματικών), τη μυστική οργάνωση σχετικά χαμηλόβαθμων αξιωματικών που είχαν συγκροτήσει εντός του στρατεύματος πριν από το 1967, ενυπήρχε μία δυνητικά νασερική-τριτοκοσμική τάση. Και ο Αμερικανός διπλωμάτης Ρόμπερτ Κίλι αναφέρει στα απομνημονεύματά του ότι επί σειράν ετών το παρατσούκλι του δικτάτορα Γεωργίου Παπαδόπουλου ήταν «Νάσερ». Ο «θεωρητικός» της χούντας Γεώργιος Γεωργαλάς, στο βιβλίο του «Η ιδεολογία της Επαναστάσεως» (1968) υποστήριζε ότι «το σύγχρονον Εθνος μας, καλείται και πάλι να αναλάβη εξέχοντα πολιτιστικό ρόλο μέσα στα πλαίσια του Ελληνικής Προελεύσεως ελευθέρου κόσμου [...]. Και ειδικώτερα, η Ελλάς έχει εξέχουσα πνευματικήν αποστολή στην περιοχή των Βαλκανίων, της Ανατολικής Μεσογείου και της Εγγύς Ανατολής», ενώ θεωρούσε ότι η Ελλάδα ήταν ο «Τέταρτος Κόσμος», ένα πεδίο δοκιμής όπου θα αναπτυσσόταν ένας νέος τύπος «δημοκρατίας», τον οποίο οι άλλοι θα επιθυμούσαν να δανειστούν. Δεν ήταν όμως μόνον οι μεγαλοστομίες ή η ιδεολογική αντιπαλότητα προς τη φιλελεύθερη Δύση τα βασικά κίνητρα της χούντας στο «άνοιγμά» της στην Αφρική. Ενας πρόσθετος βασικός στόχος ήταν να εκμαιευθεί –επιτέλους– από κάποια μέλη της διεθνούς κοινότητας μια μορφή διεθνούς αναγνώρισης, την οποία η Δύση και ιδίως οι δυτικοί διεθνείς οργανισμοί τής αρνούνταν.


Φιλικός ασπασμός στη Λιβύη. Ο Στυλιανός Παττακός με τον αντιπρόεδρο-υπαρχηγό του Καντάφι, ταγματάρχη Ζαλούντ.

Ελληνική υποστήριξη προς τον Καντάφι

Την 1η Σεπτεμβρίου 1969 εκδηλώθηκε ένοπλο κίνημα στη Λιβύη, που ανέτρεψε τον βασιλέα Ιντρίς και έφερε στην εξουσία μία ομάδα νεαρών χαμηλόβαθμων αξιωματικών, υπό τον Μουαμάρ Αλ Καντάφι. Την ημέρα εκείνη ο βασιλιάς Ιντρίς παραθέριζε στα Καμένα Βούρλα. Ο Κωνσταντίνος Πλεύρης, στενός συνεργάτης του συνταγματάρχη Ιωάννη Λαδά, εισηγήθηκε τη διακοπή των τηλεπικοινωνιών του Ιντρίς με σκοπό να διευκολύνει την επικράτηση του Καντάφι. Σύμφωνα με τηλεγράφημα της βρετανικής πρεσβείας προς το Foreign Office, η ελληνική κυβέρνηση είχε ζητήσει από τον Ιντρίς να απόσχει από οποιαδήποτε πολιτική ενέργεια όσο βρισκόταν επί ελληνικού εδάφους, δηλαδή προσπάθησε να παρεμποδίσει την αντίδρασή του. Την ίδια περίοδο η Ελλάδα απομακρυνόταν από τη Δύση και τον Δεκέμβριο του 1969, αποχώρησε –ουσιαστικά εκδιώχθηκε– από το Συμβούλιο της Ευρώπης, υπό το βάρος κατηγοριών για βασανιστήρια. Ο κίνδυνος διεθνούς απομόνωσης της χώρας ήταν ορατός. Σε συνέντευξή του ο Πλεύρης τονίζει χαρακτηριστικά: «Δε βλέπαμε μέλλον στην Ευρώπη [...] τα συμφέροντά μας είναι αντίθετα. Ενώ με τους Αραβες [...] έχουμε συμφέροντα εθνικά».

Στις αρχές Μαρτίου του 1971, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Στυλιανός Παττακός επισκέφθηκε τη Λιβύη και συναντήθηκε με τον ομόλογό του, Μόνεμ Αλ Χούνι. Σε γεύμα που παρατέθηκε προς τιμήν του και στο οποίο παρίσταντο μέλη του Επαναστατικού και του Υπουργικού Συμβουλίου της Λιβύης, ο Παττακός αναφέρθηκε στην ίδρυση Μεσογειακής Κοινοπολιτείας: «Ολοι οι μεσογειακοί λαοί ας καταβάλλωμεν αόκνους προσπαθείας προς σύσφιγξιν των δεσμών μας, οραματιζόμενοι μιαν μεσογειακήν, εν τη ουσία, κοινοπολιτείαν. Η Μεσόγειος, λίκνον των πολιτισμών, αλλά και πεδίον διεθνών συγκρούσεων, ας καταστή γέφυρα ειρήνης, ενότητος και προόδου των λαών» («Τα Νέα», 8.3.1971).

Αντίθετα, πάντως, με τις διακηρύξεις του Παττακού, οι σχέσεις με τη Λιβύη χαρακτηρίστηκαν από πραγματισμό. Παρά την απομάκρυνση της Ελλάδας από την Ευρώπη, το καθεστώς διατήρησε ομαλές σχέσεις με τους Αμερικανούς, με τον αντικομμουνισμό να αποτελεί το βασικό πλαίσιο συνεργασίας. Η επίσκεψη του Παττακού στη χώρα τον Μάρτιο του 1971 και η συνεργασία που εγκαινιαζόταν, ήγειραν στη βρετανική πλευρά φόβους ότι οι Ελληνες επιδίωκαν να τους υποκαταστήσουν στην περιοχή, καθώς είχαν αναλάβει την εκπαίδευση στελεχών για το Πολεμικό Ναυτικό της Λιβύης. Παράλληλα, Ελληνες τεχνικοί υπηρετούσαν στη βάση Okba Bin Nafi’ (πρώην αμερικανική αεροπορική βάση Wheelus) όπου παρείχαν υποστήριξη στα αεροσκάφη F5, ενώ Λίβυοι πιλότοι φοιτούσαν σε στρατιωτικές σχολές στην Ελλάδα. Από την πλευρά τους, οι Αμερικανοί παρατηρούσαν ότι οι σχέσεις Ελλήνων και Λιβύων ήταν στενές και ότι η Ελλάδα προσπαθούσε να διατηρήσει το καθεστώς Καντάφι εκτός της σοβιετικής επιρροής.

Ο πρέσβης Χένρι Τάσκα, σε τηλεγράφημά του προς το State Department, δήλωνε ικανοποιημένος από τον δυνητικό ρόλο της Αθήνας στην προώθηση των δυτικών συμφερόντων στα αραβικά κράτη, θεωρώντας ότι οι Λίβυοι στρατιωτικοί, φεύγοντας από την Ελλάδα, θα προωθούσαν στις χώρες τους τον αντικομμουνισμό που είχαν διδαχθεί. Παράλληλα, οι Αμερικανοί καθησύχαζαν τις ανησυχίες των Ισραηλινών για την προσέγγιση Ελλάδας - Λιβύης, τονίζοντας ότι η ελληνική παρουσία στην περιοχή ήταν προτιμότερη από τη σοβιετική.


Μάρτιος 1969. Ο πρόεδρος του Κονγκό, Ζοζέφ Ντεζιρέ Μομπούτου, με τον Γεώργιο Παπαδόπουλο κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα.

Εντονη δραστηριότητα στις υποσαχάριες χώρες

Την ίδια περίοδο, το καθεστώς επιχείρησε να προσεγγίσει κράτη της υποσαχάριας Αφρικής. Σύμφωνα με τους Πλεύρη και Γεωργαλά, η χούντα, παρεμβαίνοντας στην Αφρική, αποσκοπούσε να διασφαλίσει τα ελληνικά συμφέροντα στην περιοχή, όσο και να αναλάβει έναν ρόλο τον οποίο αποκαλούσαν «εκπολιτιστικό». Ο τελευταίος περιελάμβανε την ενίσχυση των οικονομικών ανταλλαγών, τη φοίτηση Αφρικανών σε στρατιωτικές σχολές και την ένταση των αποστολών της Εκκλησίας. Ωστόσο, αυτά δεν αποτελούσαν καινοτομίες του καθεστώτος.

Ηδη από τις αρχές της δεκαετίας, Αφρικανοί σπουδαστές φοιτούσαν σε στρατιωτικές ακαδημίες στην Ελλάδα, ενώ ορθόδοξες ιεραποστολές δραστηριοποιούνταν στην Αφρική, με προσωπική καθοδήγηση του αρχιμανδρίτη Αναστασίου Γιαννουλάτου, σημερινού Αρχιεπισκόπου Τιράνων, που είχε ιδρύσει για τον σκοπό αυτό το Διορθόδοξο Ιεραποστολικό Κέντρο και το περιοδικό «Πορευθέντες». Μετά το 1967, όμως, οι στόχοι αλλάζουν. Το καθεστώς της Αθήνας φιλοδοξούσε να προετοιμάζει Αφρικανούς στρατιωτικούς που, μετά την αποφοίτησή τους, θα επέστρεφαν στις χώρες τους για να οργανώσουν πραξικοπήματα, διατηρώντας παράλληλα δεσμούς με την Ελλάδα. Οσο για τις εκκλησιαστικές αποστολές, αυτές δεν ελέγχονταν από την Αθήνα. Οπως αναφέρει ο Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος, οι ορθόδοξες αποστολές στην περιοχή εξαρχής χαρακτηρίζονταν από πνευματικότητα, χωρίς πολιτικές στοχεύσεις («Στην Αφρική», 2010).

Στις 13 Μαρτίου του 1969 ο πρόεδρος του Κονγκό, Ζοζέφ Ντεζιρέ Μομπούτου, επισκέφθηκε την Αθήνα. Υποδεχόμενος τον Μομπούτου, ο «αντιβασιλέας» Γεώργιος Ζωιτάκης δήλωσε ότι υπήρχε ιδεολογική συνταύτιση και ταύτιση συμφερόντων μεταξύ Ελλάδας και Κονγκό. Κατά τη διάρκεια των συνομιλιών συζητήθηκαν η σύναψη εμπορικής συμφωνίας και το ζήτημα των ελληνικών περιουσιών στο Κονγκό. Στις 8 Αυγούστου 1970 ακολούθησε η επίσκεψη στην Αθήνα του στρατηγού Ζαν Μπέντελ Μποκάσα, προέδρου της Κεντροαφρικανικής Δημοκρατίας, τον οποίον υποδέχθηκαν ο Παττακός και ο υφυπουργός Εξωτερικών Χρήστος Ξανθόπουλος-Παλαμάς. Δύο ημέρες αργότερα υπεγράφη συμφωνία μεταξύ των δύο κρατών, που αφορούσε τεχνική, οικονομική, εμπορική και μορφωτική συνεργασία. Η επίσκεψη του Μποκάσα επαναλήφθηκε στις 8 Απριλίου του 1971. Τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους, ο Παττακός είχε επισκεφθεί την Αίγυπτο και την Αιθιοπία. Λίγο αργότερα, στις 6 Μαΐου 1971, πραγματοποίησε περιοδεία στο Κονγκό και στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, δηλώνοντας ότι «διερευνώνται όλες οι δυνατότητες αναπτύξεως των οικονομικών και πολιτιστικών σχέσεών μας στον μεσογειακό και αφρικανικό χώρο», αλλά ότι δεν επρόκειτο να συζητηθούν συγκεκριμένα ζητήματα. Τον Ιανουάριο του 1972, ο Μποκάσα επισκέφθηκε την Αθήνα ανεπίσημα, ενώ ο Παττακός, μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαΐου, επισκέφθηκε την Ακτή Ελεφαντοστού, την Γκαμπόν, το Καμερούν και τη Σενεγάλη.


13.6.1969. Ο βασιλιάς της Λιβύης Ιντρίς φθάνει στον Πειραιά. Το πραξικόπημα του Καντάφι έγινε όσο παραθέριζε στα Καμένα Βούρλα.

Ανούσιες επαφές με ασήμαντα αποτελέσματα

Οι επαφές αυτές δεν απέφεραν σημαντικά αποτελέσματα. Το εθνικό συμφέρον της Ελλάδας επέτασσε την προστασία των ελληνικών κοινοτήτων της Αφρικής. Το 1973, όμως, ο Μομπούτου προχωρούσε στην εθνικοποίηση περιουσιών που, μεταξύ άλλων, ανήκαν και σε Ελληνες. Οι σχέσεις με τη Λιβύη υπήρξαν πιο ουσιαστικές. Η χούντα, ενώ κινήθηκε αρχικά με βάση τις δικές της ιδιότυπες ιδεολογικές αντιλήψεις, ταυτίστηκε τελικά με την αμερικανική πολιτική στην περιοχή και αποτέλεσε προέκτασή της, προσπαθώντας να υποκαταστήσει τις δυτικές δυνάμεις που αποχωρούσαν, σε μία περίοδο κατά την οποία οι κίνδυνοι της σοβιετικής διείσδυσης εντείνονταν. Αν και η ύπαρξη διαφορετικών ιδεολογικών τάσεων στους κόλπους του καθεστώτος συσκοτίζει τη συγκεκριμένη επίδραση της καθεμίας, οι ιδέες των Πλεύρη και Γεωργαλά περί «εκπολιτισμού» της Αφρικής, όπου η Ελλάδα θα έπαιζε ηγεμονικό-καθοδηγητικό ρόλο, παρέμειναν ανεκπλήρωτες. Οι σχέσεις της Ελλάδας με την υποσαχάρια Αφρική, πέρα από κάποια ψυχολογική επίδραση που άσκησαν στις εκεί ελληνικές κοινότητες, περιορίστηκαν σε ανούσιες επαφές. Η πολιτική προσέγγιση της Αφρικής θα μπορούσε πιθανώς να αποφέρει αποτελέσματα, αλλά μόνον εάν οργανωνόταν από μία Ελλάδα οργανικό και ενεργό τμήμα της Δύσης, που θα ήταν ικανή να αποδειχθεί χρήσιμη για τις αφρικανικές χώρες ως ένας εναλλακτικός δίαυλός τους προς τη Δύση.

* Ο κ. Αναστάσιος Πανουτσόπουλος είναι υποψήφιος διδάκτωρ Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας στο ΕΚΠΑ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ