ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το δημόσιο χρέος εξακολουθεί να αυξάνεται (μέρος 3ο)

ΜΠΟΜΠ ΤΡΑΑ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η ​​Ελλάδα αξίζει εύσημα για τη βελτίωση του δημοσιονομικού της ισοζυγίου. Προκειμένου να διαφυλάξει αυτή την αξιόλογη πρόοδο, είναι σημαντικό να παρακολουθεί τους παράγοντες που μπορεί να οδηγήσουν μελλοντικά σε αύξηση του χρέους – η πραγματικότητα είναι πάντοτε ευμετάβλητη. Εχουμε αναφέρει ήδη δύο τέτοιους παράγοντες: δημοσιονομικές λειτουργίες που δεν περιλαμβάνονται στο αναφερθέν δημοσιονομικό ισοζύγιο και την εξομάλυνση του πραγματικού επιτοκίου δανεισμού που θα πληρώνει η Ελλάδα. Σε αυτό το τρίτο σημείωμα για παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μελλοντική άνοδο του χρέους, θα εξετάσουμε με ποιον τρόπο θα μπορούσε να επηρεάσει τα δημόσια οικονομικά η γήρανση του πληθυσμού. Η γήρανση του πληθυσμού εντοπίζεται στα δημογραφικά στοιχεία και ορίζεται ως η αύξηση της μέσης ηλικίας του πληθυσμού. Δύο είναι τα βασικά αίτια που την προκαλούν: έχει επιβραδυνθεί ο ρυθμός γεννήσεων, οπότε προστίθενται στον πληθυσμό λιγότεροι νέοι άνθρωποι. Παράλληλα, η πρόοδος της ιατρικής και η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης συμβάλλουν ώστε να ζουν περισσότερο οι άνθρωποι. Και οι δύο αυτές δυνάμεις οδηγούν με την πάροδο των ετών σε αύξηση της μέσης ηλικίας ενός πληθυσμού. Η διαστρωμάτωση των ηλικιακών ομάδων μετατοπίζεται προς τους πιο ηλικιωμένους, πράγμα που έχει επίπτωση στη διαχείριση των δημοσίων οικονομικών. Ας εξετάσουμε το θέμα.

Στο Γράφημα 1 αποτυπώνεται η προβολή σύμφωνα με την οποία ο αριθμός των ατόμων στην Ελλάδα που είναι νεαρότερα από 15 έτη (σχολική ηλικία) και όσων είναι ηλικίας άνω των 64 ετών (ηλικία συνταξιοδότησης) πρόκειται να αυξηθεί από τα 2,5 εκατ. άτομα το 1950 στα 4,5 εκατ. άτομα το 2050. Στη συνέχεια ο αριθμός θα περιοριστεί στα 3,5 εκατ. άτομα το 2080, σύμφωνα με την προβολή. Αυτό είναι σημαντικό διότι η ανάγκη για πραγματοποίηση δαπανών για τους νέους (παιδεία) και τους ηλικιωμένους (συντάξεις, περίθαλψη, μακροπρόθεσμα προγράμματα πρόνοιας) θα οδηγήσει στην άσκηση πίεσης προς το χρέος αν είναι μεγαλύτερος ο αριθμός τους.

Μπορεί να αυξάνεται ο αριθμός των «εξαρτώμενων» μελών, αλλά αυξάνεται και ο γενικός πληθυσμός, οπότε για όσο διάστημα υπάρχουν περισσότερα άτομα σε ηλικία εργασίας που παράγουν υπηρεσίες και προϊόντα, τότε θα αυξάνονται και τα φορολογικά έσοδα ώστε να τυγχάνουν φροντίδας τα εξαρτημένα μέλη. Το Γράφημα 2 δίνει μια αίσθηση του πώς εξελίσσεται ο αριθμός των εξαρτώμενων ομάδων σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό. Φαίνεται ότι ο λεγόμενος λόγος εξάρτησης (εξαρτημένοι/γενικό πληθυσμό) ήταν σχετικά σταθερός μέχρι και την αλλαγή του αιώνα, γύρω στο 35%. Ωστόσο μελλοντικά θα αυξηθεί δραματικά ο λόγος αυτός μέχρι και το 2050 οπότε και θα σταθεροποιηθεί. Η απότομη άνοδος του λόγου εξάρτησης μεταξύ 2000 και 2050 παρατηρείται σε πολλές χώρες και απαιτεί προσεκτικό σχεδιασμό των μελλοντικών προϋπολογισμών.

Η ομάδα εργασίας της Ε.Ε. για τη γήρανση του πληθυσμού (AWG) παρακολουθεί, από το 2009, τις δημοσιονομικές περιπλοκές που θα έχει η γήρανση αυτή και δημοσιεύει σχετικές εκθέσεις ανά τρία έτη. Η συγκεκριμένη ομάδα εργασίας εκπονεί προβολές, με βάση τους σχετικούς δημογραφικούς παράγοντες, για τις δημοσιονομικές δαπάνες που θα απαιτηθούν με βάση τη νομοθεσία και τα κοινωνικά προγράμματα που εφαρμόζονται σε κάθε χώρα, περιλαμβανομένης και της Ελλάδας. Η ομάδα αξιολογεί ειδικά αυξητικές τάσεις για δαπάνες συντάξεων, μακροχρόνια φροντίδα, υγειονομική περίθαλψη, παιδεία και επίδομα ανεργίας για τα επόμενα 50 με 60 έτη. Στον Πίνακα 1 περιλαμβάνονται τα αποτελέσματα αυτών των μελετών για το κόστος της γήρανσης του πληθυσμού στην Ελλάδα με βάση την έκθεση του 2009 και του 2018. Η σύγκριση των δύο εκθέσεων είναι πραγματικά αξιοσημείωτη. Σύμφωνα με τις προβολές του ΑWG, κατά τη διάρκεια της κρίσης, με πολλούς γύρους περικοπής των συντάξεων και αλλαγής στα προγράμματα για χορήγηση επιδομάτων, η Ελλάδα περιόρισε το αθροιστικό κόστος της γήρανσης του πληθυσμού κατά περίπου 22,3 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ (από το 15,9 στο -6,4). Δεν έχω δει ποτέ αλλαγή τέτοιου μεγέθους σε οποιαδήποτε χώρα. Αν και είναι πιθανό να αναθεωρηθούν μελλοντικά οι προβολές καθώς θα προκύπτουν λεπτομερέστερες και καλύτερες πληροφορίες, παρ’ όλα αυτά αποτελεί επιπλέον ένδειξη για την τρομακτική προσπάθεια που έχει καταβάλει η Ελλάδα ώστε να αντιμετωπίσει την κρίση.

Επίσης, η μείωση μελλοντικών δαπανών για συντάξεις κτλ. αυτού του μεγέθους τείνει να επηρεάζει τον πληθυσμό και στο παρόν, διότι τον πιέζει να προσπαθήσει να απορροφήσει το κόστος που θα κληθεί να πληρώσει όταν γεράσει και αυτός. Οταν γνωρίζουν οι άνθρωποι πως μελλοντικά θα υπάρχουν λιγότερες μεταφορές σχετικές με την ηλικία, τότε γίνονται επιφυλακτικότεροι όσον αφορά τα σχέδια των δαπανών τους. Οι οικογένειες υπέστησαν μεγάλη μείωση του διαχρονικού τους πλούτου και δεν είναι να απορεί κανείς που αυτός ο ρυθμός αύξησης μειώθηκε επικίνδυνα στη διάρκεια της κρίσης.

Ωστόσο οι απώλειες που είχαν οι ελληνικές οικογένειες ήταν κέρδος για τον προϋπολογισμό. Συνεπώς, αν είναι σωστοί οι υπολογισμοί ο περιορισμός του μελλοντικού κόστους θα περιορίσει μελλοντικά την πίεση για αύξηση της φορολογίας και θα συμβάλει στη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, εκτός και αν το πολιτικό σύστημα αποφασίσει να μετατρέψει αυτή την εξοικονόμηση δαπανών για συντάξεις και άλλου είδους παροχές σε νέες δαπάνες. Δεν είμαι βέβαιος κατά πόσον έχουν υπολογιστεί ρητά αυτές οι επιπτώσεις στη βιωσιμότητα ανάλυσης χρέους που έχουν εκπονήσει Ε.Ε. και ΔΝΤ.

Υπάρχει ένα πρόβλημα με αυτές τις προβολές. Η πρόβλεψη της Ε.Ε. για τη μεταβολή του ονομαστικού ΑΕΠ (κατά μέσον όρο στο 3% το χρόνο) είναι κατά περίπου 0,5% υψηλότερες από τις προβολές που είχα κάνει σε προηγούμενα σημειώματα για τη μελλοντική μεταβολή του ονομαστικού ΑΕΠ (κατά μέσον όρο γύρω στο 2,5% τον χρόνο). Ωστόσο χαμηλότερος ρυθμός αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ για 53 έτη (2017-2070) σημαίνει πως το επίπεδο του ΑΕΠ με βάση τους υπολογισμούς προηγούμενων σημειωμάτων θα είναι, μέχρι το 2070, περίπου κατά 30% χαμηλότερο από το επίπεδο του ΑΕΠ που προβλέπει μακροπρόθεσμα η Ε.Ε. Αυτό σημαίνει με τη σειρά του πως θα πρέπει να προσαρμοστεί ανάλογα και ο λόγος δαπανών για συντάξεις και άλλου είδους επιδόματα προς το ΑΕΠ που περιλαμβάνεται στις προβολές της Ε.Ε. ακριβώς επειδή θα είναι μικρότερος ο παρονομαστής. Με βάση τον νέο υπολογισμό του λόγου δαπανών για συντάξεις και άλλα επιδόματα προς το ΑΕΠ, εξακολουθεί να μειώνεται αυτός ο λόγος αλλά σε μικρότερο βαθμό.

Η εξοικονόμηση που επιτυγχάνεται μέχρι το 2070 με βάση τις νέες προβολές υπολογίζεται σε 0,5% του ΑΕΠ, όπως φαίνεται στην τελευταία στήλη του Πίνακα 1.

Σε σύγκριση με τους υπολογισμούς για τη βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών που είχα κάνει το 2009, πλέον το μέλλον της Ελλάδας φαντάζει περισσότερο υποσχόμενο και αυτό οφείλεται στις προσπάθειες που καταβλήθηκαν στη διάρκεια της κρίσης. Τρία αποτελέσματα θα μπορούσαν να αναφερθούν: το 2009 το δημοσιονομικό έλλειμμα ήταν 15,9% του ΑΕΠ και το κόστος της γήρανσης του πληθυσμού υπολογιζόταν πως θα αυξηθεί κατά 15,9% του ΑΕΠ (Πίνακας 1). Οι νέοι υπολογισμοί βασίζονται σε σχεδόν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό το 2017 (δηλαδή σε πολύ καλύτερη αφετηρία) και το (προσαρμοσμένο) κόστος της γήρανσης του πληθυσμού συνίσταται σε μικρότερη μείωση της τάξης του 0,5% του ΑΕΠ (Πίνακας 1). Η πλειονότητα της κοινής γνώμης ενδέχεται να παρατηρήσει μόνο τη βελτίωση των μεγεθών του ετήσιου προϋπολογισμού και να μην παρατηρήσει τη διαχρονική βελτίωση του κόστους της γήρανσης του πληθυσμού, αν και αυτή η βελτίωση αποτελεί πραγματικό επίτευγμα της δημοσιονομικής πολιτικής. Ο τρίτος σχετικός παράγοντας έχει σημαντικά αρνητική επίπτωση στη βιωσιμότητα. Ειδικότερα, το επίπεδο του ΑΕΠ που είχε χρησιμοποιηθεί το 2009 ώστε να γίνουν οι προβολές, ήταν πολύ μεγαλύτερο από το επίπεδο του ΑΕΠ που χρησιμοποιούμε σήμερα για να κάνουμε προβολές. Αυτό είναι το κόστος της συρρίκνωσης της οικονομίας στη διάρκεια της ύφεσης. Στο επόμενο σημείωμα προς συζήτηση θα αναλύσουμε με ποιον τρόπο συνδυάζονται όλοι οι παράγοντες, δημογραφικοί και αυτοί των δημοσίων οικονομικών, ώστε να υπάρξει μια συνεπής μακροπρόθεσμη προβολή για τη δημοσιονομική βιωσιμότητα.

Εν κατακλείδι:

• Οι προβολές της ομάδας εργασίας της Ε.Ε. για τη γήρανση του πληθυσμού (AWG) έχουν προετοιμαστεί με προσοχή και είναι οι καλύτερες που διαθέτουμε. Αν εξακολουθήσουν να ισχύουν και στο μέλλον, τότε η Ελλάδα έχει εξαλείψει το μεγάλο και αυξανόμενο κόστος της γήρανσης του πληθυσμού που είχε προβλεφθεί το 2009, προτού αρχίσει η κρίση.

• Πρόκειται για επίτευγμα που δεν έχει αναγνωριστεί όσο θα έπρεπε. Ισως επειδή αυτοί οι υπολογισμοί έχουν πιο προσωρινό χαρακτήρα και είναι λιγότερο ευκολονόητοι από τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος κάθε χρόνο.

• Η σημαντική θετική επίπτωση από την εξάλειψη του κόστους από τη γήρανση του πληθυσμού θα πρέπει να εξεταστεί υπό το φως του χαμηλότερου ΑΕΠ που προβλέπεται πλέον σε σύγκριση με πριν από την κρίση. Πώς αλληλεπιδρούν αυτοί οι δύο παράγοντες, και άλλοι που έχουμε αναφέρει προηγουμένως, και ποια η επίπτωσή τους στη βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών θα το εξετάσουμε στο επόμενο σημείωμα προς συζήτηση.

• Οι προβολές του AWG αλλάζουν κάθε τρία έτη. Επηρεάζονται από την εξέλιξη του ΑΕΠ, την ενημέρωση των δημογραφικών στοιχείων και ειδικότερα από τη δημοσιονομική πολιτική. Αν ανατρέψει η κυβέρνηση ορισμένες από τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, τότε μελλοντικά θα αυξηθεί και πάλι το κόστος της γήρανσης του πληθυσμού (η ακύρωση της μείωσης των συντάξεων από την αρχή του 2019 δεν περιλαμβάνεται στις παραπάνω προβολές και αυτό θα αποτελούσε νέα οπισθοδρόμηση). Συνεπώς, είναι κρίσιμης σημασίας η κυβέρνηση να συστήσει μικρή, ειδική ομάδα από διάφορες υπηρεσίες ώστε να παρακολουθεί την εξέλιξη του κόστους της γήρανσης του πληθυσμού από προϋπολογισμό σε προϋπολογισμό και να μπορεί να υπολογίσει την κατά προσέγγιση διαχρονική επίπτωση που προκαλεί η αλλαγή πολιτικής στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών. Οι βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις θα πρέπει να αγνοούνται και η πολιτική θα πρέπει να προσανατολίζεται μακροπρόθεσμα και να εστιάζεται στη βιωσιμότητα.

• Είναι σαφές πως υπάρχει σημαντική απαίτηση η κυβέρνηση να εξηγήσει στους πολίτες περί τίνος πρόκειται. Η καλή επικοινωνία και η οικοδόμηση εμπιστοσύνης αποτελούν κλειδί.

• Μια τελευταία σκέψη. Αν και φαντάζει πως το σύστημα καταβολής επιδομάτων, ειδικότερα το συνταξιοδοτικό σύστημα, έχει συντονιστεί εκ νέου με παραμετρικές μεταρρυθμίσεις ώστε οι μελλοντικές δαπάνες να εξισορροπούνται καλύτερα με τα μελλοντικά έσοδα, η βασική δομή του συστήματος δεν έχει αλλάξει. Αυτό είναι σημαντικό διότι τα μικροοικονομικά χαρακτηριστικά του σημερινού συστήματος εξακολουθούν να μην είναι τα βέλτιστα και θα μπορούσαν να πλήξουν την ανταγωνιστικότητα και το κίνητρο για ενίσχυση της αποταμίευσης και των επενδύσεων. Συνεπώς, υπάρχουν πολλά ζητήματα σχετικά με τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος τα οποία δεν έχουν αντιμετωπιστεί ακόμη. Οι Ελληνες ερευνητές γνωρίζουν πολύ καλά την ύπαρξη αυτού του προβλήματος και έχουν καταθέσει σημαντικές προτάσεις για την αντιμετώπισή του, ωστόσο η κυβέρνηση δεν έχει εμπλακεί στη σχετική συζήτηση.

* Ο αρθρογράφος είναι ανεξάρτητος οικονομολόγος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ