Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Εκανε ταινίες για να σκεφτεί

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Ξ​​αναείδα τον «Κονφορμίστα», ταινία του 1970, θέλοντας να κάνω ένα προσωπικό μνημόσυνο στον Μπερτολούτσι. Συνοψίζω: όχι απλώς δεν βρήκα καμιά ρυτίδα στην ταινία, αλλά άνοιξε και πάλι μέσα μου τον διάλογο περί «πολιτικού κινηματογράφου», που είχε μετατοπιστεί ή απορροφηθεί σε περισσότερο κοινωνικά θέματα.

Πολιτικές ταινίες, προφανώς, συνεχίζουν να γυρίζονται, με τη στενή ή την ευρεία έννοια του όρου. Ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι έβλεπε, όπως και άλλοι σκηνοθέτες της γενιάς του, την Ιστορία πολυπρισματικά, οι ψυχαναλυτικές αναφορές ήταν ούτως ή άλλως στις αναζητήσεις της εποχής, ο μαρξισμός ένα από τα δόγματα που εγκλώβισαν πολλούς σκηνοθέτες σε μιαν αδιέξοδη ηθικολογία. Ο Μπερτολούτσι στον «Κονφορμίστα» επιδιώκει να απαλλαγεί από τη μονοδιάστατη, κάποτε και αγιογραφική, ανάγνωση του αντιφασιστικού αγώνα. Είναι αιρετικός τόσο στην εικόνα όσο και στο περιεχόμενο. Η αφήγηση χρησιμοποιεί την τεχνική του φλάσμπακ, οι χαρακτήρες συντίθενται και ανασυντίθενται διαρκώς καθώς τα δεδομένα αλλάζουν.

Βρισκόμαστε στο 1938, ο Μαρτσέλο Κλέριτσι (Ζαν-Λουί Τρεντινιάν), νεαρός αξιωματούχος του φασιστικού καθεστώτος, παίρνει την εντολή από τις μυστικές υπηρεσίες να δολοφονήσει τον παλιό του καθηγητή της φιλοσοφίας, που ζει εξόριστος - αντιστασιακός στο Παρίσι. Φθάνει στη Γαλλία με την όμορφη γυναίκα του (Στεφανία Σαντρέλι) για μήνα του μέλιτος και εκεί γοητεύεται και έχει μια σύντομη ερωτική σχέση με τη σύντροφο του καθηγητή και τη διφορούμενη σεξουαλικότητά της (Ντομινίκ Σαντά). Η αποθέωση της αμφισεξουαλικότητας και της αισθαντικότητας στην (κλασική) σκηνή όπου οι δύο γυναίκες χορεύουν ταγκό. Οι φόνοι θα συντελεστούν, χρόνια μετά, στη Ρώμη, την ημέρα της πτώσης του φασιστικού καθεστώτος, ο κεντρικός ήρωας προσπαθεί να επιβιώσει διά της προδοσίας και του ψεύδους. Ο Μπερτολούτσι, όμως, υπονομεύει τη μονόχορδη ανάγνωση· κανείς δεν εξιδανικεύεται και κανείς δεν δαιμονοποιείται. Ο Μαρτσέλο, όπως έχει επισημάνει η κριτική, «μετατρέπεται σε έναν πολύ ιδιόρρυθμο φασίστα, που δεν αποζητά ούτε δύναμη ούτε χρήματα, αλλά εξιλέωση». Το παρελθόν και η μνήμη επιστρέφουν, ορίζοντας πράξεις και συμπεριφορές, οι φροϋδικές διαδρομές της ταινίας υποστηρίζονται από τη σκηνογραφία των χώρων και τη φωτογραφία του ανυπέρβλητου Βιτόριο Στοράρο.

Η αισθητική του φασισμού μνημειώνεται σε υπουργεία ντυμένα με μάρμαρο, τεράστιες άδειες αίθουσες, με ελάχιστη ζωή, κενοτάφια, όπου τα βήματα των ανθρώπων και οι περιστασιακές παρουσίες αποκτούν μια ερεβώδη και γκροτέσκα διάσταση. Τίποτα καλό δεν μπορεί να συμβαίνει μέσα σε ένα τέτοιο αρχιτεκτόνημα.

Eχει ενδιαφέρον η απάντηση που είχε δώσει ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι σε ερώτησή μας για την έξαρση της βίας στην κινηματογραφική εικόνα. Η συνέντευξη στην «Κ», στη Θεσσαλονίκη, τον Νοέμβριο του 1996, με αφορμή μεγάλο αφιέρωμα του 37ου Διεθνούς Φεστιβάλ στο έργο του. «Δεν είμαι καθόλου ηθικολόγος. Δεν είμαι εναντίον της βίας», μας είπε. «Βία υπάρχει και στην αρχαία τραγωδία. Σήμερα, όμως, δεν λέμε τα πράγματα με έναν αρθρωμένο λόγο. Η βία έχει υποκαταστήσει την ευφυΐα, τον αρθρωμένο λόγο, την προσπάθεια για απόκτηση και επεξεργασία της γνώσης. Δεν υπάρχει καμιά διανοητική επεξεργασία. Μιλάμε για νέα βαρβαρότητα σήμερα, αλλά νομίζω ότι πρέπει να σεβόμαστε λιγάκι τη βαρβαρότητα. Αυτό που δεχόμαστε με το κιλό δεν είναι βία. Είναι μια ψεύτικη αναπαράσταση της βίας. Κάποτε η βία έφερνε την κάθαρση όπως στην αρχαία τραγωδία. Τώρα χωρίς το φροϋδικό της περιεχόμενο, έχει χάσει την αλήθεια της. Μοιάζει με σπέσιαλ εφέ...».

Eτσι χειρίστηκε ο Μπερτολούτσι τη βία στις ταινίες του, κάποτε ωμή (ας σκεφτούμε κάποιες σκηνές από το «1900»). Επεξεργασμένα. Ποτέ «άναρθρα», ως «σπέσιαλ εφέ». Eτσι κατόρθωσε να αποδώσει την πολιτική βία, ακόμη και τη βαρβαρότητα, ως εκδήλωση της ανθρώπινης φύσης η οποία έχει ρίζες και καταβολές. Iσως γι’ αυτό στο σινεμά του, την καλλιέπεια της εικόνας, διαπερνά μια έντονη θλίψη. Οι ήρωές του δοκιμάζουν τα όριά τους, δεν καταφεύγουν σε προσχήματα και υπεκφυγές. Δεν θα καταγραφούν όλες οι ταινίες του Μπερτολούτσι στην ιστορία του κινηματογράφου. Oμως η βασική ύλη παραμένει κοινή και συνεκτική σε όλο το έργο του: οι εικόνες έχουν τη θέση των λέξεων. Eκανε ταινίες για να σκεφτεί.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ