Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Γιάνης Βαρουφάκης: Σουβενίρ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

​Οι Γερμανοί το έλεγαν Ostalgie – από τη νοσταλγία για την Ανατολή (Ost). Oταν πέρασε λίγος καιρός και η εμπειρία της Ανατολικής Γερμανίας είχε κάπως κρυώσει, η Ostalgie εκδηλώθηκε σαν ποπ μόδα για τα σύμβολα, αλλά και τα ταπεινά προϊόντα, του καθεστώτος. Ο χρόνος είχε ξεδοντιάσει το αποτρόπαιο. Το είχε μεταποιήσει σε ανώδυνο φοκλόρ.

Για κάποιους από τους πρωταγωνιστές του annus horribilis της ελληνικής κρίσης αυτή η πλαστικοποίηση –η μετάβαση από τη ζωντανή ιστορία στην απολίθωση του σουβενίρ– συντελέστηκε πολύ πιο γρήγορα. Είχε κανείς την ευκαιρία να το διαπιστώσει από τον τρόπο που αντιμετωπίζεται ο Γιάνης Βαρουφάκης στη Γερμανία – όπου σκοπεύει, όπως ανακοίνωσε την Κυριακή, να είναι υποψήφιος για την Ευρωβουλή.

Φαίνεται σαν αψυχολόγητη επιλογή, αλλά δεν είναι. Εκεί, περισσότερο από εδώ, ο πρώην υπουργός μπορεί να υπολογίζει στη μιντιακή άλω του αντι-ήρωα. Εκεί το σταριλίκι της χρεοκοπίας δεν τους κόστισε. Γι’ αυτό και μπορεί να βρίσκει οπαδούς στις μειοψηφίες, που ούτως ή άλλως διατελούν υπό τη επήρεια του αριστερού φολκλόρ.

Αν ο Βαρουφάκης εκλαμβάνεται ως ομιλούν κειμήλιο της μεγάλης περιπέτειας του 2015, πώς πρέπει κανείς να ερμηνεύσει τον Τσίπρα; Πώς πρέπει να σταθμίσει τον πρωθυπουργό που επικαλείται σαν βιωματική περιουσία το λάθος του χωρίς ακόμη να το αναγνωρίζει ως λάθος; Τον πρωθυπουργό που καλεί τους Ιταλούς να μη φτάσουν στο χείλος του γκρεμού, ενώ στο εσωτερικό εξακολουθεί να επαίρεται επειδή «φτάσαμε στο χείλος του γκρεμού – τι άλλο να κάναμε;».

Είναι μάλλον αφελές να περιμένει κανείς από τον Τσίπρα έναν αυτοκριτικό ιστορικό απολογισμό – ακόμη κι αν η διακυβέρνησή του μετά τον Ιούλιο του 2015 συνιστά μια διαρκή αποδόμηση εαυτού μέχρι αυτοακυρώσεως. Είναι ίσως και πολύ αργά για να ζητάει κάποιος τέτοιες πολυτέλειες.

Ακόμη πιο αφελείς, όμως, ακούγονται ορισμένες απόπειρες αναψηλάφησης της ιστορίας από την άλλη πλευρά, όπως εκείνη του Γιώργου Παπανδρέου, που λέει ότι έπρεπε να είχε γίνει το δημοψήφισμα το 2011, σαν να μπορούσε να αντλήσει δικαίωση από τα δημοψηφίσματα που ακολούθησαν εδώ και αλλού.

Κάπως έτσι, τώρα που κλείνει ο κύκλος του 2015, αναζωπυρώνεται, μεταξύ γραφικού και τραγικού, μια αλυσίδα από άκαρπα ερωτήματα για το «τι θα είχε γίνει, αν». Τι θα
είχε γίνει αν ο Τσίπρας δεν είχε στρατολογήσει τον Βαρουφάκη· αν δεν είχε βιαστεί να διαλύσει τη Βουλή το 2014· αν είχε πάρει τη συμφωνία που του έδιναν τον Φεβρουάριο του 2015. Από «αν» σε «αν» κινδυνεύει κανείς να πέσει στη βιτρίνα με τα σουβενίρ. Τι θα είχε γίνει αν στις δημοτικές εκλογές του 2006 ο Αλέκος Αλαβάνος δεν είχε θυσιάσει τον Μιχάλη Παπαγιαννάκη για να κατεβάσει στην Αθήνα εκείνον τον αδοκίμαστο φοιτητοσυνδικαλιστή, που ήξερε μόνο να χαμογελάει;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ