ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Ζαν Πισανί-Φερί στην «Κ»: Υπερβολική η εποπτεία των Βρυξελλών

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Ο επιφανής οικονομολόγος, ιδρυτής του Ινστιτούτου Bruegel στις Βρυξέλλες, επικεφαλής του France Stratégie και βασικός συντάκτης του προεκλογικού οικονομικού προγράμματος του Μακρόν, Ζαν Πισανί-Φερί.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είναι μία από τις σημαντικές φωνές στον διάλογο για το μέλλον της Ευρωζώνης. Ιδρυτής του Ινστιτούτου Bruegel στις Βρυξέλλες, επικεφαλής του France Stratégie, της δεξαμενής σκέψης του γαλλικού πρωθυπουργικού γραφείου επί προεδρίας Ολάντ και βασικός συντάκτης του προεκλογικού οικονομικού προγράμματος του Εμανουέλ Μακρόν, ο Ζαν Πισανί-Φερί γνωρίζει εις βάθος τις οικονομικές προκλήσεις της Γαλλίας και της Ευρώπης και τα οικονομικά και θεσμικά μέτρα που είναι αναγκαία για να αντιμετωπιστούν. Ο επιφανής οικονομολόγος βρέθηκε την περασμένη εβδομάδα στην Αθήνα για μία εκδήλωση του ΕΛΙΑΜΕΠ και της Τραπέζης της Ελλάδος, και η «Κ» βρήκε την ευκαιρία να τον ρωτήσει για τα μείζονα οικονομικά ζητήματα.

Ξεκινώντας από την ελληνική υπόθεση, ο Πισανί-Φερί δηλώνει απορημένος για τη σαφώς χειρότερη αναπτυξιακή επίδοση της Ελλάδας σε σύγκριση με την Πορτογαλία. Αναρωτιέται αν «το γεγονός ότι η δημοσιονομική προσαρμογή έγινε κυρίως μέσω αυξήσεων φόρων» έχει συμβάλει στην αναιμική φύση της ανάκαμψης. Σε ερώτηση αν η Γαλλία θα μπορούσε να είχε κάνει κάτι ώστε τα ελληνικά προγράμματα να είχαν μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας, επιστρέφει στο προπατορικό αμάρτημα της περιόδου των μνημονίων. «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αναδιάρθρωση άργησε πολύ», λέει. «Εκ των υστέρων, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι ήταν λάθος ότι δεν έγινε εξαρχής, το 2010. Αλλά με τα δεδομένα που υπήρχαν τότε, με τον φόβο για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, ήταν πολιτικά ανέφικτο. Παρ’ όλα αυτά, από τη στιγμή που συνειδητοποιήθηκε ότι ήταν αναπόφευκτο, έπρεπε να είχε προχωρήσει».

Ποιες είναι οι αιτίες της επιβράδυνσης της ευρωπαϊκής οικονομίας μετά την πολύ καλή επίδοση του 2017; «Τα σύννεφα έρχονται κυρίως απέξω», σημειώνει. «Από το πεδίο της εμπορικής πολιτικής, από τον αυξανόμενο κίνδυνο σύγκρουσης μεταξύ της κυβέρνησης και της Federal Reserve για την οικονομική πολιτική στις ΗΠΑ, ίσως από την Κίνα».

Αλλά, όπως παραδέχεται, υπάρχουν και εσωτερικοί παράγοντες, με κυριότερο το ιταλικό ζήτημα. «Η Ιταλία δημιουργεί κύματα αστάθειας εντός της Ευρωζώνης. Πίσω από τη διένεξη για τα δημοσιονομικά, το βαθύτερο ερώτημα είναι τι συνεπάγεται η δυνατότητα της συγκεκριμένης οικονομίας να αναπτυχθεί στο πλαίσιο του κοινού νομίσματος». Η νέα αυτή αβεβαιότητα «πλήττει μία σειρά από χώρες, και ειδικά την Ελλάδα».

Οι «αντιφάσεις» της Ρώμης

Ο Πισανί-Φερί χαρακτηρίζει «αντιφατική» τη στρατηγική του ιταλικού κυβερνητικού συνασπισμού. «Θα μπορούν να πουν ότι επιθυμούν να εφαρμόσουν μία επιθετική φιλοαναπτυξιακή πολιτική, με δημοσιονομικό και διαρθρωτικό σκέλος, και να ζητήσουν δημοσιονομικό χώρο ώστε να εφαρμόσουν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και να κάνουν επενδύσεις που θα τονώσουν την παραγωγικότητα. Αντ’ αυτού, προωθούν πολιτικές που αυξάνουν το έλλειμμα, ενώ παράλληλα κάνουν βήματα όπισθεν στα διαρθρωτικά, τόσο στο συνταξιοδοτικό όσο και με το εγγυημένο εισόδημα, το οποίο είναι πολύ πιθανό, αν σχεδιαστεί ή εφαρμοστεί λανθασμένα, να λειτουργήσει ως αντικίνητρο για την εργασία».

Το άλλο προβληματικό στοιχείο στην αντιπαράθεση Ρώμης-Βρυξελλών, σύμφωνα με τον Γάλλο οικονομολόγο, είναι ότι τα δύο λαϊκιστικά κόμματα που συγκυβερνούν, η Λέγκα και το Κίνημα των Πέντε Αστέρων, προκαλούν εσκεμμένα την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, «τις αντιδράσεις της οποίας χρησιμοποιούν στη συνέχεια ως προεκλογικά επιχειρήματα» κατά της Ευρώπης. «Είναι κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί στην Ε.Ε.», πλην της Ελλάδας στις αρχές του 2015, όπου δεν κράτησε πολύ. «Η σύγκρουση αυτή εγκυμονεί κινδύνους, κυρίως για την Ιταλία, αλλά και για την Ευρώπη συνολικά. Αναδεικνύει την ανάγκη να ξεφύγουμε από αυτήν την ασφυκτική εποπτεία, να αποκτήσουν τα κράτη-μέλη μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων. Ταυτόχρονα, όμως, θα πρέπει να επωμιστούν την ευθύνη για τις συνέπειες των επιλογών τους. Με τις πολιτικές συνθήκες που επικρατούν σήμερα, πρέπει να δοθεί στις κυβερνήσεις μεγαλύτερη αυτονομία ώστε να παρεκκλίνουν από τους δημοσιονομικούς στόχους. Αλλά οι κυβερνήσεις αυτές θα πρέπει να γνωρίζουν ότι, αν χάσουν την εμπιστοσύνη των αγορών, μπορεί μέρος του χρέους τους να χρειαστεί αναδιάρθρωση εντός της Ευρωζώνης. Η ομάδα Γερμανών και Γάλλων οικονομολόγων στην οποία ανήκω έχει κάνει προτάσεις σε αυτήν την κατεύθυνση».

Πιστεύει ότι η επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας έχει φτάσει σε σημείο που πρέπει να οδηγήσει την ΕΚΤ να αναθεωρήσει το χρονοδιάγραμμα για τον τερματισμό του QE; «Είμαστε σε μία κατάσταση ασυμμετρίας. Η Γερμανία βρίσκεται σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης, ενώ μεγάλο μέρος της Νότιας Ευρώπης βρίσκεται πολύ μακριά από κάτι τέτοιο. Η ΕΚΤ σε αυτές τις συνθήκες πρέπει να φανεί τολμηρή, να αφήσει χώρο για πιθανή παράταση της επεκτατικής της πολιτικής, αυξάνοντας το ρίσκο ο πληθωρισμός να ξεπεράσει το όριο της εντολής που έχει. Διαφορετικά, η ανάκαμψη μπορεί να καταπνιγεί πρόωρα, με συνέπεια πολλοί άνεργοι να μείνουν μόνιμα εκτός αγοράς εργασίας». Μία τέτοια πολιτική «θα πρέπει να συνοδευθεί από μεταρρυθμίσεις σε εθνικό επίπεδο που θα επιτρέψουν τη μη πληθωριστική μεγέθυνση του ΑΕΠ».

Από την οικονομική συγκυρία, η συζήτηση οδηγείται στο πολυβασανισμένο εγχείρημα αναμόρφωσης της διακυβέρνησης της Ευρωζώνης. Ο Πισανί-Φερί πιστεύει ότι ορισμένα βήματα είναι επιτακτικά, με κορυφαίο αυτό της ολοκλήρωσης της τραπεζικής ένωσης. «Πρέπει να γίνει. Η απόφαση για την τραπεζική ένωση ελήφθη το 2012.

Φανταστείτε να προκύψει στα επόμενα δύο-τρία χρόνια μια νέα τραπεζική κρίση που να οφείλεται στην υπερβολική έκθεση των τραπεζών στα κράτη όπου έχουν την έδρα τους. Τι θα πούμε στους πολίτες της Ευρώπης; Θα είναι μία απόδειξη της αδυναμίας της Ε.Ε. να αναλάβει αποτελεσματική δράση». Πιστεύει ότι η γαλλική κυβέρνηση και το γαλλικό τραπεζικό κατεστημένο θα επέτρεπαν στον SSM να δράσει με την παρεμβατικότητα με την οποία έδρασε στην Ελλάδα τα τελευταία τρία χρόνια; «Πιστεύω ότι θα μπορούσε να συμβεί, ναι. Η λογική της νομισματικής ένωσης είναι η διασυνοριακή ενοποίηση των τραπεζών, που θα χάσουν το εθνικό τους διαβατήριο. Αυτό είναι το βαθύτερο σκεπτικό πίσω από τη μεταβίβαση της εποπτείας σε ευρωπαϊκό επίπεδο».

Η κληρονομιά της Μέρκελ

Η κεντρική φιγούρα της ευρωκρίσης ήταν αναμφίβολα η Αγκελα Μέρκελ. Πώς πιστεύει ο Πισανί-Φερί ότι θα τη θυμάται η Ιστορία; Ως την ηγέτιδα που διαφύλαξε την ακεραιότητα της Ευρωζώνης ή ως αυτήν που μπλόκαρε τις πρωτοβουλίες που θα έδιναν μακρά πνοή στο κοινό νόμισμα; «Σίγουρα ήταν αυτή που διαφύλαξε την ακεραιότητα της Ευρωζώνης. Αλλά η φράση που εκφράζει απόλυτα τη στάση της ήταν το ultima ratio – που σημαίνει ότι κάθε φορά λάμβανε τις αναγκαίες αποφάσεις την τελευταία στιγμή, αφού είχαν εξαντληθεί όλες οι άλλες δυνατότητες. Αυτή η απροθυμία της να ηγηθεί προλαμβάνοντας τις εξελίξεις υπήρξε ζημιογόνος».

Γαλλικός θυμός

Σχετικά με τον πρόεδρο Μακρόν, του οποίου υπήρξε στενός συνεργάτης, ο Πισανί-Φερί θεωρεί ότι μέρος της αιτίας για την κατακόρυφη πτώση της δημοτικότητάς του είναι το γεγονός ότι δεν ανήκει σε κάποιο παραδοσιακό κόμμα. Αυτό, όπως εξηγεί, σημαίνει ότι δεν ωφελείται από την κομματική αφοσίωση η οποία εξακολουθεί να χαρακτηρίζει μέρος του εκλογικού σώματος. Πέραν αυτού, «δεν κατάφερε να πείσει ότι οι μεταρρυθμίσεις του είναι δίκαιες». Οπως εξηγεί, η φορολογική μεταρρύθμιση, με τις μειώσεις στον φόρο επί του πλούτου και στα κεφαλαιακά κέρδη, παρότι είχε οικονομική λογική, δημιούργησε την αντίληψη ότι η πολιτική Μακρόν «ευνοεί τους πλούσιους». Η ατζέντα του Γάλλου προέδρου για την εξίσωση των ευκαιριών –αύξηση δαπανών για την παιδεία σε υποβαθμισμένες περιοχές, νέοι πόροι για προγράμματα επανεκπαίδευσης μακροχρόνια ανέργων, αναμόρφωση του συστήματος κατάρτισης εργαζομένων κ.ά.– δεν στάθηκε ικανή να αμβλύνει την εντύπωση αυτή, παρατηρεί. Ανησυχεί για το ενδεχόμενο η Γαλλία να ακολουθήσει το αμερικανικό παράδειγμα – εκλέγοντας πρώτα ένα άφθαρτο πρόσωπο που ενσαρκώνει την ελπίδα και μετά έναν εκπρόσωπο της αντισυστημικής οργής; «Ο Μακρόν εξελέγη επειδή υπήρχε ελπίδα, αλλά υπήρχε και θυμός. Δείτε τι συμβαίνει στους δρόμους, ο θυμός υπάρχει ακόμα», απαντά ο Πισανί-Φερί, αναφερόμενος στις βίαιες διαδηλώσεις κατά του νέου φόρου στα καύσιμα. «Πρόκειται κυρίως για μικρομεσαίους που πληρώνουν φόρους και νιώθουν ότι δεν ωφελούνται από την πολιτική της κυβέρνησης, αλλά ότι συμπιέζονται μεταξύ των πλουσίων και των φοροαπαλλαγών τους και των πιο φτωχών που είναι αποδέκτες κοινωνικών μεταβιβάσεων».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ