Νίκος Κωνσταντάρας ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Λίγες σκέψεις για τη δημοσιογραφία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Πριν από λίγες ημέρες, γνωστός μου από την Αμερική ζήτησε τη συμβουλή μου για να μάθει η 16χρονη κόρη του σχετικά με τη δημοσιογραφία. Στην κοπέλα αρέσει η ιδέα να εργαστεί σε μέσο ενημέρωσης αλλά δεν γνωρίζει τον χώρο. Επειδή ο πατέρας έγραφε ότι η κόρη του ακόμη δεν έχει επιλέξει μεταξύ θετικών και κλασικών σπουδών, προσέθεσα: Εγώ μάλλον θα πρότεινα να κοιτάξει προς τις θετικές επιστήμες, η δημοσιογραφία περνάει σοβαρές δυσκολίες.

Μπορούσα και να μην είχα διατυπώσει τη γνώμη μου, επειδή πιστεύω ότι καλύτερο είναι οι νέοι να κάνουν τις δικές τους επιλογές. Βλέποντας, όμως, τα προβλήματα που υπάρχουν στον χώρο στον οποίο εγώ ευτύχησα να εργαστώ, να χαρώ, να ζήσω, αισθάνθηκα και την ευθύνη να πω ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο εύκολα για έναν νέο που αρχίζει την καριέρα του σήμερα. Η απάντηση του πατέρα, ο οποίος είναι επιχειρηματίας, μου προκάλεσε πολλές σκέψεις. «Γνωρίζω ότι η δημοσιογραφία αντιμετωπίζει πολλά και ποικίλα προβλήματα (στις ΗΠΑ ζω, όπως γνωρίζεις), αλλά και πάλι, τώρα είναι η ώρα για νέους που πιστεύουν στις αξίες στις οποίες βασίζεται η δημοκρατία μας να μπουν στον αγώνα και να προσπαθήσουν να πετύχουν αλλαγές στο μέλλον», έγραψε. «Η καριέρα σε κάποια θετική επιστήμη ίσως να ήταν πιο λογική επιλογή, αλλά μέσα μου ελπίζω ότι θα ακολουθήσει αυτό που της λέει η καρδιά της». Ο άνθρωπος έλεγε πράγματα που και εγώ έλεγα παλιότερα. Σήμερα, ενώ αναγνωρίζω ακόμη περισσότερο την κρίσιμη αποστολή της δημοσιογραφίας, γνωρίζω ότι νέοι που επιλέγουν αυτό το επάγγελμα ίσως στερηθούν τις προοπτικές και τις χαρές που εμείς οι παλιότεροι ζήσαμε. Η κρίση δεν φαίνεται να περνάει.

Εξήγησα, λοιπόν, τις επιφυλάξεις μου. «Συμφωνώ ότι η δημοσιογραφία ποτέ δεν είχε πιο σημαντικό ρόλο να παίξει και ότι όσοι την υπηρετούν έχουν υποχρέωση να ξεπεράσουν τις δυσκολίες ώστε να προσφέρουν δημόσια υπηρεσία», έγραψα. «Ομως, έως ότου λυθούν ζητήματα ιδιοκτησίας (τα οποία καθορίζουν τη φύση, τη βιωσιμότητα και τη θετική ή αρνητική συμβολή του μέσου), έως ότου αναπτυχθεί νέο επιχειρηματικό μοντέλο, φοβάμαι ότι θα υπάρχουν ελάχιστα αξιόπιστα μέσα ενημέρωσης. Και με την κυριαρχία των κοινωνικών δικτύων, αυτά τα μέσα μπορεί να ακούγονται ολοένα και λιγότερο. Οι σημερινοί δημοσιογράφοι είτε θα ζήσουν τη βελτίωση της κατάστασης είτε θα βυθιστούν μαζί με το καράβι. Και αφού τα έχω πει αυτά, η αποστολή είναι σπουδαία και ουδείς μας υποσχέθηκε όταν ξεκινούσαμε ότι θα στεφθεί με επιτυχία. Εύχομαι καλή επιτυχία στη Θ. σε ό,τι επιλέξει...»

Ο διάλογος αυτός με έκανε να αισθανθώ ότι τα τελευταία χρόνια με είχαν κάνει κυνικό, ότι ίσως είχα διαστρεβλωμένη εικόνα. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι, γενικώς στην κοινωνία μας, δεν βλέπουμε τους νέους να έχουν τις ίδιες προοπτικές για μια καριέρα που θα τους επιτρέψει να κάνουν σχέδια για το μέλλον. Οταν η πιάτσα είναι γεμάτη απολυμένους δημοσιογράφους, όταν πολλοί αναγκάζονται να δουλέψουν για ελάχιστα (και συχνά «μαύρα») χρήματα σε πειρατικά σάιτ που κλέβουν όχι μόνο το υλικό των σοβαρών μέσων αλλά και τα έσοδά τους (αφού παίρνουν και περισσότερα «κλικ», άρα και περισσότερα χρήματα από διαφήμιση), τότε κάθε δημοσιογράφος γίνεται πιο ευάλωτος στην εκμετάλλευση και απειλείται η βιωσιμότητα κάθε σοβαρού μέσου ενημέρωσης.

Ο δημοσιογράφος που μπορεί να επιλέξει θα προτιμήσει ένα μέσο του οποίου ο ιδιοκτήτης έχει ως προτεραιότητα όχι το προσωπικό συμφέρον αλλά το κοινό: τον έλεγχο της εξουσίας, τη στήριξη της κοινωνίας, την ανάπτυξη της χώρας. Ελάχιστοι είναι αυτοί –είτε φυσικά πρόσωπα, είτε εταιρείες, είτε καταπιστεύματα– που αντέχουν να στηρίζουν το μέσο τους χωρίς να χάνουν τον στόχο της αμερόληπτης, αντικειμενικής ενημέρωσης. Οι περιπτώσεις δύο γνωστών συγκροτημάτων διεθνούς βεληνεκούς που αντιμετωπίζουν τις προκλήσεις με διαφορετικούς αλλά εξίσου δυναμικούς τρόπους είναι ενδεικτικές των δυσκολιών αλλά και των προοπτικών σήμερα. Οι New York Times ανακοίνωσαν ότι στο δεύτερο τρίμηνο του 2018 οι συνδρομητές στις ψηφιακές εκδόσεις τους είχαν φθάσει στα 2,9 εκατομμύρια, σε σύνολο 3,8 εκατομμυρίων. Αυτοί συνεισέφεραν 99 εκατ. δολάρια στο ταμείο. Ετσι, με τζίρο 415 εκατ. και κέρδη 24 εκατ. για το τρίμηνο, φαίνεται επιτυχημένη η απόφαση των ΝΥΤ να υιοθετήσουν συνδρομητικό μοντέλο στο Διαδίκτυο (επιτρέποντας ελεύθερη πρόσβαση σε 10 άρθρα τον μήνα). Ο Guardian, από την άλλη, επιτρέπει την ελεύθερη πρόσβαση στα 150 εκατ. αναγνώστες του στο Διαδίκτυο, αλλά ζητεί τη στήριξή τους. Η διευθύντριά του Κάθεριν Βάινερ (Katharine Viner) ανακοίνωσε πριν από λίγες εβδομάδες ότι τα τελευταία τρία χρόνια 1 εκατομμύριο αναγνώστες είχαν συνεισφέρει· ελπίζει ότι έως τον Απρίλιο τα έσοδα θα καλύπτουν τα έξοδα.

Οι ΝΥΤ, ο Guardian και η Washington Post του μεγιστάνα Τζεφ Μπέζος βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της μάχης εναντίον ύποπτων πολιτικών συμφερόντων και της μισαλλοδοξίας. Βασίζονται στις διαφημίσεις, σε συνδρομές, σε συνεισφορές και στη στήριξη ιδιοκτητών. Αλλα μέσα –νέα ή παλιά– βασίζονται είτε στη διαφήμιση, είτε στις συνδρομές, είτε στον συνδυασμό αυτών. Ψάχνουν το μοντέλο που θα παρέχει στο μέσο την ελευθερία από δεσμεύσεις και συναλλαγές, που θα επιτρέψει στους δημοσιογράφους να εκπληρώσουν το καθήκον τους. Η επιτυχία δεν είναι εγγυημένη, οι δυσκολίες και οι απογοητεύσεις πολλές, αλλά η μάχη πρέπει να δοθεί.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ