ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μια βραδυφλεγή «βόμβα» κρύβει ο προϋπολογισμός του 2019

ΕΙΡΗΝΗ ΧΡΥΣΟΛΩΡΑ

Στους κόλπους των ευρωπαϊκών θεσμών διατυπώνονται, ανεπίσημα, έντονες ανησυχίες για την προοπτική ομαλής εκτέλεσης του προϋπολογισμού, κυρίως εξαιτίας των δικαστικών αποφάσεων για τις συντάξεις.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μπορεί ο προϋπολογισμός να πήρε το «πράσινο φως» από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή την περασμένη εβδομάδα, αλλά στους κόλπους των ευρωπαϊκών θεσμών συνολικά διατυπώνονται, ανεπίσημα, έντονες ανησυχίες για την προοπτική ομαλής εκτέλεσής του, κυρίως εξαιτίας των δικαστικών αποφάσεων για τις συντάξεις.

Υψηλόβαθμοι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι μεταφέρουν σε συνομιλητές τους ότι στον προϋπολογισμό η κυβέρνηση υποβάθμισε το θέμα των αποζημιώσεων των συνταξιούχων, το οποίο μπορεί να έχει σοβαρές δημοσιονομικές παρενέργειες, καθώς υπολογίζεται ότι τα αναδρομικά των συνταξιούχων ίσως φθάσουν τα 4,5 δισ. ευρώ τον χρόνο. Αναγνωρίζουν, εξάλλου, ότι η Κομισιόν, παρότι αναδεικνύει το θέμα στην έκθεσή της και προειδοποιεί ότι η κυβέρνηση θα χρειαστεί να πάρει διορθωτικά μέτρα, σε περίπτωση οριστικοποίησης της δικαστικής απόφασης, δεν το αξιολόγησε ανάλογα με τον βαθμό της σοβαρότητάς του.

Δεδομένου, μάλιστα, ότι εκκρεμεί σειρά σχετικών υποθέσεων, υπάρχει ανησυχία ότι το θέμα μπορεί να πάρει τη μορφή χιονοστιβάδας. Η έκθεση της Κομισιόν αναφέρει συγκεκριμένα έξι υποθέσεις που την ανησυχούν για τις δημοσιονομικές τους επιπτώσεις.

Πρόκειται για την απόφαση του ΣτΕ του 2015, που έκρινε αντισυνταγματικές τις περικοπές του 2012, αλλά μόνο για όσους άσκησαν προσφυγές έως το 2015 και χωρίς αναδρομική ισχύ, την πρόσφατη απόφαση του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που προχωρεί πέρα από το ΣτΕ και προβλέπει αναδρομική αποζημίωση των συνταξιούχων που προσέφυγαν μετά το 2015 για τις περικοπές του 2012 (13η και 14η, σύνταξη), διάφορες δικαστικές αποφάσεις για υπαλλήλους ιδιωτικού δικαίου με συμβάσεις αορίστου χρόνου που κρίνουν παράνομες τις περικοπές της 13ης και 14ης σύνταξης, τις αποφάσεις του μισθοδικείου για τις συντάξεις των δικαστών και των εισαγγελέων και κυρίως την αναμενόμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για τη συνταγματικότητα του νόμου Κατρούγκαλου.

Η τελευταία υπόθεση δεν είναι δικαστική, αντίθετα αποτελεί πρωτοβουλία της κυβέρνησης και μάλιστα του υπουργού Οικονομικών: αφορά την αύξηση των μισθών των υπαλλήλων του υπουργείου Οικονομικών, μέσω της επέκτασης των «προσωπικών διαφορών». Η Κομισιόν επισημαίνει ότι αποτελεί κίνδυνο, καθώς μπορεί να εγερθούν ανάλογες διεκδικήσεις σε άλλους τομείς της δημόσιας διοίκησης, αλλά και γιατί αντιστρατεύεται τις αρχές του ενιαίου μισθολογίου και δημιουργεί προβλήματα στην κινητικότητα των δημοσίων υπαλλήλων.

«Ο προϋπολογισμός κρύβει μια “βόμβα” που δεν έχει εκτιμηθεί σωστά», σχολίαζαν πρόσφατα Ευρωπαίοι αξιωματούχοι σε συνομιλητή τους. Η «βόμβα» πάντως μπορεί να σκάσει στα χέρια της επόμενης κυβέρνησης, κάτι που προβληματίζει ασφαλώς την Πειραιώς.

Οι αποφάσεις των δικαστηρίων δεν είναι οι μόνες που κρύβουν δημοσιονομικούς κινδύνους, με απρόβλεπτες προεκτάσεις. Η υπέρβαση δαπανών στην προεκλογική περίοδο, που αναμένεται να κορυφωθεί τους επόμενους μήνες, αντιμετωπίζεται απ’ όλους με δέος. Δεδομένου ότι το πρωτογενές πλεόνασμα του προϋπολογισμού του 2019 διαμορφώνεται στο όριο του στόχου, μόλις στο 3,6% του ΑΕΠ, έναντι στόχου για 3,5% του ΑΕΠ, τα περιθώρια υπερβάσεων είναι σχεδόν μηδενικά. Οπως επεσήμανε στην έκθεσή του για τον προϋπολογισμό και το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, «η ύπαρξη ενός εκλογικού δημοσιονομικού κύκλου το 2019, με αποσταθεροποιητική δυναμική διαχρονικά, απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή».

Στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ομολογούν ότι η πρώτη έκθεση της ενισχυμένης εποπτείας ήταν «χαλαρή», σε σύγκριση με το πώς αντιμετωπιζόταν η Ελλάδα στο παρελθόν. Το κλίμα δεν αναμένεται να αλλάξει. Ωστόσο, η δεύτερη έκθεση θα είναι κρισιμότερη, καθώς θα συνδυάζεται με την εκταμίευση της πρώτης δόσης επιστροφής των κερδών των ευρωπαϊκών κεντρικών τραπεζών (SMPs και ANFAs), 600 εκατ. ευρώ, υπό την προϋπόθεση ότι η χώρα θα έχει εκπληρώσεις τις υποχρεώσεις της. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί θα επανέλθουν για τον σκοπό αυτό στην Αθήνα στα τέλη Ιανουαρίου.

Συστηματική μείωση των δημοσίων επενδύσεων

Παρότι στο «ολιστικό» της πρόγραμμα ανάπτυξης το αναφέρει ως ακρογωνιαίο λίθο του, η κυβέρνηση δεν δίστασε να περικόψει το ΠΔΕ κατά 550 εκατ. ευρώ, στον προϋπολογισμό του 2019, ενώ η Κομισιόν παραδόξως προσπέρασε το γεγονός, αν και υποστηρίζει στην έκθεσή της ότι το ΠΔΕ συστηματικά υποεκτελείται τα τελευταία χρόνια.

Για την ακρίβεια, επισημαίνει ότι το 2017 η απορρόφησή του έφθασε μόνο το 63% και η υποεκτέλεση το 0,8% του ΑΕΠ.

Η ανάπτυξη γενικά είναι προφανές ότι δεν βρίσκεται στην πρώτη γραμμή προτεραιότητας των παρεμβάσεων του προϋπολογισμού. Το επίκεντρο βρίσκεται στις παροχές: μια μικρή μείωση ΕΦΚΑ, το επίδομα στέγασης και βεβαίως, κορωνίδα, η μη περικοπή των συντάξεων. Υπάρχουν στελέχη της κυβέρνησης που κατ’ ιδίαν αναγνωρίζουν ότι η διαμόρφωση του προϋπολογισμού με μοναδικό άξονα τη μη περικοπή των συντάξεων είναι σαφώς αντιαναπτυξιακή, αλλά φυσικά δεν το δηλώνουν δημοσίως. Το ίδιο ισχύει άλλωστε και για στελέχη της αξιωματικής αντιπολίτευσης με τεχνοκρατικό προσανατολισμό.

Οι δημοσιονομικές παρεμβάσεις που περιλαμβάνει ο προϋπολογισμός, ύψους 910 εκατ. ευρώ, είναι περίπου οι εξαγγελίες της ΔΕΘ, αφήνοντας για μεταγενέστερο χρόνο και σε καθεστώς αβεβαιότητας τις φορολογικές ελαφρύνσεις που υποσχόταν το αρχικό πακέτο των αντιμέτρων. Οι επιχειρηματίες δεν έχουν κρύψει την απογοήτευσή τους για τη σταδιακή μείωση του συντελεστή φορολογίας των κερδών, αντί της άμεσης, που θα αποτελούσε ίσως ένα ισχυρό σήμα για την προσέλκυση επενδύσεων. «Το πακέτο των αναπτυξιακών παρεμβάσεων είναι εντελώς εξασθενημένο», τονίζει οικονομολόγος, προσθέτοντας ότι η μη πραγματοποίηση των δημοσίων επενδύσεων επιφέρει μονίμου χαρακτήρα απώλειες στην ανάπτυξη.

Σημειώνεται ότι η Κομισιόν προβλέπει πλέον ρυθμό ανάπτυξης 2,2% για το 2019, ενώ η κυβέρνηση πιστεύει πως αυτός θα φθάσει στο 2,5%. Κανένα από τα δύο ποσοστά, βεβαίως, δεν είναι αρκετό για να καλυφθεί η απόσταση που χάθηκε τα προηγούμενα χρόνια. Η ίδια η Κομισιόν, σ’ ένα από τα ενδιαφέροντα αποσπάσματα της έκθεσής της, σημειώνει ότι μία από τις σημαντικότερες πληγές που άφησε η κρίση είναι η διάβρωση του κεφαλαιακού αποθέματος. Τονίζει ότι οι ετήσιες επενδύσεις υποχώρησαν κατά 65% μεταξύ 2007 και 2017 και πως το κεφαλαιακό απόθεμα εξακολουθεί να συρρικνώνεται ακόμη και σήμερα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ