ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αναιμικό το ελληνικό «success story»

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΟΥΡΤΑΛΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στη δίνη της αβεβαιότητας είναι «εγκλωβισμένη» η Ελλάδα με το ελληνικό Χρηματιστήριο και τα ελληνικά ομόλογα να βρίσκονται εδώ και μήνες σε έναν έντονο κλοιό πιέσεων, γεγονός που αποδεικνύει πως, παρά την έξοδο από τα προγράμματα διάσωσης και τη θετική κριτική πλέον από τους θεσμούς, οι επενδυτές δεν «αγοράζουν» το ελληνικό «success story» και οι αγορές συνεχίζουν να στέλνουν σήμα κινδύνου γύρω από τη χώρα, βάζοντας στον «πάγο» την έκδοση νέου ομολόγου και θέτοντας τα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία εκτός του ραντάρ των ξένων χαρτοφυλακίων.

Σύμφωνα με αναλυτές και οικονομολόγους στους οποίους απευθύνθηκε η «Κ», το διεθνές κλίμα και ειδικά η κρίση στην Ιταλία αποτελούν απλώς έναν από τους πολλούς παράγοντες που είναι «υπεύθυνοι» για την αδύναμη έως και απαξιωτική εικόνα των ελληνικών μετοχών και ομολόγων, όπως:

• Η έλλειψη αναπτυξιακού σχεδίου, οι καθυστερήσεις στις μεταρρυθμίσεις και η πολιτική παροχολογίας της ελληνικής κυβέρνησης.

• Το πρόβλημα των κόκκινων δανείων των ελληνικών τραπεζών και οι ανησυχίες για την κεφαλαιακή τους επάρκεια.

• Η κρίση αξιοπιστίας, που ακόμη βαραίνει το επενδυτικό κλίμα, λόγω των υποθέσεων όπως αυτή της Folli Follie.

Είναι χαρακτηριστικό πως το ελληνικό Χρηματιστήριο σημειώνει «μαύρη πρωτιά» καταγράφοντας τις μεγαλύτερες απώλειες από όλους τους διεθνείς δείκτες από τις αρχές της χρονιάς, οι οποίες ξεπερνούν πλέον το 25%, με 10 δισ. ευρώ να έχουν χαθεί από τη συνολική κεφαλαιοποίηση της αγοράς αυτό το διάστημα και με τον Γενικό Δείκτη να φθάνει την περασμένη εβδομάδα σε χαμηλά δύο ετών. «Οι ελληνικές μετοχές βρίσκονται πλέον εκτός των ραντάρ των ξένων επενδυτών λόγω της έλλειψης ενός σοβαρού σχεδίου ανάπτυξης για την οικονομία και ενός σχεδίου αναδιάρθρωσης για τις τράπεζες», σημειώνει στην «Κ» ο Αλμπέρτο Γκάλο, διαχειριστής κεφαλαίων στην Algebris, η οποία συμμετέχει στα roadshows του οικονομικού επιτελείου στο Λονδίνο.

Η προειδοποίηση

«Πριν από λίγο καιρό είχαμε προειδοποιήσει πως αυτό που χρειάζονται οι ελληνικές τράπεζες είναι η δημιουργία μιας bad bank, ωστόσο ο υπουργός Οικονομικών κ. Τσακαλώτος δεν συμφωνούσε. Σήμερα, η Ελλάδα (όπως και η Ιταλία) “πληρώνουν” την απόφαση του “προσποιούμαι ότι όλα είναι καλά” στις τράπεζες, αντίθετα με την Ισπανία, η οποία αναγνώρισε το πρόβλημα και δημιούργησε bad bank πολύ σύντομα».

Η χρηματιστηριακή αξία των τεσσάρων συστημικών τραπεζών Alpha Bank, Eurobank, Εθνική Τράπεζα και Τράπεζα Πειραιώς έχει καταρρεύσει κάτω από τα 4 δισ. ευρώ, από 8,7 δισ. ευρώ στις αρχές του έτους, με πτώση της τάξης του 55%, ενώ ο κλαδικός δείκτης άγγιξε ιστορικά χαμηλά την εβδομάδα που πέρασε. Ο τραπεζικός κλάδος έχει βρεθεί στο μάτι του κυκλώνα εδώ και μήνες, και μετά τα stress tests του Μαΐου με τους επενδυτές να προχωρούν σε έντονες ρευστοποιήσεις.

Οπως σημειώνει στην «Κ» αναλυτής βρετανικής τράπεζας που καλύπτει την ελληνική αγορά, «τα σημαντικά προβλήματα των ελληνικών τραπεζών και η αβεβαιότητα σχετικά με το σχέδιο που θα ακολουθηθεί, προκειμένου να υπάρξει επιτάχυνση της μείωσης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs), έχουν οδηγήσει στην κατάρρευση των τραπεζικών μετοχών και στην προεξόφληση ότι οι τράπεζες θα χρειαστούν νέες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου. Ο τραπεζικός κλάδος, ως ο μεγαλύτερος της εγχώριας αγοράς, επηρεάζει δραματικά την επενδυτική ψυχολογία, με συνέπεια να μειώνεται το ενδιαφέρον για το σύνολο της χρηματιστηριακής αγοράς, ενώ φυσικά οι ζημίες που έχει επιφέρει η κατάρρευση των τραπεζικών μετοχών στα επενδυτικά χαρτοφυλάκια αλλάζει και τη διάθεση ανάληψης επενδυτικού κινδύνου για το σύνολο της αγοράς».

Το ζήτημα των παραβατικών επιχειρηματικών πρακτικών και η κρίση αξιοπιστίας που ακόμη βιώνει το ελληνικό Χρηματιστήριο, μετά το ξέσπασμα της υπόθεσης της Folli Follie, επίσης κρατούν τους επενδυτές μακριά από την Ελλάδα. Οπως σημειώνει στην «Κ» ο Μάθιου Κερνς, στρατηγικός αναλυτής της Rabobank, «υπάρχουν πολλοί επενδυτές που δεν μπορούν να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη στις ελληνικές επιχειρήσεις και τα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία, και αυτό βαραίνει και τις προοπτικές της ίδιας της χώρας».

Οι αποδόσεις

Στα ελληνικά ομόλογα η εικόνα είναι επίσης απογοητευτική και δεν συνάδει με αυτή μίας χώρας που έχει αφήσει πίσω της τα μνημόνια, αφού η Ελλάδα παραμένει εδώ και εννέα μήνες «αποκλεισμένη» από τις αγορές. Από τα χαμηλά 12 ετών που άγγιξε η απόδοση του ελληνικού 10ετούς ομολόγου τον Ιανουάριο (3,625%) και μετά την έκδοση του 7ετούς ομολόγου τον Φεβρουάριο, η οποία ζημίωσε όσους επενδυτές την «πίστεψαν» καθώς από το 3,5% η απόδοσή του έχει εκτιναχθεί πάνω από το 4%, το ελληνικό Δημόσιο δεν έχει βρει κανένα «παράθυρο ευκαιρίας» να προχωρήσει σε νέα «έξοδο». Πλέον η απόδοση του 10ετούς κινείται στα απαγορευμένα επίπεδα άνω του 4,5% και, αντίθετα με τις δηλώσεις του υπουργού Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτου ότι η αδυναμία έκδοσης νέου ομολόγου οφείλεται στην αναταραχή στην Ιταλία, οι αναλυτές επισημαίνουν πως εμπόδιο δεν αποτελούν μόνο οι εξελίξεις στη γειτονική χώρα, αλλά και οι προκλήσεις με τις οποίες ακόμη βρίσκεται αντιμέτωπη η ελληνική οικονομία.

«Μετά το τέλος του προγράμματος, η εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων επιβραδύνθηκε και οι επενδυτές δεν περιμένουν πολλά να αλλάξουν πριν από τις εκλογές του επόμενου έτους. Η ανάκαμψη της πραγματικής οικονομίας παραμένει πολύ αδύναμη, παρά το γεγονός ότι έχει χαθεί το ένα τέταρτο του ΑΕΠ κατά τη διάρκεια της κρίσης. Χωρίς διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, οι μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης της Ελλάδας δεν μπορούν να βελτιωθούν», σημειώνει στην «Κ» ο Αθανάσιος Βαμβακίδης, επικεφαλής επενδύσεων συναλλάγματος στην Ευρώπη της Bank of America Merrill Lynch.

Κόκκινη κάρτα από αγορές σε παροχές - προϋπολογισμό

Η παροχολογία από πλευράς ελληνικής κυβέρνησης έχει παίξει σημαντικό ρόλο στην επιφυλακτική έως και αρνητική στάση που τηρούν οι ξένοι επενδυτές απέναντι στα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία. «Το 10ετές ελληνικό ομόλογο συνεχίζει να παραμένει σε απαγορευτικά επίπεδα, προφανώς γιατί πέρα από την επίδραση του ιταλικού πυρετού, δεν αρέσουν στις ομολογιακές αγορές η εντεινόμενη παροχολογία, η εκλογολογία και η αναβολή ή ακύρωση νομοθετημάτων με μακροπρόθεσμο μακροοικονομικό αντίκτυπο», όπως σημειώνει ο Λουκάς Παπαϊωάννου, οικονομολόγος της Fast Finance.

«Υπάρχει μία σωρεία λανθασμένων τακτικών, οι οποίες φυσικά ενδεχομένως να βοηθούν πολιτικά το κυβερνών κόμμα στις επόμενες εκλογές, όμως κάνουν πολύ κακό στην οικονομία: Η μη τήρηση της συμφωνίας σχετικά με την περικοπή των συντάξεων –έστω και αν εγκρίθηκε από τους θεσμούς– έχει πλήξει την (όποια) αξιοπιστία της χώρας, η οποία για πολλοστή φορά δείχνει να μην τηρεί τα συμφωνηθέντα, ενώ δίνει την εντύπωση πως προσπαθεί να κάνει ό,τι μπορεί προκειμένου να αναβάλει τις όποιες δύσκολες αλλά εξαιρετικά απαραίτητες μεταρρυθμίσεις.

Επιπρόσθετα, για άλλη μία φορά βλέπουμε και με αφορμή τον προϋπολογισμό του 2019, τη συνεχιζόμενη προτίμηση στις παροχές έναντι των επενδύσεων, ενώ όποιο παράθυρο νέων προσλήψεων εμφανίζεται, χρησιμοποιείται αγνοώντας τις αρνητικές συνέπειες για την οικονομία», σημειώνει χαρακτηριστικά αναλυτής μεγάλης βρετανικής τράπεζας.

«Κομματικό συμφέρον»

Οπως προσθέτει, «η κυβέρνηση (για άλλη μία φορά, όπως και το 2015), διάλεξε να βάλει μπροστά το κομματικό συμφέρον, επιλέγοντας πολιτικές που ενδεχομένως να την οδηγήσουν σε μείωση της συντριβής στις επικείμενες εκλογές, με αντάλλαγμα την αύξηση του κόστους δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου, ένα γεγονός που έχει σημαντικές αρνητικές συνέπειες όχι μόνον για το ελληνικό Δημόσιο αλλά και για το σύνολο των εγχώριων επιχειρήσεων. Οι επενδυτές είναι πολύ λογικό λοιπόν να μην αγοράζουν το ελληνικό “success story”, διότι... αυτό (ακόμα και μετά 8 χρόνια κρίσης) αγνοείται».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ