ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

HONORE DE BALZAC
Η Μοντέστ Μινιόν
μτφρ. Εφη Κορομηλά
εκδ. Gutenberg, 2018, σελ. 527


Στη «Μοντέστ Μινιόν» ο Μπαλζάκ αντλεί έμπνευση από την αλληλογραφία που διατηρούσε με τη σύζυγό του προτού παντρευτούν.

Το 1844 ο Ονορέ ντε Μπαλζάκ ολοκληρώνει τη «Μοντέστ Μινιόν», ένα από τα βιβλία της πολύτομης «Ανθρώπινης Κωμωδίας» του, όπου η δράση επικεντρώνεται σε μια ανατρεπτική για την εποχή της αισθηματική ιστορία: η φιλότεχνη νεαρή Μοντέστ νομίζει ότι επιστολογραφεί στα κρυφά με τον Καναλίς, έναν γνωστό στα παρισινά σαλόνια ποιητή. Αντ’ αυτού αρχίζει μια ιδιάζουσα αλληλογραφία με τον Ερνέστ ντε λα Μπριέρ, τον γραμματέα του ποιητή, καθώς ο Καναλίς αποφασίζει να μην ασχοληθεί ο ίδιος με μιαν ακόμα θαυμάστρια. Προκαλώντας την τύχη της κι ερχόμενη ενάντια στις συμβάσεις της τάξης της κρατά την ανωνυμία της, τις αστικές της καταβολές και τη μορφή της άγνωστες προς τον Ερνέστ, εμπνέοντας στον αποδέκτη των επιστολών της την ένταση και το πάθος ενός εξ αποστάσεως έρωτα.

Ο Μπαλζάκ στο κείμενό του «Ο Γκαίτε και η Μπετίνα» (από το Παράρτημα στην ελληνική έκδοση της «Μοντέστ Μινιόν») σχολιάζει την αλληλογραφία μεταξύ του μεγάλου Γερμανού ρομαντικού ποιητή Γκαίτε και της συνεπαρμένης από τους στίχους του επίδοξης νεαρής λογοτέχνιδας Μπετίνα. Περιγράφει μια επιπόλαια, βασισμένη στην κολακεία και χωρίς ουσιαστική αγάπη σχέση μεταξύ τους. Ο ιδιοφυής συγγραφέας της «Μοντέστ Μινιόν» βρίσκει εδώ γόνιμο έδαφος για να εκφράσει μια κριτική άποψη για τη σχέση τέχνης - έρωτα: «Για να ανυψωθεί και να γίνει έργο τέχνης η έκφραση του έρωτα (η λογοτεχνική εννοούμε), γιατί μόνο έτσι είναι υποφερτή η ανύψωση, ο έρωτας που αυτοπεριγράφεται πρέπει να είναι πλήρης, να αναπτύσσεται και με τις τρεις μορφές του: στο μυαλό, στην καρδιά, στο σώμα, να είναι ένας έρωτας θεϊκός και αισθησιακός συγχρόνως, και να εκφράζεται με πνεύμα, με ποιητικότητα».

Η «Μοντέστ Μινιόν», παράλληλα με το μεγαλοαστικό πλαίσιο της μυθιστορηματικής πλοκής, αποτελεί μια σπουδή ηθών για τον Μπαλζάκ: ένα νέο δεδομένο προκύπτει από τη διαπραγμάτευση των δύο «μασκοφόρων» τρόπον τινά πνευματικών εραστών, που κονταροχτυπιούνται με τις πένες τους για να φθάσουν στην αληθινή ταυτότητα του βαθύτερου εαυτού. Κατά τη διάρκεια της επιστολογραφίας, ο Ερνέστ «μαγνητισμένος μπροστά στο βάραθρο του αγνώστου», πέφτει σε διλήμματα: «Τι να κάνω; Εκείνη πιστεύει ότι γράφει στον μεγάλο ποιητή μας! Πρέπει να συνεχίσω αυτή την απάτη; Είναι μια σαραντάχρονη γυναίκα ή μια κοπέλα εικοσάχρονη;».

Η Μοντέστ εκφράζεται αυθόρμητα και με ελεύθερο πνεύμα, μέσα από τις επιστολές της: «Κάντε μου την τιμή να πιστέψετε ότι δεν υπάρχει σε μένα τίποτα το κοινό. [...] Δεν με γνωρίζετε, θα με γνωρίσετε. Αισθάνομαι ότι κρύβω μέσα μου κάτι ανώτερο για το οποίο μπορώ να μιλώ χωρίς να γίνομαι ματαιόδοξη». Στα λόγια αυτά αποκαλύπτεται ο σύνθετος χαρακτήρας της νεαρής ηρωίδας που κρύβει δυναμισμό. Καλλιεργημένη, λάτρης της λογοτεχνίας, μουσικός και ιππέας, αυτοπροσδιορίζεται και λαμβάνει ενεργητική θέση μέσα στα δρώμενα του λιμανιού της Χάβρης, που συμβολίζει τον χώρο του ελεύθερου εμπορίου, αλλά και των προσωπικών επιλογών για μια ψυχοδιανοητική και κοινωνική ανέλιξη.

Ταξίδι στο άγνωστο

Τα σκαμπανευάσματα της οικονομικής κατάστασής της, το μεγάλο τυχοδιωκτικό ταξίδι του πατέρα της προς ανατολάς με σκοπό την αποκατάσταση της χαμένης περιουσίας τους, δίνουν στη Μοντέστ την ευκαιρία να ρισκάρει για ένα ταξίδι στο άγνωστο μέσα από την επιστολογραφία της. Πόσο επίκαιρος εδώ ο Μπαλζάκ, όταν η τεχνολογία στις μέρες μας έχει μεταμορφώσει την 19ου αιώνα αλληλογραφία μεταξύ αγνώστων στο ιντερνετικό «τσάτινγκ»!

Η «Εισαγωγή» του Μορίς Ρεγκάρ (Παράρτημα) μας πληροφορεί ότι η γυναίκα του Μπαλζάκ, Μαντάμ Χάνσκα, με την οποία ο συγγραφέας διατηρούσε αλληλογραφία πριν από τον γάμο τους, είχε γράψει μία νουβέλα για τον τρόπο με τον οποίο είχε αρχίσει η σχέση τους και στη συνέχεια την είχε καταστρέψει, όπως η ίδια αναφέρει στο ημερολόγιό της. Το θέμα της επιστολογραφίας μεταξύ διάσημου ποιητή και νέας κοπέλας που οδηγεί στον πνευματικό έρωτα βρίσκεται εκεί. Ο Μπαλζάκ διαβάζει το ημερολόγιο και σε επιστολή του προς τη Χάνσκα διανθίζει την πιθανή πλοκή της χαμένης νουβέλας με τις ανατρεπτικές του προθέσεις: έτσι δημιουργεί τον χαρακτήρα του Ερνέστ, ο οποίος «πρέπει να είναι ένας από αυτούς τους πνευματώδεις ανθρώπους που γίνονται αυλοκόλακες της δόξας [...] η έκβαση πρέπει να είναι ευνοϊκή γι’ αυτόν τον νεαρό και εις βάρος του μεγάλου ποιητή, να δειχθούν οι μανίες και η τραχύτητα του δυνατού και διάσημου, που τρομάζει τον αδύναμο και αφανή». Και εγένετο η Μοντέστ Μινιόν!

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ