Το καλοκαίρι του 2001 η Κίρα Ρόμπινσον ήταν 15 ετών και παρακολουθούσε ένα πρόγραμμα λίγων εβδομάδων στο Dance Theater του Χάρλεμ. Όταν οι υπεύθυνοι της είπαν ότι έπρεπε οι πουέντ της να είναι καφέ και όχι ροζ, για να ταιριάζουν στο χρώμα του δέρματός της, έψαξε στα καταστήματα με είδη μπαλέτου χωρίς επιτυχία. Τότε ήταν που για πρώτη φορά έβαψε μόνη της τις πουέντ της – με μπογιά σε σπρέι που τις έκανε σκληρές. Λίγα χρόνια αργότερα, έγινε μέλος του Dance Theater και άρχισε να χρησιμοποιεί μέικαπ για να βάφει τις πουέντ. «Πήγαινα σε πολύ φθηνά καταστήματα και αγόραζα με μόλις τρία δολάρια βάση μακιγιάζ που ποτέ δεν θα έβαζα στο πρόσωπό μου, γιατί θα το κατέστρεφε», εξήγησε σε συνέντευξή της στους New York Times. Χρειαζόταν περίπου δώδεκα τέτοια σωληνάρια την εβδομάδα, για δώδεκα με δεκαπέντε ζευγάρια παπούτσια μπαλέτου. Η διαδικασία είναι γνωστή στις μπαλαρίνες ως «pancaking» και διαρκεί από σαράντα πέντε λεπτά έως μία ώρα, ώστε να καλυφθεί κάθε χιλιοστό του παπουτσιού και το αποτέλεσμα να είναι τέλειο. Είναι επίσης αρκετά δαπανηρή. Η  Ίνγκριντ Σίλβα, που έχει δημιουργήσει βίντεο στο YouTube στο οποίο δείχνει τη διαδικασία του «pancaking», χρησιμοποιεί μέικαπ άλλης εταιρείας, περίπου ένα μπουκάλι για τρία παπούτσια, για το οποίο πληρώνει 11 δολάρια. Το ετήσιο κόστος είναι 770 δολάρια μόνο για το βάψιμο των πουέντ.

 

 

Εδώ και λίγες εβδομάδες, η εταιρεία Freed of London, γνωστή κατασκευάστρια και προμηθεύτρια ενδυμάτων και αξεσουάρ χορού, λάνσαρε πουέντ για σκουρόχρωμες μπαλαρίνες σε δύο αποχρώσεις: καφέ και μπρονζέ. Είχε προηγηθεί η αμερικανική Gaynor Minden πριν από μερικούς μήνες, η λονδρέζικη εταιρεία όμως είναι πολύ πιο δημοφιλής στον κόσμο του μπαλέτου και η απόφασή της υπήρξε, εκτός από εμπορική, και πολιτική: να υπογραμμίσει την ανάγκη για πολυμορφία και διαφορετικότητα και στον χώρο του μπαλέτου, καθώς είναι γεγονός ότι οι μαύρες μπαλαρίνες είναι γενικά λίγες – και ελάχιστες μεταξύ των κορυφαίων του είδους. Γι’ αυτό και μιλώντας στους New York Times, η καλλιτεχνική διευθύντρια του Dance Theater του Χάρλεμ υπογράμμισε ότι «το θέμα δεν είναι απλώς τα παπούτσια, αλλά ποιος ανήκει στον χώρο του μπαλέτου και ποιος όχι. Είναι ένα σημάδι ότι αυτός ο κόσμος είναι ανοιχτός σε όλους».

Οι πουέντ πρωτοεμφανίστηκαν στις αρχές του 19ου αιώνα και ήταν αρχικά λευκές, ώστε να βοηθούν τους χορευτές να φαίνονται αιθέριοι, σαν φαντάσματα. Αργότερα κυρίαρχο χρώμα έγινε το ροζ, ώστε να ταιριάζουν με το χρώμα του δέρματος των λευκών Ευρωπαίων και να δημιουργούν μια εικόνα συνέχειας κατά μήκος του ποδιού, ένα ενιαίο σύνολο. Και είναι πραγματικά πολύ σημαντικές για τους χορευτές του μπαλέτου, που έχουν αγαπημένους προμηθευτές από τους οποίους τις αγοράζουν κατόπιν παραγγελίας. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ