ΠΕΤΡΟΣ ΠΑΠΑΠΟΛΥΒΙΟΥ*

Ο «Φάκελος της Κύπρου» και οι πιο τραγικές σελίδες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

​Η υκλοφορία των πρώτων τεσσάρων τόμων του «Φακέλου της Κύπρου», στο Διαδίκτυο και στην έντυπη μορφή τους, αποτελεί σημαντικό γεγονός για την ιστοριογραφία του σύγχρονου Ελληνισμού. Δίνεται, πλέον, άμεση πρόσβαση σε ένα απρόσιτο μέχρι σήμερα αρχειακό υλικό, που αφορά τις πιο τραγικές «εσωτερικές πτυχές» του Κυπριακού.

Το φιλόδοξο εκδοτικό πρόγραμμα, που αναμένεται να ολοκληρωθεί σε περίπου τριάντα τόμους, έρχεται τρεις δεκαετίες ύστερα από το τέλος των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων για τα αίτια της κυπριακής τραγωδίας του 1974. Από το 1988, μεσολάβησαν επανειλημμένες εκκλήσεις από πολιτειακούς και κοινοβουλευτικούς παράγοντες της Κυπριακής Δημοκρατίας για παράδοση στη Λευκωσία αντιγράφων του συγκεντρωθέντος υλικού. Ολες έβρισκαν «κλειστές πόρτες»… Το κυπριακό αίτημα επανέφερε ξανά το 2015 ο τότε πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, Γιαννάκης Ομήρου, και βρήκε ανταπόκριση από την τότε ομόλογό του, Ζωή Κωνσταντοπούλου. Τον εντοπισμό του υλικού, σε φωριαμούς των υπογείων της Βουλής, ακολούθησε η συστηματική μελέτη του από μέλη των επιτροπών –εμπειρογνώμονες και υπηρεσιακούς– που συστάθηκαν από τα δύο Κοινοβούλια.

Οι καταθέσεις των ογδόντα έξι μαρτύρων που κλήθηκαν στην εξεταστική επιτροπή κατά το 1986-1988 δημοσιεύονται στην αυθεντική τους μορφή. Είναι η πιο πλούσια, μέχρι σήμερα, συλλογή ελληνικών πηγών για το 1974. Συναρθρώνεται από τις απόλυτα προσωπικές «ιστορίες» των μαρτύρων, συχνά ψευδείς, ιδιοτελείς και ελλειπτικές, ενίοτε προκλητικές και θρασείς, ειδικά όταν πρόκειται για αμετανόητους ενόχους, εκ των πρωταιτίων της κυπριακής καταστροφής. Διαφωτιστικά και πολύτιμα είναι, παράλληλα, όσα εξάγονται από τα πρακτικά των συνεδριάσεων της επιτροπής για το ελλαδικό κοινοβουλευτικό - πολιτικό προσωπικό της εποχής αλλά και για τις «προσλήψεις» του κυπριακού δράματος, δώδεκα μόλις χρόνια ύστερα από το καλοκαίρι του 1974.

Οι καταθέσεις αποτελούν ένα τραγικό (με την έννοια του αξιοθρήνητου) corpus ιστορικών πηγών για το πώς αποφασίστηκε και πώς έγινε το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 και το πώς αντιμετώπισαν οι ελληνικές Ενοπλες Δυνάμεις, στην Ελλάδα και στην Κύπρο, την τουρκική εισβολή. Οι ειδικοί μελετητές δεν θα βρουν στους τόμους αυτούς θεαματικές ανατροπές ως προς τις γνώσεις τους για τις διεθνείς διαστάσεις της υπόθεσης. Εκείνο που κυρίως φωτίζεται, με πλήθος εφιαλτικών λεπτομερειών και αδυσώπητη τεκμηρίωση, είναι η επαγγελματική και εθνική ασυνειδησία και ανικανότητα όσων αποφάσισαν και όσων εκτέλεσαν το πραξικόπημα και η αντίστοιχη άθλια στάση –πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, όσων πολέμησαν τουλάχιστον– που επέδειξαν στην αντιμετώπιση της τουρκικής εισβολής. (Ο ίδιος ο επικεφαλής του ΓΕΕΦ κατά τις 15-20 Ιουλίου 1974, ταξίαρχος Μ. Γεωργίτσης, αποκαλεί, στην κατάθεσή του, αποβίβαση την τουρκική απόβαση στις ακτές της Κερύνειας…)

Μετά την εθνική τραγωδία του 1974, αντίθετα με το 1922, δεν δικάστηκε κανένας στην Αθήνα. Και επιπλέον, τα ελληνικά δημόσια αρχεία, παραμένοντας ερμητικά κλειστά για το Κυπριακό, από τη δεκαετία του 1950 (!), προσέδωσαν μυθικές διαστάσεις στον «Φάκελο της Κύπρου», προκαλώντας σταδιακά την ψυχική αποξένωση από τα θύματα της τουρκικής εισβολής και, εντέλει, την ίδια την ημικατεχόμενη Κύπρο. Η έκδοση των δύο Κοινοβουλίων αποτελεί εθνική οφειλή και αισιόδοξη αρχή. Με την προσδοκία, βεβαίως, ότι θα δοθούν στην έρευνα και οι υπόλοιπες «κυπριακές» αρχειακές ενότητες, που βρίσκονται (;) κλειστές σε διάφορες υπηρεσίες στην Αθήνα, παρότι για πολλές έχει παρέλθει και το τυπικό εμπόδιο της πεντηκονταετίας, ενώ άλλες (όπως το αρχείο της ΑΣΔΑΚ) ανήκουν στο κυπριακό κράτος. Με το να διατηρούνται κλειστά τα αρχεία για το Κυπριακό δεν εξυπηρετείται ούτε η ιστορική αλήθεια, ούτε το εθνικό συμφέρον, ούτε η δημοκρατία.

* Ο κ. Πέτρος Παπαπολυβίου είναι αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας  στο Πανεπιστήμιο της Κύπρου και μέλος της Ειδικής Επιτροπής της Βουλής των Αντιπροσώπων για την έκδοση του «Φακέλου της Κύπρου».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ