Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ριχάρδος Μυλωνάς: Γραβάτες και ρόμπες

Ε​​ίναι, λένε, πιο εύκολο να φανταστείς το τέλος του κόσμου, παρά το τέλος του καπιταλισμού. Ο καπιταλισμός βρίσκει, άλλωστε, τρόπο να ανθήσει και σε συνθήκες συντέλειας του κόσμου: Οι υπεύθυνοι τελετών είναι περιζήτητοι στον καιρό της πανώλης. Οι αρτοποιοί στον καιρό του λιμού. Και οι χρυσοθήρες, βεβαίως, στον καιρό της ύφεσης.

Σε αυτόν τον κανόνα της αγοράς οφείλεται η σταδιοδρομία του Ριχάρδου Μυλωνά. Ο ιδιοκτήτης αλυσίδας ενεχυροδανειστηρίων, που κατηγορείται τώρα για λαθρεμπόριο, δεν υπήρξε ποτέ κρυφός. Αντιθέτως.

Διαφήμιζε ανοιχτά ότι το επιχειρηματικό του μοντέλο βασιζόταν στην εξαργύρωση της δυστυχίας – «η λύση στην κρίση» ήταν το σλόγκαν του. Και το διαφήμιζε με το πρόσωπό του. Είχε μετατρέψει τον εαυτό του σε brand, εμφανιζόμενος σε γκρίζες διαφημίσεις, όπου η μιζεροχοΐα παρουσιαζόταν περίπου σαν φιλανθρωπία, με τον σπλαχνικό ντίλερ να ομνύει αυτοπροσώπως, από τον επίχρυσο θρόνο του, στις «ανάγκες του πελάτη».

Αυτό το μάρκετινγκ, δανεισμένο από τους μαντράδες της αμερικανικής ενδοχώρας (Better Call Ριχάρδος), θα φαινόταν χοντρά παρωχημένο, αν δεν ήταν ταυτόχρονα και τόσο σύγχρονο. Αν δεν συντονιζόταν με την αισθητική του ατομικού μάρκετινγκ διά του οποίου αυτοδιαφημίζονται –και αυτοφωτογραφίζονται– εκατομμύρια ναρκισσισμοί στην παγκόσμια αγορά της προσοχής: Με προσέχουν, άρα υπάρχω· υπάρχω, όσο με προσέχουν.

Εχοντας την τόλμη να συνδυάζει τη χρυσοκόκκινη ρόμπα με την πλαστική παντόφλα, ο Ριχάρδος δύσκολα περνούσε απαρατήρητος.

Θα ήταν όμως βιαστικό να τον κατατάξει κανείς λόγω της πόζας του στη λούμπεν επιχειρηματικότητα. Η μπίζνα του έχει συγγένειες με τα άλλα δύο μεγάλα κόλπα του καθωσπρέπει ελληνικού επιχειρείν: Την ελληνική πολυεθνική των φτηνών κοσμημάτων με τα πειραγμένα βιβλία· και τις αγορές ακινήτων μέσω POS.

Και οι τρεις δουλειές είχαν το ένα άκρο τους στην Κίνα. Πού οφείλεται αυτή η ομοιότητα; Σε σκέτη σύμπτωση; Ή μήπως στη χύτευση κοινών αξιών; Στη συναντίληψη μεταξύ του νεαρού κινεζικού καπιταλισμού χωρίς δημοκρατία και του πειρατικού ελληνικού καπιταλισμού χωρίς κανόνες;

Ο Ριχάρδος έτσι αναβαθμίζεται από γυφτοπέδιλος αεριτζής σε μέρος του εθνικού κανόνα. Σε φορέα εκείνου του εξαγωγικού «δαιμονίου» που –πότε με χρυσές βίζες, πότε με «φο» βιβλία και πότε με ατόφιο, λαθραίο χρυσάφι– κυκλοφορεί στις μαύρες φλέβες παγκοσμιοποίησης.

Αν σε κάτι διέφερε ο Ριχάρδος από τους ομότεχνούς του είναι ότι δεν ήθελε να κρύψει αυτό που ήταν. Φορούσε σκέτη τη ρόμπα. Σκέτη τη φενάκη.

Νίκος Ταχιάος: Κατάληψη του Κέντρου

Σ​​την κοσμολογία του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης δεν υπάρχουν άλλοι πλανήτες, πλην αυτού, εδωνά. Στο πολιτικό στερέωμα, όμως, ο πλανήτης Θεσσαλονίκη αντιμετωπίζεται ήδη σαν μικρογραφία του εκλογικού σύμπαντος.

Το τέλος της μπουταρικής περιόδου σε συνδυασμό με την αναζωπύρωση του Μακεδονικού δίνει αφορμή για την επαναδιατύπωση ενός όχι και τόσο νέου ερωτήματος: Είναι πλέον εκλόγιμες υποψηφιότητες όπως αυτή του απερχόμενου δημάρχου – υποψηφιότητες που, σύμφωνα με τον ορισμό του ιδίου, έχουν χαρακτήρα «κεντροαριστεροδεξιό»; Ή μήπως η πόλωση –που δεν περιορίζεται στον ανταγωνισμό Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ, αλλά προκαλείται και από άλλες, βαθύτερες εστίες, όπως η ταυτοτική ανασφάλεια– αφήνει εκλογικό χώρο μόνο για σκληρές γραμμές;

Μια έμμεση απάντηση στο ερώτημα έδωσε με την επιλογή του Νίκου Ταχιάου ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Τόσο κομματικός, ώστε να μην μπορούν εύκολα να τον αμφισβητήσουν οι ακραιφνείς δεξιοί, και τόσο φιλελεύθερος, ώστε να φιλοδοξεί ότι θα κληρονομήσει το αστικό ακροατήριο του Μπουτάρη, ο Ταχιάος έδωσε το πρώτο του στίγμα τασσόμενος εναντίον των καταλήψεων. Η Ν.Δ. έδειξε για μία ακόμη φορά να αψηφά δύο εκλογικούς κινδύνους στον Βορρά: τις σειρήνες του εθνικισμού στα δεξιά της Δεξιάς. Και την ολιγαρχική επιρροή που έχει πλέον οικειοποιηθεί βαρέα σύμβολα της πόλης. Το στέλεχος που δοκίμασε να αποσπάσει το κομματικό χρίσμα επικαλούμενο αυτήν την επιρροή δεν είχε, λένε, καμία τύχη. Και η περιλάλητη ακροδεξιά συσπείρωση; Ο χώρος –που, και λόγω ιδεολογικού DNA, έχει πάντα ανάγκη από πρόσωπο που να μπορεί να προβάλλει ως αρχηγίσκος– δεν μοιάζει ικανός να ξεπεράσει τον κατακερματισμό του. Η καλή εκλογική επίδοση ενός τηλεβουκεφάλα ερμηνεύεται σαν φαινόμενο Λεβέντη – σαν άστατη αντισυστημική μόδα, όπως εκείνη που έδωσε το 6,78% της Α΄ Θεσσαλονίκης στην Ενωση Κεντρώων το 2015.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Πειραιώς, οι μεγαλύτερες διαρροές προς τα δεξιά δεν ξεπερνούν τη μονάδα. Ακόμη και οι καταλήψεις αντιμετωπίζονται από τους ψυχραιμότερους μάλλον σαν εφήμερη, προχριστουγεννιάτικη, έξαρση που πλήττει κάθε χρόνο τα σχολεία, και φέτος έτυχε να αλλάξει χρώμα.

Το συμπέρασμα είναι ότι, στη Θεσσαλονίκη αλλά και παντού, ο ζωτικός χώρος για τη Ν.Δ. είναι το μπουταρικό Κέντρο. Και με αυτόν τον στόχο επιχειρείται η «ηλεκτροκίνηση» της προεκλογικής της ατζέντας – η επικέντρωσή της σε προοδευτικό, προγραμματικό μενού. Η στρατηγική πια δεν αναζητείται. Το μόνο που αναζητείται, αλλά δεν βρίσκεται, είναι τα πρόσωπα που θα την ενσαρκώσουν.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ