ΘΕΑΤΡΟ

Ελεγεία της χαμένης αθωότητας

ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ

Η Θέμις Μπαζάκα ως Λιούμπα προσφέρει μια λεπτεπίλεπτη ερμηνεία. Ετερος πόλος της παράστασης, ο Δημήτρης Λιγνάδης (τρίτος από αριστερά), έξοχος στον ρόλο του νεόπλουτου Λοπάχιν.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Κλείνεις τα μάτια και βλέπεις μπροστά σου, ώς εκεί που φτάνει το βλέμμα σου, έναν κήπο με ανθισμένες βυσσινιές. Σου κόβεται η ανάσα από την ομορφιά τους, από το μεγαλείο της φύσης, πέρα από τον ιστορικό χρόνο και απ’ όλα τα μικρά και μεγαλύτερα δράματα των ανθρώπων. Κι αν επιτρέπεις στον εαυτό σου να κρυφοκοιτάξει στο «άνοιγμα» του (εσωτερικού) βλέμματος των ποιητών, μπορεί και να συγκινηθείς όταν ακούς τη Λιούμποφ, την ηρωίδα του «Βυσσινόκηπου» του Τσέχοφ, ευγενικής καταγωγής αλλά χωρίς περιουσία πια, να λέει:

«Αχ, τα παιδικά μου χρόνια, η αθώα μου νεότητα! Σ’ αυτό το δωμάτιο κοιμόμουνα, από δω κοίταζα τον βυσσινόκηπο κάθε πρωί και η ευτυχία ξύπναγε μαζί μου. Ολόιδιος ήταν και τότε ο κήπος. Ολόλευκος! Αχ, κήπε μου πανέμορφε! Yστερα από το σκοτεινό φθινόπωρο και τον παγωμένο χειμώνα, είσαι και πάλι όλος νιάτα κι ευτυχία...

Οι άγγελοι του ουρανού δεν σ’ εγκαταλείπουν. Αν μπορούσα να διώξω αυτό το βάρος από την καρδιά μου, αν μπορούσα να ξεχάσω τα περασμένα!».

Στη σκηνή του Θεάτρου Χορν, στην ωραία παράσταση του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη, βυσσινόκηπο δεν βλέπεις, φυσικά, παρά μόνο μέσα από τη λεπταίσθητη ερμηνεία της Θέμιδας Μπαζάκα. Ηθοποιός που στην ωριμότητά της έχει ακόμα μάτια χλωρά, δεν μπορεί παρά να νιώθει την ηρωίδα του Τσέχοφ, αφού κάνει και εμάς σχεδόν να δικαιολογούμε την ανωριμότητα των επιλογών της. Η Λιούμπα δεν μπορεί να σκεφτεί ορθολογιστικά, ωφελιμιστικά. Ο βυσσινόκηπος δεν είναι γι’ αυτήν απλώς μια έκταση γης, που μπορεί να μοιραστεί σε οικόπεδα για εξοχικές κατοικίες, όπως της προτείνει ο νεόπλουτος Λοπάχιν (που υποδύεται έξοχα ο Δημήτρης Λιγνάδης), προκειμένου να εξασφαλίσει ένα σταθερό εισόδημα. Ο βυσσινόκηπος είναι ψυχικό τοπίο – και γι’ αυτό, κυριολεκτικά, ανεκτίμητος.

Οι δύο τους, η Θέμις Μπαζάκα και ο Δημήτρης Λιγνάδης, είναι οι δύο πόλοι γύρω από τους οποίους περιστρέφεται ο ποιητικός κόσμος της παράστασης του Μαρκουλάκη. Ο Τσέχοφ «έβλεπε» τον καινούργιο κόσμο να έρχεται, τον παλιό να πεθαίνει. Αν θα ήταν ο δίκαιος, χωρίς ανισότητες, κόσμος που οραματίζεται ο φοιτητής Τροφίμοφ (ο εκπρόσωπος της εξεγερμένης νεολαίας που στα πανεπιστήμια της τσαρικής Ρωσίας προετοίμαζε τη μεγάλη επανάσταση) ή θα επικρατήσει ο κόσμος των πραγματιστών και του κεφαλαίου, ο κόσμος του Λοπάχιν, δεν μπορούσε να ξέρει. Επειδή, όμως, ήταν ποιητής, και πέθαινε κι αυτός από φυματίωση όταν έγραφε τον «Βυσσινόκηπο», πέρασε σ’ αυτό το αριστούργημα την πιο βαθιά αγάπη, την πιο μεγάλη κατανόηση, για τους ανθρώπους και τις αδυναμίες τους.

Αυτήν την αγάπη και την κατανόηση για ανθρώπους μ’ ένα σωρό ατέλειες, όπως όλοι μας, πέρασε στην παράστασή του ο Μαρκουλάκης. Πέρα από τις ανόητες, σχηματικές ηθικές κατηγοριοποιήσεις των προσώπων του έργου, που διαβάζουμε από δω κι από κει, ο ίδιος ο Τσέχοφ δείχνει τον ερμηνευτικό δρόμο. Σε επιστολή του προς τον Κονσταντίν Στανισλάβσκι (30/10/1903), λίγους μήνες πριν από την πρεμιέρα του «Βυσσινόκηπου» στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας, γράφει: «Είναι αλήθεια ότι ο Λοπάχιν είναι έμπορος αλλά είναι ένας καθ’ όλα έντιμος άνθρωπος – πρέπει να τον ερμηνεύσει ο ηθοποιός σαν έναν απολύτως αξιοπρεπή, έξυπνο άνδρα, ούτε κατ’ ελάχιστον μικροπρεπή» (Anton Chekhov, «A Life in Letters», Penguin Classics, 2004). Eτσι ακριβώς ερμηνεύει τον Λοπάχιν ο Λιγνάδης.

Η σκηνογραφία της Αθανασίας Σμαραγδή ορίζει το ερμηνευτικό πρίσμα. Το παιδικό δωμάτιο είναι ο βασικός χώρος δράσης, ταιριαστός στον παιδισμό των κεντρικών ηρώων. Εκτός από καρέκλες και πολυθρόνες για παιδιά, έναν τεράστιο αρκούδο κι ένα τόπι, μια μικρή φορητή βιβλιοθήκη με πολύχρωμα παιδικά βιβλία (η οποία, όμως, πέταξε έξω τη συγκινητική σκηνή του ύμνου προς τη βιβλιοθήκη από τον αφελή Γκάγιεφ), ένα πάνινο σπιτάκι κυριαρχεί, σαν αυτά που στήνουν τα παιδιά για να φτιάξουν με τη φαντασία τους άλλες ζωές και ιστορίες. Κάθε φορά που οι ήρωες του έργου έμπαιναν στο σπιτάκι, ερχόταν στο μυαλό μου η Αλίκη (στη Χώρα των Θαυμάτων), που, τεράστια στο μέγεθος, αγγίζει το ταβάνι και, απελπισμένη για την κατάστασή της, κλαίει τόσο ώστε σε λίγο να κολυμπά στη θάλασσα των δακρύων της. Την αίσθηση της μελαγχολικής ανεμελιάς υπηρετεί έξοχα η μουσική του Μίνου Μάτσα.

Δεμένος ο θίασος και θαυμάσιες οι ερμηνείες της Σίσσυς Τουμάση, της Κόρας Καρβούνη, της Αθηνάς Μαξίμου, του Αλέξανδρου Μαυρόπουλου και του Γιώργου Μπινιάρη. Μερικοί ρόλοι, ωστόσο, έπρεπε να δουλευθούν περισσότερο, ώστε να είναι ευκρινής η κοινωνική/ταξική διαφορά των ηρώων, το δυνάμει συγκρουσιακό πλέγμα των σχέσεων μεταξύ τους. Η σωματική γλώσσα, λ.χ., του Γιάννη Κότσιφα δεν παραπέμπει σ’ έναν (πτωχευμένο, έστω) γαιοκτήμονα παλαιάς κοπής – του Γιάννη Στόλλα, ομοίως. Και ο Γιάννης Γιαννούλης δεν έχει το «στήσιμο», και τη μάσκα, του βαλέ, του προσωπικού υπηρέτη της κυρίας. Η Γεωργιάννα Νταλάρα είναι περισσότερο ένα κορίτσι των αγρών παρά η wanna-be-κυρία της καλής κοινωνίας. 

Ωστόσο, η παράσταση έχει ζωντάνια, κίνηση, χρώματα – κυλάει χωρίς να νιώθεις αυτή την ακινησία του χρόνου, την πλήξη, που προκαλούν όχι λίγες από τις δεκάδες παραστάσεις που παίζονται αυτήν την εποχή στα αθηναϊκά θέατρα. Είναι μία ανάλαφρη, τρυφερή εκδοχή του τσεχοφικού αριστουργήματος, που θυμίζει όσα γράφει ο Στανισλάβκι για τον Τσέχοφ: ακόμα και άρρωστος, έλεγε αστεία, απολάμβανε τη χαλαρή κουβεντούλα. «Εχετε προσέξει πόσο χαρούμενα γελούν οι άνθρωποι στα έργα του Τσέχοφ; Πολύ πιο χαρούμενα απ’ ό,τι σε κάθε άλλο έργο», γράφει. Βέβαια, όταν ο σπουδαίος σκηνοθέτης και ηθοποιός εξέδωσε το «Η ζωή μου στην τέχνη», το 1924, είχαν περάσει 20 χρόνια από τον πρόωρο θάνατο του Τσέχοφ, η επανάσταση δεν είχε φέρει την ευτυχία και ο ίδιος ήταν αρκετά ώριμος πια για να καταλάβει γιατί ο συγγραφέας χαρακτήριζε τα έργα του «κωμωδίες».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ