ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Δεν είχαν φύγει τα παιδιά

Αργύρης Παλούκας

Ξύπνησε γύρω στις οκτώ το πρωί. Η πρώτη του κίνηση, όπως κάθε μέρα, ήταν να ανοίξει το παράθυρο της κουζίνας και να ανάψει ένα τσιγάρο. Στον απέναντι δρόμο, μέσα στο στενό, είχε παρκάρει το φορτηγάκι μιας μεταφορικής. Μετακόμιζαν οι νοικάρηδες του τελευταίου ορόφου. Είχαν λίγα πράματα, κι έτσι τελείωσαν γρήγορα. Πέταξαν κι έναν παλιοκαναπέ, μια τρυπημένη ψησταριά, κι αυτό ήταν. 

Πήγε να κλείσει το παράθυρο, αλλά μια σκέψη τον σταμάτησε: «Και τα παιδιά; Φύγαν και τα παιδιά;». Πάνω από το διαμέρισμα που είχε μόλις ξενοικιαστεί υπήρχε ένα δώμα. Ποτέ δεν κατάλαβε αν τα παιδιά που μπαινόβγαιναν εκεί γνωρίζονταν με τους αποκάτω· αν ήταν φοιτητές ή μεροκαματιάρηδες. Τις ωραίες μέρες ανέβαιναν στο ταρατσάκι του δώματος, ώσπου να δύσει ο ήλιος. Καθώς το φως έπεφτε, τα σώματά τους δεν είχαν πια χαρακτηριστικά. Μπορεί να μην έδινε και πολλή σημασία σε οτιδήποτε άλλο, αλλά αυτό το θυμόταν. Τα παιδιά να καπνίζουν μες στο σκοτάδι, να μιλάνε στο τηλέφωνο, να σκουπίζουν τα νερά όταν έβρεχε πολύ, να γελάνε, να φέρνουν κοπέλες, να σκαρφαλώνουν στο ταρατσάκι. Και τώρα; Μαζί με τους νοικάρηδες φύγαν και τα παιδιά;  

Καθώς βράδιαζε εκείνο το σαββατιάτικο απόγευμα του Νοεμβρίου, τον έπιασε μια λύπη άλλο πράγμα. Θυμήθηκε μια δική του μετακόμιση πριν από πολλά χρόνια, κάποια πράγματα που έπρεπε να επιστρέψει. Τα έβαλε σε κούτες, τα φόρτωσε στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε για τον Βύρωνα. Στις μεγάλες ανηφόρες άκουγε το γκάπα γκούπα στο πορτμπαγκάζ. Είχε σταματήσει δυο τρεις φορές να σιγουρευτεί ότι δεν είχε πρόβλημα το αμάξι. Οι κούτες χτυπούσαν μεταξύ τους σαν πεθαμένος που είχε ζωντανέψει κι ήθελε να ξαναζήσει. 

Την Κυριακή το πρωί, τα ίδια. Τσιγάρο στο παράθυρο της κουζίνας. Άφαντα τα παιδιά. Τα πράγματα μέσα από τα κάγκελα του δώματος, οι καρέκλες, ένα πανί που χρησίμευε για σκίαστρο, ένα βιδωτό μονόζυγο στον τοίχο, όλα φάνταζαν σαν σκηνικό εφιάλτη. Κατά το απόγευμα που γύρισε από κάτι δουλειές, δεν είδε πάλι κανέναν. Είχε χάσει πια κάθε ελπίδα. Βράδιασε γρήγορα. Πηγαίνοντας από το υπνοδωμάτιο στην κουζίνα να βάλει ένα ποτήρι νερό, είδε προς μεγάλη του έκπληξη φως. Δεν είχαν φύγει τα παιδιά. Να τα πάλι εκεί, να καπνίζουν και να χαζολογάνε. 

Άρχισε τότε να ετοιμάζεται για ένα βραδινό ραντεβού, το οποίο, έτσι όπως ήταν λυπημένος, είχε αποφασίσει να ακυρώσει. Φτάνοντας στο Θησείο, άρχισε να ανεβαίνει βιαστικά την Αρεοπαγίτου. Κάποια στιγμή άκουσε δυνατά μουσική. Ένας νεαρός έσερνε νωχελικά ένα καρότσι με ένα μωρό. Στα δεξιά του ένας άλλος νεαρός, εμφανώς συγγενής του, κουβαλούσε ένα ηχείο σε μέγεθος φραντζόλας, το οποίο είχε συνδέσει με το κινητό τηλέφωνο. Δεν ήξερε τι σκοπός ήταν αυτός. Κάτι μοντέρνο πάντως και πρόσχαρο, σαν μανταρίνι που ξεφλουδίζεις μέσα σε μικρό δωμάτιο και το άρωμά του σου σπάει τη μύτη. Άρχισε να επιβραδύνει, ακολουθώντας τα δύο παιδιά σαν να ήταν μαζί τους από την αρχή. Τη διαφορά ηλικίας την κάλυπτε το νεανικό του ντύσιμο εκείνο το βράδυ, λες και το ’ξερε. Κανένας περαστικός δεν διαμαρτυρήθηκε. Οι τρεις τους είχαν σχηματίσει μια μικρή πομπή, μια λιτανεία, έναν φτωχικό επιτάφιο, στην αρχή του χειμώνα. Δεν είχαν φύγει τα παιδιά. ■

* Η τελευταία ποιητική συλλογή του Αργύρη Παλούκα, «Άνθρωποι που γελάνε», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κριτική. 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ