ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ανάλυση: Τα προεκλογικά μέτρα της κυβέρνησης υπονομεύουν την οικονομία

ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Με την πέμπτη υψηλότερη φορολογία στις χώρες του ΟΟΣΑ φορολογούνται οι ελληνικές επιχειρήσεις με αποτέλεσμα να γίνονται αυτόματα λιγότερες ανταγωνιστικές, όταν για παράδειγμα στην ευρύτερη γειτονιά μας οι συντελεστές φορολόγησης κυμαίνονται μεταξύ 10 και 12%.

Παρά το γεγονός αυτό η κυβέρνηση όχι μόνο δεν φαίνεται να συγκινείται, αλλά ένα θετικό μέτρο που είχε ψηφισθεί το 2017 και προέβλεπε την εφάπαξ μείωση των συντελεστών φορολόγησης από το 29% στο 26% καταργείται.  Τη στιγμή μάλιστα που οι περισσότεροι οργανισμοί κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, η κυβέρνηση αλλάζει τη δομή των μέτρων προωθώντας πλέον περισσότερα προεκλογικά μέτρα.

Η παλαιά διάταξη καταργείται λοιπόν και στη θέση της κατατέθηκε μία νέα που προβλέπει τη μείωση του συντελεστή φορολόγηση των επιχειρήσεων κατά μία ποσοστιαία μονάδα (από το 29% στο 28%).

Η Ελλάδα έχει από τους υψηλότερους φορολογικούς συντελεστές στην Ευρώπη και σίγουρα τους υψηλότερους στα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη που φθάνουν το 39,65% (συντελεστές κερδών και μερισμάτων), εξέλιξη που υπονομεύει την ανάπτυξη των επιχειρήσεων. Από το 26% που ήταν το 2014 έφθασε το 29%, ενώ ο φόρος στα μερίσματα εκτινάχθηκε από το 10% στο 15%. Ταυτόχρονα διατηρεί την υψηλότερη προκαταβολή φόρου μαζί με την Ιταλία (στο 100 ανέρχεται για την Ελλάδα, στο 90% για την Ιταλία). Αντίθετα στη Βουλγαρία ο φορολογικός συντελεστής για τις επιχειρήσεις ανέρχεται στο 10% όπως επίσης και ο φόρος στα μερίσματα, ενώ στην Κύπρο ο συντελεστής ανέρχεται στο 12,5% και 0% για τους μη Κυπρίους μετόχους που διαμένουν στην Κύπρο.

Το ελληνικό Δημόσιο διαλύει τις επιχειρήσεις εξαιτίας των υψηλών φόρων και των ασφαλιστικών εισφορών αλλά και του ασταθούς φορολογικού συστήματος που τροποποιείται διαρκώς.

Το κόστος των επιχειρήσεων στην Ελλάδα είναι πλέον τρομακτικό εάν συνυπολογισθούν φόροι και ασφαλιστικές εισφορές. Είναι ενδεικτικό ότι το 82,4% των μέτρων του τρίτου μνημονίου αφορούσαν φόρους και ασφαλιστικές εισφορές και το 17,6% τον περιορισμό των δαπανών. Και αυτό ακριβώς το μείγμα του τρίτου και του συμπληρωματικού μνημονίου οδήγησε στην υπερφορολόγηση.

Ολες οι μελέτες των μεγάλων ελεγκτικών οίκων και των οργανισμών καταλήγουν πάντα στο ίδιο συμπέρασμα, «εάν δεν μειωθούν οι συντελεστές δεν θα μπορέσει να αναπτυχθεί η ελληνική οικονομία».

Παρά  το γεγονός ότι η ανάπτυξη της οικονομίας είναι αναιμική και θα συνεχίσει να είναι τα επόμενα χρόνια, η κυβέρνηση δεν φαίνεται προς το παρόν να επιθυμεί μία ριζική αντιμετώπιση των προβλημάτων που σχετίζονται με την ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.

Δεν είναι περίεργο λοιπόν που ολοένα και περισσότεροι επιχειρηματίες εξετάζουν να μεταφέρουν την έδρα τους σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, καθώς εκτιμούν ότι θα έχουν αφενός καλύτερη και ταχύτερη πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση, όταν στην Ελλάδα είναι σχεδόν ανύπαρκτη και σαφώς με υψηλότερα επιτόκια, αφετέρου θα περιορισθούν αισθητά οι επιβαρύνσεις.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ