ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ*

Ενσωμάτωση ή αφομοίωση;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το προσφυγικό-μεταναστευτικό ζήτημα συνιστά μια διαρκή πρόκληση για τη χώρα μας. Τι ακριβώς αναμένουμε όμως ως κοινωνία από τους μετανάστες που ζουν ανάμεσά μας;

Κατ’ αρχάς, θεωρώ δεδομένο ότι οι περισσότεροι μετανάστες ήρθαν για να μείνουν. Πρόκειται για μερικές εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους, που επέλεξαν υπό δύσκολες συνθήκες να ταυτίσουν τη μοίρα τους με την Ελλάδα. Σαν σύνολο ωφέλησαν τη χώρα μας και ωφελήθηκαν από αυτήν τα τελευταία 25 χρόνια. Παραβλέποντας τις αναπόφευκτες εξαιρέσεις, πλέον είναι σαφές ότι οι μετανάστες στο συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό τους εντάσσονται ομαλά στον κοινωνικό μας ιστό.

Πώς εννοούμε όμως ακριβώς την ένταξη αυτή; Εν προκειμένω διανοίγονται χονδρικά δύο δρόμοι ενώπιόν μας: η ενσωμάτωση και η αφομοίωση. Ο πρώτος δρόμος αποσκοπεί στην ένταξη στην πολιτική κοινότητα, ενώ ο δεύτερος στην εθνική κοινότητα. Ο πρώτος επιδιώκει να δημιουργήσει καλούς πολίτες, ο δεύτερος καλούς Ελληνες. Δεν ισχυρίζομαι ότι οι δύο ως άνω οδοί είναι πλήρως διαχωρισμένες, θα ήθελα όμως να τις εξετάσουμε ως ιδεοτύπους. Αν και η ελληνική προσέγγιση μάλλον ταυτίζεται στην πράξη με τη μία από τις δύο.

Η αφομοιωτική οδός είναι η οδός του εξελληνισμού. Απαιτεί από τον μετανάστη να απαρνηθεί το εθνικό του παρελθόν, ωσάν ο εθνικός του διακόπτης να είχε γυρίσει από την ένδειξη π.χ. «Αλβανός» στην νέα ένδειξη «Ελληνας». Είναι προφανές ότι στο αφομοιωτικό εγχείρημα αξιώνονται ως συνοδά στοιχεία κάποιοι, οποιοιδήποτε ενδείκτες του ομόγλωσσου και του ομόθρησκου. Ετσι, ανακαλύπτονται Πόντιοι παππούδες, τελούνται ορθόδοξες βαπτίσεις, αναζητούνται ημεδαποί γαμπροί, προβάλλεται η καταγωγή από κάποιο βλαχοχώρι. Ο μετανάστης θα γίνει δεκτός μόνο σαν 100% δικός μας, διαφορετικά θα μείνει για πάντα Αλλος. Πρωτεύει το ερώτημα «τι είσαι;», που σημαίνει στην πραγματικότητα «με ποιους είσαι;».

Ηπιότερη είναι η οδός της ενσωμάτωσης. Η ενσωμάτωση προϋποθέτει, βέβαια, τη γνώση της γλώσσας, βασικών στοιχείων της Ιστορίας και των θεσμών, αλλά πολύ περισσότερο τον εναγκαλισμό του καθ’ ημάς ομοτρόπου: ο μετανάστης που πάει στο γήπεδο, που έχει γνώμη για το αν είναι καλύτερο το Ιόνιο ή το Αιγαίο για διακοπές, που ακούει ζεϊμπέκικα για να μερακλώσει και που, ακόμη, καπνίζει σε κλειστούς χώρους είναι ήδη Ελληνας πολύ περισσότερο από ό,τι νομίζει ακόμη και ο ίδιος. Οι εθνικές ταυτότητες δεν αντιμετωπίζονται ως αμοιβαία αποκλειόμενες. Το ερώτημα είναι «ποιος είσαι;».

Θεωρώ ότι πρέπει να κινηθούμε προς την κατεύθυνση της ενσωμάτωσης. Δεν είναι μόνο το δημογραφικό μας πρόβλημα που καλεί προς τούτο, ούτε η αναμφίβολη κοινωνική πραγματικότητα της ύπαρξης αυτών των ανθρώπων, αλλά και στοιχειώδεις εκτιμήσεις δικαιοσύνης: στο δημοκρατικό μας πολίτευμα ταιριάζουν πολύ περισσότερο η ανεκτικότητα και η συμπερίληψη, παρά ο αποκλεισμός και η ελληνομετρία. Πρόβλημα δημιουργούν μόνον όσοι εκφράζουν, λόγω και έργω, πρόθεση αποφυγής της ενσωμάτωσης. Για τους υπόλοιπους, η κοινωνία μας (οφείλει να) είναι ανοιχτή.

Και ας μην ανησυχεί κανείς υπέρμετρα: μέσω της ενσωμάτωσης προάγεται και η αφομοίωση. Κάποιοι, ιδίως οι νεότεροι, θα αναπτύξουν ελληνική εθνική συνείδηση, κάποιοι θα αναπτύξουν διπλή, κάποιοι θα κρατήσουν μόνο την παλιά τους πατρίδα. Και πάλι, όλοι δικοί μας θα είναι.

* Ο κ. Αθ. Αναγνωστόπουλος είναι δικηγόρος – δρ Ποινικού Δικαίου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ