ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Εστιατόρια - Θεσσαλονίκη, Ελληνική Κουζίνα, Ταβέρνες/Ψησταριά, € €

Αστική ταβέρνα που τη βλέπεις και τρίβεις τα μάτια σου, που πίνεις με ένα χαμόγελο μέχρι τ’ αυτιά και τρως σαν πασάς.

Η θέση: Έφτασα αργά, κατά τις 10 στην Τούμπα. Μια φωτισμένη επιγραφή παλιομοδίτικη, ανάμεσα σε δυο πολυκατοικίες: «Ταβέρνα, Η Παλιά Αθήνα». Ήμουν μιλημένη και δεν παραξενεύτηκα, ειδάλλως δε θα μου γέμιζε το μάτι. Δυο τρία σκαλιά παρακάτω, στο υπόγειο της πολυκατοικίας, μια αστική ταβέρνα παλιάς κοπής.

Η ατμόσφαιρα: Μπορντό τραπεζομάντιλα και λευκά ναπερόν, ξύλινες καρέκλες καφενείου, τζάκι, μπουφέδες και σερβάν γεμάτα κρυστάλλινα ποτήρια κρασιού για κάθε περίσταση. Το ωραιότερο ντεκόρ του μαγαζιού ωστόσο δεν είναι άλλο από τα αμέτρητα μπουκάλια κρασιού, άδεια και γεμάτα, που είναι σπαρμένα σε κάθε σημείο του χώρου. Πολυκοσμία, αλλά με συναίσθημα… Κάπως δηλαδή σα να βεγγερίζεις σε φίλους, ανάμεσα σε γνωστούς. Κυριολεκτικά όμως, αφού το τραπέζι μας που ήταν κρατημένο έμεινε ορφανό. Βρήκαμε όντως γνωστούς και περάσαμε μαζί τους τη βραδιά.

Το φαγητό: Αστική ταβέρνα που τη βλέπεις και τρίβεις τα μάτια σου, που πίνεις με ένα χαμόγελο μέχρι τ’ αυτιά, που τρως σαν πασάς, που θες να ξαναγυρίσεις και να φέρεις κι άλλους – αυτούς που ξέρεις ότι θα εκτιμήσουν. Μου τη σύστησαν πιτσιρικάδες που δεν έχουν ακόμα τριανταρίσει, μου επέμειναν σαραντάρηδες της πιάτσας που τα ξέρουν όλα, και όταν ρώτησα κάτι παλιές καραβάνες με κοίταξαν λοξά με ύφος «Τώρα σοβαρά, δεν έχεις πάει ποτέ;». Άκου λοιπόν. Στην υπόγεια ταβέρνα συνωστίζεται όλο το ανφάν γκατέ της πόλης, δίπλα δίπλα στα τραπέζια 70άρηδες και 30άρηδες, που ξέρουν να καλοτρώνε και να καλοπίνουν.».

Η οινοποσία ξεκίνησε με σουρπρίζ. Ο Μανώλης μας σέρβιρε ρετσίνα δικιά του: «τη φτιάχνω με μούστο αγοραστό, από Ροδίτες και Σαββατιανά, βάζω αυθεντικό ρετσίνι και το κρασί ζυμώνει σε δρύινα βαρέλια». Ποίημα! Περάσαμε σε άσημες Βουργουνδίες και τρανά Μπαρόλο, σε ντεμπουτάν από τη Σαντορίνη και new age Ραψάνες, για να καταλήξουμε στην αφορμή που ο Μανώλης παθιάστηκε με το κρασί, ένα γινωμένο μπουκάλι Vinsanto του προηγούμενου αιώνα.

Στο τραπέζι μας ελληνικά και γαλλικά κρέατα που έρχονται σε ολόκληρα κομμάτια και κόβονται στην κουζίνα: παϊδάκια αρνίσια λουκούμι, σουτζουκάκι σαλονικιώτικο μπερκέτι, ταλιάτα, bisteca fiorentina χυμώδης, σπαλομπριζόλα, μπον φιλέ και μια χοιρινή μπριζόλα χοντροκομμένη – νοστιμότερη δεν έχω φάει αλλού. Στη σέντρα τα κλασικά μιας ταβέρνας, όλα τους σωστά και τίμια: όσο πρέπει βρασμένα λαχανικά, τζατζίκι, πιπεριά καυτερή, τηγανιτές πατάτες. Η κυρία Βασούλα η σύζυγος μαγειρεύει, ο Κωστής ο υιός σπουδάζει στο WSPC και ασχολείται επί παντός επιστητού, χρόνια τώρα ο Θωμάς Στεφανόπουλος σερβίρει, τακτοποιεί, κάνει κουβέντα. Ζητήστε για το τέλος μπακαλοχαλβά ψητό στο αλουμινόχαρτο.

Ο λογαριασμός: 15-35€/άτομο χωρίς κρασί.

Η κάβα: Ο Μανώλης Γεωργακάκης είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση. Τρελαμένος με το καλό κρασί, ένα μήνα κάθε καλοκαίρι παίρνει την κυρά του, μπαίνει στο αυτοκίνητο και βάζει μπρος για τας Ευρώπας. Κάνει road trips στα κρασοχώρια της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας. Επιστρέφει με ένα πορτ μπαγκάζ γεμάτο ξυλοκιβώτια φίσκα με κρασάρες. Δεν υπάρχει λίστα κρασιού. Ο Μανώλης διοχετεύει τις ανακαλύψεις του σαν να είναι μικροί θησαυροί, εκεί που πρέπει, όταν πρέπει και όσο πρέπει. «Αν δεν είσαι σε φάση να εκτιμήσεις ένα πανάκριβο διαμάντι, δεν πρόκειται να στο πουλήσει για να βγάλει χρήμα» μου εξηγεί ο συνδαιτυμόνας και τακτικός θαμώνας.

Επιπλέον πληροφορίες: Καθημερινά 20.00-00.00, Κυριακή 13.30-17.00. Τα Σαββατοκύριακα καλό είναι να κάνετε κράτηση. Το κάπνισμα απαγορεύεται.

Παλιά Αθήνα,
Ίμβρου 24, Κάτω Τούμπα σύνορα Χαριλάου, Θεσσαλονίκη,  

Τ/2310- 91.22.92.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ