Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΡΟΣΩΠΑ

Μητροπολίτης Μεσσηνίας: Χαμένες ευκαιρίες

Ε​​χουν - δεν έχουν περάσει είκοσι ημέρες από την πανηγυρική ανακοίνωση της «ιστορικής» συμφωνίας Τσίπρα - Ιερωνύμου στο Μαξίμου. Κι ωστόσο χρειάζεται ήδη προσπάθεια για να θυμηθεί κανείς ποιο ήταν, υποτίθεται, το αντικείμενο του τσακισμένου προσυμφώνου. Θυμάται κανείς ότι ο σκοπός ήταν η αποσαφήνιση των στοιχειωμένων σχέσεων Εκκλησίας - Κράτους; Αν σκοπός της κυβέρνησης ήταν να βοηθήσει στη μερική έστω χειραφέτηση του ενός θεσμού από τον άλλο, είμαστε σήμερα εγγύτερα σε αυτόν τον στόχο, απ’ ό,τι πριν από είκοσι ημέρες;

Η ερώτηση είναι βέβαια ρητορική. Με την απόπειρα χονδροειδούς προεκλογικής εκμετάλλευσης του προσυμφώνου –τον ευτελισμό μιας θεσμικής μεταρρύθμισης σε ψηφοθηρικό μπουκετάκι 10.000 προσλήψεων– η κυβέρνηση δεν τορπίλισε απλώς τη δική της πρωτοβουλία. Την κατέστησε πιο δύσκολη και για τους επόμενους. Προκάλεσε μια υπεραντίδραση από την πλευρά της ιεραρχίας – μια αντισυσπείρωση ακόμη και σχετικά νέων και φιλόδοξων μητροπολιτών, όπως ο Μεσσηνίας Χρυσόστομος. Αυτοί οι όχι ακραίοι εκκλησιαστικοί παράγοντες θα είχαν, υπό άλλες συνθήκες, λόγο να προσβλέπουν σε διευθέτηση τουλάχιστον του ζητήματος της περιουσίας. Η κυβερνητική μεθόδευση όμως εκμαίευσε –για να το πει κανείς με το πολιτικό κλισέ που έγινε τις τελευταίες ημέρες και μητροπολιτικό– νέες «κόκκινες γραμμές». Γραμμές που δεσμεύουν ήδη σε μια αδιάλλακτη στάση έναντι της Πολιτείας και τους επίδοξους διαδόχους του Ιερωνύμου.

Οσο για τον ίδιο τον Ιερώνυμο, που άλλοτε υπολογιζόταν ως πραγματιστής και επιδέξιος τόσο, ώστε να οδηγήσει την Εκκλησία σε εκσυγχρονιστικά βήματα, προδόθηκε από τους συμμάχους του. Η ταύτισή του με τον Τσίπρα κατέληξε να του κοστίσει όλο το ηγετικό του κεφάλαιο. Οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή θα πρέπει να περιμένει τον επόμενο.

Το ναυάγιο του χωρισμού έχει ορατές αναλογίες με τα άλλα δύο μεγάλα εγχειρήματα της όψιμης τσιπρικής διακυβέρνησης: Με το Μακεδονικό και τη συνταγματική αναθεώρηση. Η αναλογία με το Μακεδονικό είναι η αχρείαστη πόλωση. Ο χειρισμός εξώθησε την αντιπολίτευση σε αμυντική περιχαράκωση· και, ταυτόχρονα, πριμοδότησε τα άκρα.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με το Σύνταγμα: Ο τρόπος που μεθοδεύτηκε το εγχείρημα το μετέτρεψε, από πεδίο υπερκομματικής συνεννόησης, σε εστία νέας πόλωσης. Η αναθεώρηση κινήθηκε για να ματαιωθεί.

Και στα τρία, όχι όμοια, μέτωπα –Μακεδονικό, Σύνταγμα, Εκκλησία– επαναλαμβάνεται το ίδιο μοτίβο: Ο ΣΥΡΙΖΑ προκαλεί μεγάλη ζημιά, χωρίς να έχει ούτε ο ίδιος κέρδος. Δεν κλείνει ιστορικά κεφάλαια. Τα δηλητηριάζει.

 

 

 

Γιάννης Μπουτάρης: Ολα τούμπα;

Τ​​ι σημαίνει άραγε για έναν δήμαρχο ότι τον υμνούν πρώτοι αυτοί που ζουν έξω από τα όρια του δήμου του; Ηταν πολύ μεγάλος για τους δημότες του; Ή μήπως ήταν όντως πολύ μικρός για τον δήμο;

Στην περίπτωση του Γιάννη Μπουτάρη, η απάντηση δεν χωράει στη διάζευξη. Ο απερχόμενος δήμαρχος Θεσσαλονίκης ασκούσε πάντα γοητεία όχι μόνο γι’ αυτά που έλεγε, αλλά και γι’ αυτό που ήταν: μια αυθάδικη persona, που δεν φοβόταν να εξομολογηθεί τις αδυναμίες του· που είχε μεταβολίσει τα υπαρξιακά ρίσκα της νεότητάς του, μετατρέποντάς τα σε καύσιμα μιας νεάζουσας ωριμότητας. Γι’ αυτό και στα εγκώμια που πλέχτηκαν, με αφορμή την απόσυρσή του, δύσκολα μπορούσε κανείς να ξεχωρίσει την πολιτική εκτίμηση από το χάσκον θάμβος των θαυμαστών – από τη λατρεία εκείνων που πάντα προέβαλλαν στη νευρώδη ελευθεριότητα αυτής της ποικιλόστικτης σιλουέτας τις φαντασιώσεις για τη δική τους (μη) ενηλικίωση.

Κι ωστόσο ο Μπουτάρης δεν έγινε υποτελής της εικόνας του. Δεν τον παρέσυρε η θωπεία του αθηναϊκού οριενταλισμού που, κλεφτοκοιτάζοντας από τα wine bars της πρωτεύουσας προς την «εξωτική» Θεσσαλονίκη, ανακάλυπτε έναν ροκ ριζοσπάστη στο βλεννώδες υπογάστριο των Βαλκανίων. Ανακάλυψε έναν Μικ Τζάγκερ του Βαρδάρη.

Προοδευτικός, αλλά όχι «ορθός», ο επιχειρηματίας που μπήκε σαν ερασιτέχνης στην Αυτοδιοίκηση χρησιμοποίησε το είδωλό του ως μέσο. Χρησιμοποίησε τη μιντιακή του σαγήνη για να διευθετήσει ιστορικές εκκρεμότητες της Θεσσαλονίκης. Να τη συμφιλιώσει με το παρελθόν της. Να τη χειραφετήσει από τους μύθους και τα μίση της.

Λένε ότι δεν το πέτυχε. Το λέει όποιος θυμάται πώς κατάφερε να τον ρίξει –για να τον κλωτσήσει– ο όχλος. Το λέει όποιος ξεχνάει ότι η παρουσία του Μπουτάρη εκεί, εκείνη την ημέρα, ήταν ήδη μια αγέρωχη, μοναχική δια-δήλωση κατά του όχλου. Λένε και κάτι χειρότερο: ότι, ασχολούμενος με τα μεγαλεπήβολα, απέτυχε στα πεζά. Απέτυχε να μαζέψει, όπως έπρεπε, τα σκουπίδια.

Ενσαρκώνοντας όμως ένα άλλο υπόδειγμα τοπικού άρχοντα, αυθεντικά ανάγωγο στη δημαγωγία, ο Μπουτάρης κατάφερε τουλάχιστον να αποσύρει πολλά από τα δογματικά σκουπίδια που είχαν επί δεκαετίες στομώσει τον ορίζοντα της πόλης του. Αυτός ήταν ένας ρόλος που όντως ακτινοβολούσε έξω από την τοπική σκηνή. Ακτινοβολούσε στην Αθήνα και στο Τελ Αβίβ, στα Σκόπια και στην Κωνσταντινούπολη.

Δεν έχουν άδικο όσοι φοβούνται ότι ο ρόλος θα εκπνεύσει με την απόσυρση του ενσαρκωτή του. Το έργο όμως μένει στο συρτάρι. Η Ιστορία δεν προχωράει ευθεία. Αλλά, προχωράει. Δεν θα είναι εύκολο να έρθει τούμπα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ